"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΛΙΤΣΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΤΗ ΓΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ...

Αντώνης Βλαχάκης - Καπετάν Λίτσας

Ο Αντώνης Βλαχάκης γεννήθηκε στη Μυρσίνη (Πάνιτσα) του Δήμου Γυθείου, στις 12 Οκτωβρίου του 1874. Το 1897 ως λοχίας πυροβολικού πολέμησε και τραυματίστηκε στα Φάρσαλα, στη μάχη του Δομοκού και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρα. Το Σεπτέμβριο του 1905 ήταν Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, απ’ όπου ζήτησε και έλαβε άδεια για σπουδές στη Γαλλία. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει την άδεια για το σκοπό αυτό, συγκρότησε εθελοντικό σώμα από 48 άνδρες και εισήλθε στη Μακεδονία, όπου και έδρασε με το ψευδώνυμο «Καπετάν Λίτσας» στη περιοχή των Καστανοχωρίων, από το Σεπτέμβριο του 1905 έως το Μάρτιο του 1906.

Στο χωριό Σαρίστανη ο Καπετάν Λίτσας συγκρούσθηκε με τους κομιτατζήδες του διαβόητου Μήτρου Βλάχου, ο οποίος παρόλο που του είχε στήσει ενέδρα, βρέθηκε σε δεινή θέση, αφού αυτό έπεσε στην αντίληψη του Καπετάνιου, γλίτωσε όμως μέσω ενός υπονόμου και μετά τη παρέμβαση του Τουρκικού στρατού. Η ενέργεια αυτή του Καπετάν Λίτσα έδωσε κουράγιο στους χωρικούς της Σαρίστανης που ζήτησαν και επανήλθαν στο Πατριαρχείο, απαρνούμενοι την Εξαρχεία που τους είχε επιβληθεί με τη βία των κομιτατζήδων.

Στις 1 Ιανουαρίου 1906 επιτέθηκε στο χωριό Έζερετς, το οποίο ήταν κέντρο συγκέντρωσης κομιτατζήδων και εκεί είχε καταφύγει ο διαβόητος Μήτρος Βλάχος, ο οποίος τραυματίστηκε στη μάχη που ακολούθησε, κατά την οποία οι απώλειες των κομιτατζήδων ήταν μεγάλες. Τη κατάσταση έσωσε και πάλι ο ερχομός Τουρκικού στρατού, που καταδίωξε το σώμα του Καπετάν Λίτσα, ο οποίος αναζήτησε καταφύγιο στην Ήπειρο και επανήλθε στα Καστανοχώρια μετά από ένα μήνα.

Επιστρέφει στην Αθήνα για την αναδιοργάνωση του αντάρτικου σώματος και μετά από ένα μήνα, τον Απρίλιο του 1906, επανέρχεται στη Μακεδονία με 85 εθελοντές, όπου αρχίζει και πάλι τη δράση του.

Κατά τη μάχη της Οσνίτσανης1 (σήμερα Καστανόφυτο) στις 7 Μαΐου 1906 έπεσαν ηρωϊκά ο Καπετάν Λίτσας, ο Καπετάν Λεωνίδας, οι Μανιάτες εθελοντές Παναγιώτης Ηλία Πετροπουλάκης, Πάνος Στεφανάκος, Παναγιώτης Γκιτάκος, Νικόλαος Κατζάκος και Γ. Σκοπετέας, όπως και οι Δ. Οικονόμου, Σ. Μάνδαλος, Δ. Σκλαβούνος, Ι. Τριανταφύλλου, Δ. Χελάκης και Σ. Νιμάς, ενώ τραυματίσθηκαν πολλοί περισσότεροι. Εκ μέρους του Τουρκικού στρατού σκοτώθηκαν 6 αξιωματικοί και 130 στρατιώτες, από τους 1200 άντρες που επιτέθηκαν εναντίον των Ελλήνων.

Πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός ότι η επίθεση του Ελληνικού σώματος έγινε κατά των κομιτατζήδων, αλλά κατά την πάγια τακτική τους, αυτοί ειδοποίησαν2 το Τουρκικό στρατό παριστάνοντας τους απλούς χωρικούς και ζητώντας προστασία από τους επιτιθέμενους Έλληνες.

Μετά από μερικές ημέρες οι διασωθέντες οπλαρχηγοί Λουκάς Κόκκινος και Βαγγέλης Βλάχος κινήθηκαν προς το χωριό Έζερετς, όπου είχαν καταφύγει οι προδότες της μάχης της Οσνίτσανης Βούλγαροι πράκτορες και επιτέθηκαν εναντίον τους, μετατρέποντας το χωριό σε στάχτες εντός δυο ωρών.

Η Πολιτεία τιμώντας τη μνήμη των νεκρών της Οσνίτσανης, καθιέρωσε με το υπ’ αριθ. 709/1960 Β.Δ. (Φ.Ε.Κ. 183) της 19.11.1960 να τελήται ετήσιο μνημόσυνο τη πρώτη Κυριακή του Μαΐου «Υπέρ των εν πολέμοις πεσόντων εν Καστανοφύτω Μακεδονομάχους». Το πρώτο μνημόσυνο έγινε στις 7 Μαΐου 1961.

Από το βιβλίο του Γ. Γιαννακάκου – Ραζέλου «Οι Εθελοντικοί Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν (1840-1940)» αναδημοσιεύουμε άσμα «..συντεθέν υπό του αγωνιστού του σώματος Ιωάννου Τσιμπιδάρου εκ Ξηρομερίου, αδόμενον εις όλην την περιφέρειαν των Καστανοχωρίων»:

«Σαββάτο βράδυ είμαστε κοντά σε μοναστήρι
κι’ ο Λίτσας ήτο σκεπτικός κι’ όλλο συλλογισμένος
τους αρχηγούς εκάλεσε και τον Πετροπουλάκη
να τοιμασθούνε τα παιδιά στον πόλεμο να πάμε
Βουλγάρους για να κάψουμε, ταμπούρια για να φάμε.

Την χαραυγήν κινήσαμε και πάμε στην Οσνίτσα
άϊντε Λίτσα μου καυμένε
και στον κόσμο ξακουσμένε
Λεωνίδα πονεμένε
και αητέ καμαρωμένε

Πρώτος ο Λίτσας έτρεξε μεσ’ στην φωτιά στα βόλια
και τ’ αρχηγού ο ψυχογιός και ο Καπετάν Λεωνίδας

-Πετροπουλάκη, φώναξε, του καπετάν Λεωνίδα
τα παραθύρια χτύπησε, να μην εβγούν Βουλγάροι
και ’γω θα βάλω τη φωτιά να κάψωμε τα σπίτια
ψυχή να παραδώσωμε με όλα μας τα ντέρτια.

Και ’συ Μακεδονία στα μαύρα να ντυθείς
γι’ αυτά τα παλληκάρια πώχεις στη μαύρη γη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: