"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης αγωνίζεται εναντίον του Ιμπραήμ.


Ο Μακρυγιάννης πολιτάρχης στην Αρκαδιά.



Τής Κυβερνήσεως της ζητούσα διαταγή νά βγώ είς τήν Ρούμελη, νά φύγω άπό 'δώ μέσα, ότι μπεζέρησα, καί ύποσκέθη νά μέ διάταξη νά πάγω είς Ρούμελη. Τότε ήρθε αναφορά άπό της Αρκαδίας τούς κατοίκους καί μέ ζη­τούσαν νά μέ στείλη ή Κυβέρνηση νά πάγω μ' εκτελεστική δύ­ναμη 'σ τήν Άρκαδιά. Ότι όσα τούς είπα όταν πήγα είς τό Λιάτανι, καί τούς σύναξα καί τούς μίλησα οπού θά τούς πλα­κώσουν Καραϊσκαϊοι, Καρατασσαίοι, Σουλιώτες κ' άλλοι, «καί θα άφανιστήτε, όμως νά κλίνετε είς τήν Κυβέρνησιν» αυτοί άκουγαν τόν άγιον Πρωτοσύγκελον, τόν συνβουλάτορα του Κολοκοτρώνη, καί τόν Γληγοριάδη καί τούς πρόκοψαν άλλοι πάνε είς τή Νύδρα, καί τ' ασκέρια, όπούναι μέσα είς τήν Άρκαδιά καί χωριά τους γιομάτα, τούς γυρεύουν τών Άρκάδων φακί είς τό σουφλί. Αύτείνη τήν καλωσύνη τούς κάμαν οι καλοί πατριώτες· αφάνισαν τήν πατρίδα γενικώς κάθε ολίγον μέ τούς έφύλιους πολέμους καί νέες φατρίες καί σκοτωμούς. Κι' αφανίστηκαν κ' οί κάτοικοι όλοι. 'Αφού ή Κυβέρνηση μέ διάταξε χωρίς άλλο νά πάγω είς τήν Άρκαδιά, έγώ ήθελα νά πάγω είς Ρούμελη. Ήρ­θαν κι' Άρκάδιοι επίτηδες στελμένοι, μέ περικάλεσαν κι' όσοι σημαντικοί Άρκάδιοι είναι είς τ' Άνάπλι, αποφάσισα νά πάγω· καί τά 1825 Φλεβάριον μήνα πήγα είς Άρκαδιά. Διάλεξα διακό­σους ανθρώπους, έδιωξα τήν σαβούρα καί πήγα μ' αυτούς.
Απόβαση Αιγυπτίων στο Μοριά.
Πηγαίνοντας, τήν άλλη ημέρα μαθαίνομε ότι ό Μπραΐμης ξεμπαρκάρισε εις τά κάστρα Μοθώνη, Κορώνη καί Νιόκαστρο: Πρίν μαθευτή τό βγάλσιμο του Μπραΐμη είς τά κάστρα, έκρίθη εύλογον όσα ασκέρια ήταν διά τούς άναντίους είς τήν Πελοπόννησον νά συναχτούνε όλα κι' άλλα άπό τούς κατοίκους, νά γένη μία μεγάλη δύναμη καί νά κινηθούμε διά τούς Τούρκους τής Πάτρας. Καί συνάχτηκαν περίτου άπό δεκάξι χιλιάδες, καί κε­φαλή ό Κουντουριώτης' καί ήταν είς τήν Μεσσηνίαν οπού συνά­ζονταν καί είς τήν Άρκαδιά. Καί στείλαν καί πολεμοφόδια κα ζαϊρέδες. Καί ήταν μέ τό καράβι τού Τζαμαδού κι' άλλα καράβια είς τό λιμάνι τού Νιόκαοτρου. Ή δυστυχία είναι ότι οι δυό μεγαλοκέφαλοί μας Μαυροκορδάτος καί Κωλέτης ζηλεύει ένας τον άλλον, κι' ό,τι καλό κάμη ό ένας άπό αυτούς τό χαλάγει ό άλ λος. Διά νά μήν πάγη ό Κωλέτης, καθώς ήταν διαταμένος. με τούς Ρουμελιώτες, τό χάλασε αυτό ό Μαυροκορδάτος καί 'νεργησε καί πάγει κεφαλή ό Κουντουργιώτης. Κι' αυτό τό σκέδιον ήταν τού Μαυροκορδάτου, νά μήν γένη τίποτας καλό είς την πατρίδα, καθώς δεν έγινε.
Ο Κουντουριώτης εκστρατεύει στη Μεσσηνία.

Διορίζεται ό Κουντουργιώτης, διορίζει καί τόν Σκούρτη το Νυδραίον άρχιστράτηγόν του, κι' όσο ήξερε ό ένας ήξερε κ' άλλος άπό πόλεμον. Τότε μπήκαν σέ δυσαρέσκεια όλοι οί ση­μαντικοί αρχηγοί όπούταν έκεί, οπού είδανε τό Σκούρτη άρχιστράτηγον άπάνου εις τόν Καρατάσιον, είς τόν Καραϊσκάκη, εις τόν Χατζηχρήστο, είς τόν Τζαβέλα καί είς τούς άλλους. Ό Κουν­τουριώτης, κουτός, άφού είδε όπούναι αυτός άμαθής άπό αυτά, άντίς νά βάλη άρχηγόν νά σώση την πατρίδα κι' αυτός νά δοξαστή, κατά δυστυχίαν άπό τό «όμως» δέν ξέρει άλλο, κ' έβαλε τόν Σκούρτη νά διοικήση καί νά οδήγηση καί τους αρχη­γούς της ξηράς ό θαλασσινός, απλός αξιωματικός ' ούτε καί της θάλασσας τόν πόλεμον δέν τόν γνώριζε καλά. 'Ελεγε τών στεργιανών «Όρτζα, πότζα!». Έκείνοι έλεγαν «Τί λέγει αυτός, γαμώ τό καυλί τ';». Τέλος πάντων ό πατριωτισμός όλων αυτεινών καί της συντροφιάς τους, ή ψύχωση της φατρίας καί ή δι­αίρεση κι' ό ένφύλιος πόλεμος καί ή διχόνοια τών μεγαλοκέφαλων Κωλέτη καί Μαυροκορδάτου, διά νά μην δοξαστή ό ένας καί χάση ό άλλος, καί τό «όμως» τού Κουντουργιώτη καί τό «όρτζα καί πότζα» του Σκούρτη καί τό «καυλί» τών Ρουμελιω­τών' ό Μπραΐμης μπήκε 'σ την Πελοπόννησο καί τήν έκαμε γη Μαδιάμ όχι άπό τήν παληκαριά τών Αράπηδων, άλλά άπό αυτά όπου λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, τό άνθος τών Ελλή­νων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι' ύστερα βγάλαν καί τούς αρχηγούς τους άπό τή Νύδρα' Σπαρτιάτες κι' άπ' άλλα μέρη, όλοι αύτείνοι κάθονταν είς της Χώρες καί είς τ' άλλα χωριά καί τρώγαν αρνιά καί κόττες, κι' ό Αράπης όταν τούς εύρισκε τούς ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει ή διαίρεση καί ή διχόνοια.

Πολεμική προετοιμασία του Μακρυγιάννη.

Άφού ήμουνε είς τήν 'Αρκαδιά, άκουγα τόν πρόβοδον τών Αράπηδων, ντρεπόμουν νά καθίσω μέ τής γυναίκες, με τρακόσιους άντρες διαλεχτούς όπούχα. Τό λέγω τού διοικητή τής Αρκαδίας, νά τού αφήσω έναν άξιωματικόν μέ πενήντα αν­θρώπους καί νά πάγω μέ τούς άλλους είς τήν ανάγκη τής πα­τρίδος. Μ' αποκρίνεται· «Δέν έχεις νά πάς πουθενά, ότι έγώ είμαι άπό 'κείνους οπού κατεβάζω κι' ανεβάζω στρατηγούς». Ήταν ένας μπαρμπέρης, φίλος τού αρχηγού Κολοκοτρώνη καί του Πρωτοσύγκελου κι' άλλουνών.
Ο Διοικητής της Αρκαδιάς κατά του Μακρυγιάννη.

Έγώ 'λεγα νά πάγο» νά σκο­τωθώ μέ τούς οχτρούς, αυτός γύρευε νά μου γκρεμίση τόν βα­θμό μου. Του μίλησα δι' αυτό, του κακοφάνη. Είπε ένός ανιψιού του όπούχε είς τό ψωμί καί γεμεκλίκια καί μας τάκοψε. Πήγα καί τόν έπιασα καί τόδωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν κι' άν δεν πήδαγε άπό τό παλεθύρι κάτου ό διοικητής, δέν ξέρω άν έμενε ζωντανός. Τότε αγόρασα πολεμοφόδια έξ ίδιων μου καί πήρα διακόσους πενήντα ανθρώπους καί πήγα είς τους Γαργαλιάνους. Στέλνω έναν τεσκερέ καί μαζώνονται Άρκάδιοι περίποι άπό χίλιοι έξακόσοι άνθρωποι, χώρα καί χωριά' τέτοιοι αγα­θοί πατριώτες είναι αύτείνοι οί μικροί, φιλόπατροι· οί κεφαλές τους άναντροι καί κακής ψυχής, οί πρώτοι τους. Άφού συνα­χτήκαμε τόσοι, έστειλα είς τόν Κουντουργιώτη νά μου στείλτ πολεμοφόδια, έγραψα καί 'σ τήν Άρκαδιά νά μου στείλη· καμπόσα τζαπιά καί φκυάρια καί ζαϊρέ νά πάμε διά νυχτός να πιάσουμε τήν Γιάλοβα όπούναι πλησίον του Νιόκαστρου.

O Δεσπότης κατά του Μακρυγιάννη.

Άφού ετοίμαζα αυτά, έρχεται ό Δεσπότης τής Αρκαδίας κι' ανακατώνει τούς ανθρώπους καί μπαίνουν σέ μιά διχόνοια κ άνεμένω μόνον μέ τόν Αναγνώστη Παπατζώρη, γενναίον κα τίμιον πατριώτη. Έμεινε αυτός κι' άλλοι καμπόσοι αξιωματικό Άρκάδιοι ώς εκατό άνθρωποι. Τούς άλλους τούς έβαλε είς διχό­νοια ό Δεσπότης' τούς ήθελε νά πάνε μαζί του καί δέν τόν θέ­λανε. Καί διά νυχτός σκόρπησαν. Πιάστηκα μέ τόν άγιον' το κακό, μόβαλαν καί τούς δικούς μου ανθρώπους είς διχόνοια. Τέτοιοι κακοί πειρασμοί στάθηκαν. Καθώς έμαθα υστέρα, δέν ήθελαν νά πάγω είς τούς Αράπηδες νά μήν άδυνατίση ή πα­τρίδα τους καί μπούνε οί Τούρκοι μέσα.
Ο Κατσής Μαυρομιχάλης από το Νεόκαστρο στο Στρατηγό Μακρυγιάννη.

Σέ ολίγες ήμερες ήρθε τού Πετρόμπεγη ό αδελφός ό Κατζής είς τούς Γαργαλιάνους καί μ' αντάμωσε καί μοΰ λέγει· «"Ημουν είς τό Νιόκαστρον κι' ό Μπραΐμης μάς έστένεψε πολύ· μάς ζύ­γωσαν οι Αράπηδες άπό κάτου άπό τό κάστρο καί δέν μάς άφίνουν νά ρίξωμε κανονιά. Καί δέν κοιμώμαστε ούτε νύχτα, ούτε ημέρα· καί γυρεύουν νά μάς πιάσουνε καί τό Παλιόκαστρο, τούς Παλιοβαρίνους. Κι' άν πιάση αύτείνη τήν θέση, τό Νιόκαοτρο κιντυνεύει, ότι δέν έχομε νερό μέσα. Μ' έστειλαν οι πολιορκημένοι καί πήγα είς τόν Κουντουργιώτη όπούναι είς τής Χώρες μέ δεκάξι χιλιάδες, τούς ειπα αυτό, δέν πηγαίνει κανένας. Ήρθα καί 'σ εσένα νά ειπώ αυτό τό κακόν όπου θά γένη είς τήν πατρίδα· θ' αφήσουνε τό κάστρο νά φύγουν, άν δέν πάγη δύ­ναμη». Τού λέγω· «Πάγω έγώ καί πιάνω τούς Άβαρίνους, νά μή γένη αυτό τό δυστύχημα τής πατρίδος, καί στείλε είδησιν τών πολιορκημένων νά Βαστήξουν όσο νά πάγω». 'Εστειλε ό Κατζής· τούς παράγγειλα κ' έγώ. Παίρνω όλους τούς ανθρώπους καί τους μιλώ τήν ανάγκη τής πατρίδος καί νά ετοιμαστούμε. Οι μισοί ήταν υπέρ έμού, νά πάμε, οι μισοί γύρευαν μιστούς, καί «ή Κυβέρνηση, μόλεγαν, δέν μάς διόρισε διά τούς Αράπηδες, μάς διόρισε διά τήν Άρκαδιά». Λόγον σέ λόγον, πιάσαμε πόλεμο αναμεταξύ μας· ήρθε ό Κατζής μάς ξεχώρισε. Έσύχασαν. Βά­σταξα τό μπαγιράκι κ' εκείνους όπούταν παληκάρια καί πα­τριώτες' τούς έβαλα πλησίον είς τήν εκκλησιά, είς τά σπίτια. Τά μεσάνυχτα περνώντα, έστειλα καί πήρα τόν παπά καί μάς ξεμολόγησε καί λειτρούγησε καί μεταλάβαμε. Καί πήραμε τόν άθάνατον Αναγνώστη Παπατζώρη, όπούξερε τόν δρόμον, καί τήν αυγή ξημερώσαμε είς τούς Παλιοβαρίνους. 'Αφησα τόν Πα­πατζώρη άπό τό πέρα μέρος, όπούναι ό άμμος τών Άβαρίνων,κ' έγώ πήγα άπό τό στόμιον, όπούναι ή Σφαχτηρία τό νησί, καρσί' καί φκειάσαμε τά ταμπούρια μας. Τό δειλινό ήρθαν καί οι φιλόζωοι οπού μάς πολέμησαν εις τούς Γαργαλιάνους.

Συγκρούσεις με τους Αιγυπτίους

Άφού φκειάσαμε τά ταμπούρια μας, τούς κιοτήδες, όπου ανακάτωναν τούς ανθρώπους, τούς έστειλα εις τό Παλιόκαστρο νά φκειάσουνε 'μπρός είς την πόρτα ταμπούρια κι' ούθε ήταν χαλασμένο. Ήταν καί μία παλιοστέρνα κ' έβαλα καί κου­βάλησαν καμπόσο νερό καί ρίξαμε μέσα. Κ' έβαλα όλους τούς ανθρώπους κ' έμασαν ξύλα, νά είναι διά δέκα φωτιές τά ξύλα του καθενός· δτ' ήταν έκεί πλησίον πολλά. Σύναξαν καθώς τούς είπα κ' έβαλαν αλάργα ό καθείς τά ξύλα του. Τό βράδυ, νυχτώ­νοντας, τούς είπα κι' άναψαν φωτιές ό καθείς άπό δέκα καί τής κουμαντάριζαν, νά φαίνωνται ότ' είναι άπό πολλούς ανθρώπους. Τήραγε ό Μπραΐμης ' δέν ήταν μισή ώρα αλάργα άπό , 'μάς· άφού είδε τόσες φωτιές, έλπιζε ότι κατέβηκε ό Κουντουργιώτης μ' όλο τό σώμα, όπούταν είς τής Χώρες. Τήν αυγή δυό ώρες νά φέξη πλάκωσε ό Μπραΐμης, πεζούρα καί καβαλλαρία, καί ήρθανε πολλά πλησίον μας. Είναι ένα γιοφύρι ένού γιβαριού καί πέρασαν έκεί καί στάθηκαν. Έγώ κατέβασα καμμιά εικοσα­ριά παιδιά καί πιάσαν τόν χορόν καί τραγουδούσαν καί χό­ρευαν. Τηράνε οι Τούρκοι, πλησιάζουν κι' άρχισαν μέ τούς κατζαδόρους καί καραμπίνες τόν ντουφεκισμόν. Εμείς τούς είπα καί δέν έρριχνε κανένας. Εκεί όπου ρίχναν μού λάβωσαν δυό παιδιά, είς τόν χορόν. Κέρασα άπόνα ρακί τούς Έλληνες, τούς αθάνατους, τά γενναία λιοντάρια, όπου ανάθεμα τούς αίτιους όπου τούς γιόμωσαν φατρίες καί διχόνοιες, καί γίνηκαν άπό αυτά οοι Αράπηδες παληκάρια κι' άφησαν εποχή. Άφού κέ­ρασα τό ρακί τών Ελλήνων, ζύγωσαν οοι Τούρκοι κοντότερα. Τότε άρχισε ό πόλεμος καί βάσταξε ώς έφτά ώρες. Έκαμαν πολλά γιρούσια οι Τούρκοι. Οι Έλληνες οι καλύτεροι' τούς είχα κάτου είς τόν άμμον κ' εμείς τούς φυλάγαμε τήν πλάτη τους άπό τό τζουγκρί. Ύστερα βγάλαν τά μαχαίρια οι Έλληνες καί τούς δίνουν ένα τζάκισμα καλόν καί τούς ρίξαν άπό μέσα τ' αυ­λάκι κ' έβλεπες ένα θέατρο. Καί σκοτώθηκαν άπό 'κείνο οπού συνπεράναμε, οπού βλέπαμε, καμμιά έβδομηνταριά άπάνου κάτου κι' άχώρια οι λαβωμένοι. Δέν είχαμε μπαρούτι καλό. "Υστερα αναχώρησαν πίσου διά την θέση τους καί Νιόκαστρον. Τότε γράφει ό Αναγνωσταράς του Κουντουργιώτη καί του λέγει αυτά· καί τού λέγει· «'Οσους ανθρώπους ήφερε ό Μακρυγιάννης είς τους Άβαρίνους, την θέση την πλησίον του όχτρού, όπου κάθονται είς της Χώρες τόσα ασκέρια καί δέν αποφάσισαν νάρθούν νά την πιάσουνε, αύτείνοι οί ολίγοι πολέμησαν άντρείως. Διά τούτο όλους αύτείνους νά τους κάμη ή πατρίς αξιωματικούς κατά την τάξη». Μόστειλε ό Κουντουριώ­της ένα εύκαριστήριον καί «θέλει στείλη κι' όλουνών, όταν πάγη ό υπουργός». Πέρασαν ολίγες ημέρες, ξαναήρθε όπίσου ό Μπραΐμης, έκαμε άκροβολισμόν τρεις τέσσερες ώρες· καί παρα­τηρούσαν τήν θέση μέ τά κιάλια διά νάρθούνε συστηματικώς.

Ο Μακρυγιάννης μπαίνει στο Νεόκαστρο.

Τόν Μάρτη μήνα πήγα είς τους Παλιοβαρίνους. Μου γρά­φουν άπό τό Νιόκαστρο νά πάγω μέσα, ότι τους στένεψαν πολύ, κι' άν δέν πάγω, νά δώσω λόγον διά τό κάστρο· μόκαναν διαμαρτύρηση ό φρούραρχος καί οί άλλοι. Πήρα εκατόν δεκάξη ανθρώπους καί πήγα τό Μεγάλο Σαββάτο τό βράδυ είς τό Νιό­καστρο. Τούς άλλους τους άφησα είς τούς Άβαρίνους. Τήν Δευτέρα τής Λαμπρής πάγει μπονόρα ό Μπραίμης, πεζούρα καί καβαλλαρία καί κανόνια, είς τούς Άβαρίνους νά μου πολεμήση τούς ανθρώπους μου, κι' ώς ολίγους θά μου τους χάλαγε. Τότε βιασμένος βήκα έξω είς τά κανόνια του, καί μέσα 'σ ένα ρέμα είς τήν άκρη τήν θάλασσα δίνομε έναν χαλασμόν τών Τούρκων μεγάλον πέταγαν τής μπαγιοννέττες καταγή καί τούς πελέκαγαν οί 'Ελληνες σάν βόιδια. Πήγε μετζίλι είς τόν Μπραΐμη καί γύρισε όπίσου μέ τ' ασκέρια του, χωρίς νά λάβη καιρόν νά πολεμήση είς τούς Άβαρίνους. Άφού γύρισε όλη ή δύναμη τών Τούρκων, μάς χάλασαν, κ' εκεί κιντύνεψα νά σωθώ, ότι μού λαβώθη ένας σύντροφος μου καί οί Τούρκοι μέ πλάκωσαν έκεί όπού πολεμούσα νά τόν σώσω· κ' έμεινα μόνος μου κι' άπό τρίχα ένας Κιουλεμένης θά μόκοβε τό κεφάλι' τόν φοβέριζα με τό ντουφέκι ' ήταν ένα λιθάρι καί άπό πίσου oi Τούρκοι' καί δεν τους άφινα νά κόψουν σύντροφον. Ύστερα ξαναγύρισαν οοι σύντροφοι μου δαν όπου κιντυνεύαμε· καί βαρέθηκαν άπό τους δικούς μου, είς τόν πληγωμένον άλλοι δεκάξι, σκοτωμένοι καί πληγωμένοι. Τότε τούς σηκώσαμε χωρίς νά μάς τούς πάρουν oi Τούρκοι, και τους πληγωμένους τούς δέσαμε καί τούς έστειλα εις την Αρκαδιά. Καί καθώς μάς είπε ό Μιαούλης κι' ό Άναστάσης Τζαμαδός, (τους είχε είπή ένας Άουοτριακός καπετάνιος, οπούταν ειςτό τζαντίρι του Μπραίμη κ' έμαθε) σκοτώθηκαν Τούρκοι τρακόσιοι εβδομήντα. Περισσότεροι ήταν, λιγώτεροι έγώ δεν ξ'ερω. Αύτείνοι μάς τό είπανε, ότι μάθαν ότι σκοτώθηκαν ταν πολλοί. 'Οτι τούς είχα στενούς φίλους καί τόν Τζαμαδόν καί κάθισαν καί φάγαμε ψωμί μέσα στο κάστρο· καί μου τά είπαν αυτά.

ΠΗΓΕΣ:

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: