"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Μακρυγιάννης-Σισίνης-Ναύπλιο-Επεισόδια-Γκούρας-Ανδρούτσος-Κωλέττης.









Επάνοδος στο Ναύπλιο

Πήρα τό Σισινόπουλον μέ τούς αξιωματικούς, καμμίαν τριανταριά όλοι, όπου αγωνίζονταν μέ τούς Τούρκους νά λευ­τερώσουν την πατρίδα κ' εμείς νά τούς γυμνώσουμε αδίκως καί παραλόγως! Θέ, δώσε μας γνώση κι' αρετή νά σωθούμε, νά μήν χαθούμε παράωρα! Τούς πήρα όλους αυτούς· είχα τό σώμα μου, ώς τρακόσους πενήντα ανθρώπους, τίμια παληκάρια καί καλοί πατριώτες, καί τούς είχα σέ μίαν καλή τάξη. Είπα καί του Σισίνη κι' αξιωματικών του νά μήν έχουν καμμίαν ύποψίαν ότι έγώ θά τούς πειράξω μίαν τρίχα. Καί τούς ορκίστηκα ώς τίμιος άνθρωπος. Οι' άνθρωποί μου άφού είδαν τ' ασκέρια του Γκούρα κι' άλλουνών όπου γύμνωναν τούς κατοί­κους κ' έγώ αυτούς δέν τούς άφινα, τότε κι' αύτείνοι δεν μ' άκουγαν είς τόν δρόμον. 'Σ ένα χωριόν πλησίον είς τό Τριπόταμον καμπόσοι άπό αυτούς γυμνώνουν τό χωριόν χωρίς νά μέ στοχάζωνται ώς μεγαλύτερόν τους. Φοβήθηκα μή μου γυμνω­θούνε καί τό Σισινόπουλο κι' άλλους καί φανώ ψεύτης κι' άπι­στος. Τούς είπα νά πάνε είς άλλο χωριόν καί ν' ακολουθούν άχώρια άπό 'μάς. Αφού γύμνωσαν αύτείνοι τό χωριόν, καί οι δυστυχισμένοι οι κάτοικοι παρουσιάζονταν 'σ έμένα καί κλαίγαν κ' έγώ δέν μπορούσα νά τούς βοηθήσω, αυτό ήταν θάνατος διά έμένα. Πήρα τό μπαγιράκι μου καί καμμίαν εικοσαριά, όπού είχα μάγκα είς τό κονάκι μου, κ' έφυγα κρυφίως, χωρίς νά μάθουνε αύτείνοι οι' άτιμοι στρατιώτες μου, καί κατεβαίνομε είς τό ποτάμι. Ήταν κατεβασμένο, ότ' ήταν χειμώνας, τών Χρι­στουγέννων έγώ μέ τό άτι μου κι' άλλα ζώα δυνατά, κιντυνέ­ψαμε νά περάσουμε. Άφού οί στρατιώτες μάθαν όπούφυγα κρυφίως, ακολούθησαν κοντά μου.
Όσα συνέβησαν στο δρόμο
Είς τόν δρόμον ηύρανε τέσσερους Πελοποννήσιους καί τούς πιάνουν καί μέ τήν αράδα πέρασαν τούς μισούς άπό τ' ασκέρι εις τό νώμο τους (οί άλλοι είχαν ζώα καί ττέρασαν). Άφού τους πέρασα πέρα άπό τό ποτάμι - ήμουν κ' εγώ καί είχα φωτιά αναμμένη μέ την μάγκα μου καί τρώγαμε ψωμί - βλέπω όλη αυτείνη την τυραγνίαν όπούκαναν αυτεινών τών τέσσερων ανθρώπων, όπου τους αφάνισαν είς τό ποτάμι καί καταμαύρισαν σάν Αράπηδες άπό τό κρύγιο· καί διά τό σπολλάτη όπου τους σώσαν άπό τό ποτάμι, είχαν καί κάτι άρματα καί τούς τά πήραν κ' εκείνα· καί τους άφησαν γυμνούς· καί κλαίγαν σάν μικρά παιδιά· καί τρέμαν άπό τό κρύον. Τούς λυπήθηκα πολύ καί είπα ότι τό θερίον είπαν θερίον' κι' ό άνθρωπος είναι χερότερος. Άφού οί άνθρωποι είδαν εμένα, σκούζαν κι' αγαναχτούσαν άναντίον μου καί μόλεγαν «Μαθαίνοντας ότι περνάς έσύ, ό Μακρυγιάννης, όπούχεις τήν μεγαλύτερη εύταξίαν είς τούς ανθρώπους σου, μπιστευτήκαμε κι' αφήσαμε τό πράμα μας καί δέν τό κρύψαμε· καί μάς γυμνώ­σετε· καί είς τό ποτάμι κιντυνέψαμε διά νά τούς περάσουμε· καί μάς πήρανε καί τ' άρματα μας καί σκουτιά μας καί τρέμομε· καί θά πουντιάσωμε». Περιποιήθηκα τούς ανθρώπους καί τούς είπα νά μού δείξουν εκείνους όπού τούς γύμνωσαν. Αποφά­σισα νά σκοτωθώ μ' αυτούς. Βάρεσα τ' άλογον, τούς έπιασα μέ τά πράματα τών ανθρώπων τούς πήρα μαζί μου εκείνους όπούταν γυμνωμένοι καί τούς αίτιους, πήγα είς τό χωρίον τό βράδυ, όπού θά κόνευα. Στέλνω καί κόβω βέργες καλές γερές κ' έστειλα καί ήρθαν όλοι οί αξιωματικοί. Τούς είπα· «Σάς έχω τόσα χρόνια τούς περισσότερους· σάς άφησα ποτές άπλέρωτους ή νηστικούς; "Οταν κάναμε ώς πατριώτες τά χρέη μας, καί οί πολίτες μάς τίμαγαν καί μάς τάιζαν μ' εύκαρίστησίν τους καί μάς δίναν κ' ευκαριοτήρια 'σ τήν Κυβέρνησή μας καί μάς πλέρωνε."Οταν φέρνεσταν τιμίως, ήμουν κ' έγώ αρχηγός σας· τώρα όπου γενήκετε του κεφαλιού σας καί γυμνώσετε τό χω­ρίον; .όπού μάς καρτέρεσαν οί άνθρωποι ώς αδελφούς τους, οί χριστιανοί τούς χριστιανούς, τούς γυμνώσετε άπό τό βιόν τους, τά ζωντανά τους κ' έχετε κοπάδια μαζί σας. Δεν γένομαι έγώ εσάς πιστικός· σύρτε νά βρήτε άλλον άρχηγόν, είτε τόν βίον του χωριού καί ζωντανά νάρθούνε οί χωργιάτες νά τούς τά δώσετε χωρίς νά τούς λείψη τίποτας· κι' όταν μού δώσουνε οί χωργιά­τες αυτείνη τήν άπόδειξιν, τότε καθίστε μαζί μου. Είδε, βρήτε άλλον άρχηγόν. Κι' ό,τι λείπει άπό τό χωριόν θά ειπώ τής Κυ­βέρνησης νά τά κρατήση άπό τούς μιστούς σας, νά πλερωθούν οί άνθρωποι». Τότε στείλαμε καί ήρθαν οί κάτοικοι του χωριού καί πήραν τό πράμα τους καί πήρα απόδειξη άπό τούς ίδιους.
Τότε φέρνω εκείνους οπού γύμνωσαν τούς ανθρώπους εις τό ποτάμι, βάνω τούς αξιωματικούς άπό πέντε καί βάσταγαν τόν καθέναν. Έγώ έδερνα. Σήκωσα της πιστιόλες καί είπα· «Όποιος άπολύση άπό αυτούς όπου κρατούνε κανέναν, ή θέλει νά τούς 'περασπιστή, νά σιάση τ' άρματα του νά σκοτωθούμε· όχι νά γένουν ζώα οί άνθρωποι εις τό ποτάμι νά τούς περά­σουνε εις τό νώμον καί ύστερα διά τήν καλωσύνη νά τούς γυμνώσουνε!».
Τους έβαλα κάτου τούς τέσσερους καί τούς βα­στούσαν απλωμένους. Μέ τήν αράδα τούς έδερνα όλους όσο οπού τούς πάγαινε τό αίμα άπό τόν κώλον. Έγώ γίνηκα χερότερα άπό αυτούς· μάτωσαν τά χέρια μου έκαμα τόσες ήμέρες άστενής. Τότε τούς έβαλα εις τής προβιές, τούς πλέρωσα τά μηναία τους, τούς έδωσα καί τό διαβατήριόν τους· τούς άφησα είς τό χωριόν, όσο ν" αναλάβουν νά τούς συγυρίζουν. Άπό τότε σάς λέγω, αδελφοί αναγνώστες, ποτέ μου ώς τήν σήμερον άτιμον κι' άρπαγον άνθρωπον δέν είδα· κι' όπου πάνε άπό τούς ανθρώπους μου, τούς δέχονται οί κάτοικοι ώς αδελφούς τους.
Επεισόδια στο Ναύπλιο
Τό Σισινόπουλον τό πήγα είς τά Λαγκάδια. Μού είπε ό Κωλέτης νά τούς γυμνώσω καί ν' ακολουθήσω καθώς μού είπε κι' ό Σοφιανόπουλος κι' ό Γκούρας νά γίνουν τά μερίδια· όμως τ' άλογα τά καλύτερα θέλουν αύτείνοι. Του ύποσκέθηκα ότι θ' ακολουθήσω αυτό καί μέ μάλλωσε διατί ακόμα δέν τόκαμα. Τού είπα· «Είς τού Νταούλη τό χάνι είναι ένα ρέμα, εκεί τούς γυ­μνώνω· είναι δυνατός καί παράμερος τόπος». Μείναμε σύνφωνοι· πήρα τούς ανθρώπους. Άπ' όξω τ' Άνάπλι είπα καί δώσαν τ' άρματα τους τών άνθρώπωνέ τους καί μπήκανε μέσα εις τ' Άνάπλι ξαρμάτωτοι· καί τούς παρουσίασα είς τήν Κυβέρνησιν καί τούς είπα πού ήταν είς τ' ορδί τής Πάτρας καί πώς αδίκως κατατρέχονται· «κ' έγώ, τούς είπα, τούς ήφερα χωρίς νά τούςπειράξω. "Αν φταίνε, άς τούς κάμουν οί νόμοι δ,τι θέλουν». Τους ξηγήθηκα καί της οδηγίες όπούχα άπό τόν Γκούρα καί Σοφιανόπουλον. Αύτείνοι ό,τι μου είπανε δεν μου κακοφάνη· όμως ό Κωλέτης μέ ψύχρανε καί μ' άπόλπισε, ότι έτζι δέν θά κάμωμε νόμους. "Οτι οί νόμοι θά παλουκώσουν τους κακούς· καί κρίμα όπου σκοτωνόμαστε· κι' ανάθεμα τούς αίτιους τοϋ έφύλιου πολέμου καί της φατρίας, όπου κατάντησαν τό Έθνος σέ άχλιαν κατάστασιν.
Πήρα όλους αυτούς, τό Σισινόπουλον κι' αξιωματικούς, εις τό κονάκι μου καί συνκατοικούσαμε μαζί καί τρώγαμε. Είπα της Κυβέρνησης ότι έγώ σέ έφύλιον πόλεμον, καί νόμους φκειάνοντας, δέν ματαμπαίνω· μπεζέρησα· νά μου δώσουνε μίαν δια­ταγή νά πάγω εις Ρούμελη ν' αγωνιστώ διά τούς Τούρκους, είδε νά διαλύσω τό σώμα μου·
«ή βάλτε άλλον κ' έγώ κάθομαι ώς απλός πολίτης όμως διά έφύλιον πόλεμον διαταγή δέν μάτα άκούγω». Μου είπαν νά λάβουν σκέψη δι' αυτό· καί τό σώμα μου νά τό τοποθετήσω εις τά χωριά, εις τ' Άργος.
Τόν Κολοκοτρώνη καί συντροφιά του τούς πιάσανε όλους καί τούς στείλαν εις τή Νύδρα, εις τόν Άγιλιά. Φέραν καί τόν Γεροσισίνη.
Έγώ έλειπα εις τά χωριά μέ τό σώμα μου. Πιάνε; τόν Γεροσισίνη καί Σισινόπουλον ό άγιος Παπαφλέσιας υπουρ­γός (είδε ότι έλειπα έγώ) καί τούς βάνει 'σ ένα παλιοκάικον με χωρίς δούλο καί σκουτιά καί τούς στέλνει διά τή Νύδρα· πιάνε πρώτα καί τούς γυμνώνει αυτούς καί τούς αξιωματικούς τους.Τούς πήραν τό βιόν τους καί τ' άλογά τους· μου τό παράγγειλαν έμένα. Πήγα εις Άνάπλι, έμαθα αυτό· πήγα εις τήν Κυβέρνησιν της μίλησα χοντρά καί πατριωτικά· «Έγώ, τούς είπα, μικρός άνθρωπος δεν καταδέχτηκα νά γυμνώσω αυτούς, άλλά ξοδιάζω έξ ιδίων μου ώς αδελφός τους καί τούς έχω είς τό κονάκι μου· κι' αυτό τό κάνω, ότ' είναι ξένοι άνθρωποι έδώ, Εύρωπαίγοι όπου μάς παρατηρούν, καί θέλω νά βλέπουν ότι κι' όντως διψάμε διά λευτεριά καί νόμους· κι' όχι ότ' είμαστε άρπαγες». Τού κακοφάνη το Φλέσια καί των άλλουνών όπου δεν τούς άκουσα νά γυμνώσω τούς συναγωνιστάς, καί τούς γύμνωσε αυτός εμπρός είς τά μάτια τής Κυβέρνησης. Τότε, είναι ή αλή­θεια, ό Κουντουργιώτης δέν ήξερε αυτό καί διατάττει τόν Παπαφλέσια νά δώση πίσου τά ειδίσματα όλουνών τών ανθρώ­πων καί τόδωσε βρισές, όπου δέν τής έδινε του δούλου του. Κ' εύτύς τάδωσε όλα τά ειδίσματά τους. Καί πιαστήκαμε μέ τόν Παπαφλέσια οί δυό μας, όπου γενήκαμε άπό άσπρου. Κ' έπεσα σέ όλουνών αύτεινών τήν όργή.
Αναφορά στο Γκούρα και Ανδρούτσο
Όσα χρήματα πήγαμε έξω νά πλερώσουμε τούς ανθρώ­πους, οπού τά είχε ό κύριος Κωλέτης, έβαλε φύλακά τους τόν μπατζανάκη του Γκούρα τόν Κατζικοοτάθη, καί γιόμωσε τόν Γκούρα ό Κωλέτης λίρες· τού γιόμωσε τό δισάκκι του άπό αυτές κι' άπό τά λάφυρα του Νοταρά καί Σισίνη κι' άλλουνών. Τό ίδιον καί τόν Κατζικοοτάθη. Αφού τούς έκαμε αύτείνη τήν καλωσύνη ό Κωλέτης, τόν πουλημένον άνθρωπον κι' άρπαγον τόν έκαμε άρχηγόν νά πάγη άναντίον του Δυσσέως κι' ό Σοφιανόπουλος συνβουλάτορας. Αυτό μαθαίνει ό Δυσσέας, άλλο δεν είχε καταφύγιον νά σταθή εις την Ελλάδα, σηκώνεται καί πάγει εις τούς Τούρκους· καί γίνεται μέ τό στανιόν Τούρκος νά γλυτώση. Καθώς έκαμε ό Μαυροκορδάτος τόν Βαρνακιώτη κι' άλ­λους καί πήγαν είς τούς Τούρκους καί γλύτωσαν, έτζι πάγει κι' ό δυστυχής Δυσσέος. Ήρθε τούτες τής ήμέρες έδώ ό Γκούρας, γόμωσε τό δισάκκι του λίρες, επικύρωσε καί είς την Κυβέρνηση άλλες οχτακόσες χιλιάδες γρόσια, ότι κάνει νά λάβη άπό τήν Κυ­βέρνηση ακόμα, κι' άχώρια μουκατάδες Αθήνας, Φήβας, Λι­βαδειάς καί τά έξής. Κι' όλο τό φουσάτο όπού πλερώνει ποτές δέν είναι διακόσιοι πενήντα άνθρωποι· τόν έναν είς τήν πλε­ρωμή τόν κάνει δέκα.
Πήγανε άναντίον τού δυστυχή Δυσσέα. Ακούγοντας ότι έρ­χεται άναντίον του ό δικός του ό Γκούρας, τό παιδί του, όπού αυτός τόν δόξασε, μπιστεύτηκε καί βήκε καί παραδόθη είς τό παιδί του. Τόν πήγε είς τήν Αθήνα καί τόν σκότωσε. Τελείωσε πλέον ό κύριος ΚωλΈτης κι' άπό τόν τρίτον άντίζηλόν του. Δυσ­σέα Άντρίτζο, Αλέξη Νούτζο, Χρήστο Παλάσκα καί τούς τρείς τούς σκότωσε.
Ή Κυβέρνηση, όταν πήγαμε διά τούς άναντίους νά τούς πο­λεμήσουμε, μάς είπε, διά νά τούς αδυνατίσουμε, όσους ανθρώ­πους μπορέσουμε νά τούς τραβούμε άπό αυτούς καί νά τούς πλερώνωμε έξ ιδίων μας καί ύστερα μάς πλερώνει ή Κυβέρνηση καί τούς βαστάγει άπό τούς καταλόγους των άναντίων. Πήρα κ' έγώ καμπόσους τού Νοταρά ανθρώπους καί του Σισίνη. Ό Κουντουργιώτης πήγε είς τή Νύδρα κι' άφησε είς τό ποδάρι τουτόν Αναγνώστη Οικονόμο Νυδραίο. Του είπα νά μου δώση αυτούς τους μιστούς νά πλερώσω τούς ανθρώπους καί νά λάβω κι' ό,τι έδωσα. Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μόκανε· όμως νά του χαρίσω της πιστιόλες μου, ότι της λιμπίστη. Του παράγγειλα κ' έγώ νά του γαμήσω τό κέρατο, όχι θά του δώσω τ' άρματά μου, όπου τάχου άπό δεκαοχτώ χρονών παιδί. Τόν μούτζωσα καί δέν του ξαναμίλησα. Πήγε κι' ό Κωσταντής Λευκάδιος καί του ζήτησε τούς μιστούς, καί του πήρε τής πιστιόλες του. Κ' είχε ξύλινες 'σ τό ζουνάρι του· τόν ρώτησα καί μου τό είπε. Όρίστε κι' Αρβανίτικη αρετή. Ώς τώρα είχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη· ορίστε κι' Αρβανίτικη. Νά δικαιοσύνη, νά κυβερνήται τών νέων Ελ­λήνων!


ΠΗΓΕΣ:
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: