"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Βαλτέτσι - Ζαράκωβα-Γράνα-Τρίπολη.

Άνοιξε ο πόλεμος του Βαλτετσίου. Τους δικούς μας τους πολιόρκησαν οι πέντε χιλιάδες. Ανοίγοντας το τουφέκι εφθά­σαμε και ημείς εις τες πλάτες των Τούρκων, ρίξαμε μια μπα­ταριά να εμψυχωθούν οι μέσα και οι μέσα εχάρηκαν και έρρι­ξαν κι εκείνοι, έρριξαν και οι Τούρκοι, έγινε κρότος μεγάλος. Οι Τούρκοι, οι εμπροστινές φύλαξες περίμεναν να φύγουν οι Έλληνες, καρτερώντας δύο ώρες και ακούοντας φρικτό πό­λεμο οπίσω, επείκασαν, ότι οι Έλληνες εκλείσθηκαν και πολεμάν. Ήλθαν και εκείνοι εις την πολιορκίαν των Ελλήνων, έπια­σαν ένα καταράχι δέκα μπαϊράκια και εμπόδιζαν την κοινωνία μας με τους μέσα. Ημείς οι οχτακόσιοι εδυναμώσαμε τον τό­πο, για να μη μας πάρουν τα οπίσθια οι Τούρκοι. Ο Κεχαγιάς εκαρτέρεσε και αυτός, δεν είδε τίποτες, ήλθε εις το Βαλτέτσι με δυο κανόνια. Πολεμούν οι Έλληνες οι κλεισμένοι. Έφθασε και ο Κολιόπουλος, έκλεισε τον Ρουμπή με τους πέντε χιλιά­δες, και δεν είχε ανταπόκριση με τους Τούρκους. Τους έβαλε (ο Ρουμπής) το κανόνι, πλην δεν τους έκανε ζημία.

Ο πόλεμος εστάθη σφοδρός όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι επρόσμεναν με τα ψηφώματα να αδειάσουν το Βαλτέτσι οι κλεισμένοι, και ημείς ακαρτερούσαμε να φύγουν οι Τούρκοι. Το βράδι παίρνω μερικούς και πάγω εις το καταράχι, όπου ήτον οι σημαίες των Τούρκων. Επήγα κοντά, τους τουφέκισα, με δίδουν τέσσερα τουφέκια - οι Έλληνες οπίσω δεν εκατάλαβαν: «Ζωντανούς θα σας πιάσω, εγώ είμαι ο Κολοκοτρώ­νης». - «Τι είσαι συ; - «Ο Κολοκοτρώνης!» - Άδειασαν τον τό­πο. Τότε εμβήκαμεν εις το Βαλτέτσι, εδώσαμε φυσέκια, ψωμί, ό,τι αναγκαία ήτον εις εκείνους. Εις τες δύο ώρες της νυκτός ήλθαν διακόσιοι εδικοί μας και έρριξαν μία μπαταριά' ενομίζαμε ότι είναι Τούρκοι, και ήτον Έλληνες. Εξενυκτήσαμε και τα δύο μέρη, ο ένας πώς θα φύγει ο άλλος, Εξημερώσαμε εις τον πόλεμο. Βάνω το κιάλι και τηράω, βλέπω τους Τούρκους εις ένα μέρος, ο Ρουμπής ήτον αποκλεισμένος. Την αυγή ο Κεχαγιάς έβαλε το κανόνι εις το ταμπούρι του Μπεηζαντέ του Ηλία. Το κανόνι προσπέρναε το ταμπούρι του Ηλία και έπερνε το ταμπούρι του Ρουμπή. Αν το χαμήλωνε, θα τον έπερνε.

Ο Ρουμπής εστενοχωρήθη να γυρίσει με γιουρούσι, ανά­μεσα των δύο ταμπουριών των Ελλήνων. Επείκασα ότι θέλει να φύγει, τον εζυγώσαμε κοντά. Κάνει γιουρούσι ο Ρουμπής - από την τρομάρα τους αφίνουν τουφέκια. Πέφτουν ανάμε­σα των δύο, του σκοτώνουν ως τριακόσιους, ημείς από πίσω. Επέσαμε από κοντά, επετάχτηκαν και οι κλεισμένοι Έλληνες, τους μάσαμε μπλαστοί, τους μονομεριάσαμε, τους ακολου­θούσαμε. Οι Έλληνες έπεσαν εις τα λάφυρα και εις τους σκοτωμένους και δεν ακολουθούσαν με προθυμία. Ο Νικητα­ράς έντεσε να είναι εις τα Βέρβενα με οχτακόσιους- έρχεται, δεν έφθασε εις ώρα, τους εκυνηγήσαμε έως που τους εβγά-λαμε εις τον κάμπο. Εκείνος ο πόλεμος εστάθη η ευτυχία της Πατρίδος. Αν εχαλιόμεθα, εκινδυνεύαμε να [μην] κάμομε ορ­δί πλέον.

Ο Μπεηζαντές εις το καταράχι, και εις την εκκλησιά άν­θρωποι του Μπεηζαντές' ο Μητροπέτροβας εις το άλλο κα­ταράχι' άλλο ταμπούρι είχαν οι Λεονταρίτες. Ο Κολιόπουλος είχεν αποκλεισμένο τον Ρουμπή. Όλοι ομού εκυνηγήσαμε τον εχθρό.
Δώδεκα, δεκατρείς Μαίου ήτον. Είκοσι τρεις ώρες εβάσταξε ο πόλεμος.
Εκείνη την ημέρα ήτον Παρασκευή και έβαλα λόγο, ότι: «Πρέπει να νυστεύσομε όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, και να δοξάζεται αιώνας αιώνων εωσού στέκει το έθνος, διατί ήτον η ελευθερία της Πατρίδος». Ο Κεφάλας και ο Παπατσώνης ήσαν εις την μάχη του Βαλτετσίου. Μετά τη νίκη του Βαλτετσίου οι Καρυτινοί επέστρεψαν εις τας θέσεις των, Χρυ-σοβίτσι και Πιάνα, και οι επίλοιποι εστάθηκαν εις το Βαλτέτσι.

Περάσοντας δέκα ημέρες η Μπουμπολίνα, ο Τσόκρης και ο Στάϊκος μ' έγραψαν να τους στείλω βοήθεια και έναν αρχη­γό, και τους έστειλα το Νικήτα με πενήντα από το ορδί του Χρυσοβιτσιού, πενήντα από το ορδί του Βαλτετσίου και πενή­ντα από το ορδί των Βερβένων, και έτσι επήγε εις τα Δολιανά, δια να πάρει και τους πενήντα από τα Βέρβενα. Εκοιμήθηκε το βράδι εκεί (Κωνσταντής Αλεξανδρόπουλος ήτον αρχηγός των πενήντα, Στεμνιτσιώτης). Οι Τούρκοι έκαμαν συνέλευση εις την Τριπολιτσά. Οι Μιστριώτες και Μπαρδουνιώτες επρόβαλαν: ωσάν δεν έκαμαν τίποτε εις το Βαλτέτσι να πάνε να χαλάσουν το ορδί οπού είναι εις τα Βέρβενα, και απεκεί να τραβήξουν δια τον Μιστρά. Έτσι εδέχθηκαν οι Τούρκοι την γνώμη ν αυτή, και εκίνησαν και επήγαν εις τα Δολιανά, δια να περάσουν να βαρέσουν το ορδί το εδικόν μας εις τα Βέρβενα. Ο Νικήτας μόλις είχε έβγει ένα κάρτο μακρυά από τα Δολιανά και του είπαν: «Τούρκοι έρχονται». Και αυτός γυρίζει οπίσω και πιάνει το χωριό, και τον έκλεισαν μέσα οι Τούρκοι. Άλλοι έκλεισαν τον Νικήτα και άλλοι εστράτευσαν δια τα Βέρβενα. Των Βερβένων το ορδί τους εκαρτέρεψε, και με πρώτη φωτιά εσκότωσαν ένα μπαϊρακτάρη και οι Τούρκοι εφοβήθηκαν και ετράπησαν εις φυγήν. Το ορδί των Βερβένων τους επήρε από κοντά. Αφού εζύγωσαν κοντά εις τα Δολιανά ετσάκισαν και οι Τούρκοι οπού πολιορκούσαν τον Νικήτα, και έτσι εβγήκε κι ο Νικήτας με τους ανθρώπους του, και τους εκατέβασαν έως τον κάμπο κυνηγώντας. Επήραν δύο κανόνια, εβδομήντα σκο­τωμένοι, και έτσι εμούδιασαν οι Τούρκοι και δεν εβγήκαν άλλη φορά δια εκστρατείαν (Μάιος).Ο Νικήτας ετράβηξε εις το Άργος, εχάλαε τα τζαμιά, τους μιναρέδες και μας έστειλε μολύβι, γιατί είχαμε έλλειψη από μολύβι και χαρτί, και επήραμε την Βιβλιοθήκην της Δημητσά­νας και άλλων μοναστηριών και εδέναμε φουσέκια. Μπαρούτι είχαμε, έκαμνε η Δημητσάνα. Του μπαρουτιού την υπόθεση την είχαν πάρει απάνου τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, και δια να δουλεύουν την μπαρούτη δεν επαίρναμε πολλούς Δημητσανίτες εις το στρατόπεδο, τους αφίναμε δι' αυτήν την δούλευσιν.

Σαν άκουσαν οπού εκάμναμε προόδους οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι, μας έστειλαν και πολεμοφόδια και πετσιά για τσα­ρούχια· μου τα έστελναν εμένα και εγώ τα έδινα οπού ήτον ανάγκη. Εγώ εσηκώθηκα μία νύκτα με τους Καρυτινούς, μετά τον πόλεμο των Δολιανών, και έπιασα τα Τρίκορφα ψηλά, και τους τζεπχανέδες τους είχαμε εις την Ζαράχοβα, οπού ήτον ένας δυνατός πύργος, και τες ζωοτροφίες και λοιπά. Εις την κορυφή των Τρικόρφων έφκιασα ταμπούρια, που ήτον η πρώτη φορά οπού εζυγώσαμε τόσα κοντά εις την Τριπολι­τσα, μισή ώρα ήτον μακριά. Τους φιλοτιμούσα να κατέβουν ομπρός, και τους ανέφερα το παράδειγμα του φιδιού. Βλέπο­ντας οι Τούρκοι, την αυγή, ότι εκάμαμε ταμπούρια κοντά τους, αγνάντια στην Τριπολιτσα, εβγήκαν και πολεμήσαμε έως δύο χιλιάδες, και ημείς τους αντικρούσαμε και τους εκυ­νηγήσαμε, και έτσι ακολούθησε πέντε-έξη ημέρες να έχομε πόλεμο κάθε ημέρα. Ημείς χίλιοι οχτακόσιοι είμεθα. Ο τόπος μας βοηθούσε πολύ, και οι Έλληνες άρχισαν να παίρνουν θάρρος, γιατί εκυνηγήσαμε τους Τούρκους και εις το Βαλτέ­τσι, και εις τα Δολιανά, και εις διαφόρους ακροβολισμούς. Όταν ο πόλεμος εβάσταε πολύ, μας ήρχετο μεντάτι από το Βαλτέτσι.
Είχα εκτελεστική δύναμη εις την επαρχία, και όποιος έφευ­γε από το στρατόπεδο τον έπιαναν, τον έδεναν και τον έστελναν οπίσω, του έκαιγαν το σπίτι. Ο Κανέλος Δελιγιάννης εφρόντιζε δια τες ζωοτροφίες και εγώ δια τον πόλεμο. Τόσον ενθουσιασμό άρχισαν να έχουν οι Έλληνες, οπού μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψεναν το ψωμί, και τα έφερναν με τα ζώα των εις το στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικό εις την Πιάνα, Aλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν, πότε από τα είκοσι, πότε από τα τριά­ντα, από τα σαράντα, από τα πενήντα το ένα, και τα έδιδαν με ευχαρίστηση τους. Ο Κυριάκος Τσόλης εχάρισεν εκατόν είκο­σι τραγιά εις το στρατόπεδο από την Ζαράχωβα. Είχαμε κιόλα στελμένα και τα εμάζωναν. Από ημάς επήραν παράδειγμα και τα άλλα στρατόπεδα και έκαμναν το ίδιο.

Μετά δέκα ημέρες έκαμα μία διαταγή και επαρακινούσα του Βαλτετσίου τα στρατεύματα να έλθουν εις τα Τρίκορφα, καθώς και το έκαμαν. Ήλθαν και έφκιασαν ταμπούρια αποπάνω από τον απάνου μύλο της Τριπολιτσάς. Ο Αναγνωσταράς, ο Ηλίας, οι Μεσσήνιοι όλοι, οι Λεονταρίτες, οι Σαμπαζιώτες, έως χίλιοι πεντακόσιοι. Τότε επαρακινήσαμε τους Τσάκωνας και Αγιοπετρίτες, οπού ήτον εις τα Βέρβενα και έπιασαν την θέσιν το Στενό. Εκεί έφκιασαν γράνες και ταμπούρια, επί κε­φαλής ο Ζαφειρόπουλος. Έβγαιναν οι Τούρκοι και έκαμναν ακροβολισμούς. Ο Γιατράκος ήλθε με τους Μιστριώτας. Οι Καλαβρυτινοί ήτον έως χίλιοι διακόσιοι εις το Λεβίδι, και τους έγραψα και ήλθαν εις την Πάνω Χρέπα. Ήτον εκεί ο Σωτήρ Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης, Πετιμεζαίοι, Σολιώτης, Λεχουρίτης και λοιποί καπεταναίοι των Καλαβρυτινών. Εις την Πάτραν διέλυσαν την πολιορκίαν διατί τους εχάλασαν ένα δύο φορές οι Τούρκοι.

Εις τον ακιρό οπού εκάμναμεν ημείς αυτά, έγραψαν οι Λαλαίοι του Γιουσούφπασια δια να τους υπάγει μεντάτι. Επήγε λοιπόν εκεί' επολέμησαν πολλοί εις του Λάλα, και εις αυτούς τους πολέμους εχάθη ο αδελφός του Κολιόπουλου, ελαβώθη ο Μεταξάς ο Ανδρέας. Οι Λαλαίοι εοηκώθηκαν με τες φαμε­λιές των και επήγαν ανέγγιαγοι εις την Πάτρα. Άδειασε το με­σόγειο της Πελοποννήσου. Τότε η Πάτρα εδυνάμωσε, και τα Καλαβρυτινά στρατεύματα έφυγαν από εκεί και ήλθαν εις βοήθεια μας στην Πάνω Χρέπα. Επήγα εις αυτούς, τους πα­ρακίνησα να φτιάσουν ταμπούρια εις το Περθώρι, δια να σφίξομε στενά την Τριπολιτσα. Αυτοί μου έβγαλαν ένα ψεύτικο γράμμα, ότι τάχα ήλθαν πολλοί Τούρκοι εις τα Μαύρα Λιθά­ρια, και έτσι, ανεχώρησαν και επήγαν έξη ώρες μακριά από την Τριπολιτσα. Ο Σωτήρ Χαραλάμπης εις του Γκόζη, και ο Ανδρέα Ζαΐμης εις το Μπακράτι. Οι Τούρκοι είχαν στενοχω­ρηθεί από τους Έλληνας.

Εις τες Καλτεζιές, επαρχία Μιστρά, έγινε συνέλευση από μέρος προυχόντων της Πελοποννήσου και το εύρηκαν εύλο­γο να φέρομε τον Μαυρομιχάλη, οπού ήτον εις την Καλαμά­τα. Επήγεν ο Κανέλος ο Δελιγιάννης και ο Πονηρός, τον επή­ραν από την Καλαμάτα, τον επήγαν εις την Στεμνίτσα και τον έκαμαν πρόεδρο της Γερουσίας, και έγραψαν εις την Ύδραν, εις τες Σπέτσες, εις την Επτάνησο. Εις την Ρούμελη η Δυτική Ελλάς είχε αποστατήσει τον Μάιο, και ημείς εκοιτάζαμε τη δουλειά μας. Κάθε ημέρα είχαμε ακροβολισμούς. Μέσα εις την Τριπολιτσά ήσαν δεκατέσσερες χιλιάδες άρματα και οχτώ χιλιάδες καβαλλαραίοι.

Τον Ιούνιο μήνα ήλθε ο Υψηλάντης εις το Άστρος και εσυνάχθηκαν όλοι οι άρχοντες της Πελοποννήσου, Ανδρέα Ζαΐμης, Σωτήρ Χαραλάμπης, Πετρόμπεης, Αναγνώστης, Δελιγιανναίοι και λοιποί, και εγώ, και επήγαμε να προϋπαντήσομε τον Υψηλάντη. Εις το ορδί άφησα τον Πάνο, υιόν μου, Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Γιατράκο, Μητροπέτροβα και λοιπούς. Τον εκαρτερέσαμε με παράταξη και έτυχαν και οι Σπετσιώτες προύχοντες εκεί και επήγαμε όλοι, και τον επήγαμε εις τα Βέρβενα. Εκεί ο Υψηλάντης εγύρευε να κάμει πράγματα, οπού δεν άρεζαν των αρχόντων και έτσι εφιλονίκησαν. Ο Υψηλάντης είχε μαζί του τον Βάμβα, Αναγνω­στόπουλο, Αντωνόπουλο, και μια πενηνταριά μαθητάς της Ευρώπης Έλληνας. Εκεί ήθελε να κάμει ως Επίτροπος του γενικού Επιτρόπου, οι άρχοντες δεν ηθέλησαν και έτσι ανεχώρησε δια την Καλαμάτα. Ο Αλέξανδρος Κατακουζηνός εί­χε σταλθεί εις την πολιορκία της Μονοβασίας. Εις τα Βέρβε­να ήσαν συναγμένοι έως πέντε χιλιάδες στρατιώτες. Αυτοί επήραν όλοι τα άρματα δια να σκοτώσουν όλους τους άρχο­ντας. Ήλθαν και μας πολιόρκησαν εις το κονάκι του Πετρόμπεη, όπου είμεθα όλοι συναγμένοι. Ήκουσα τον θόρυβο και ηθέλησα να έβγω έξω, ο Κανέλος Δελιγιάννης μ' εμπόδιζε, τους είπα: «Αφήσατε να έβγω, μήπως γένει αρχή και πέσει κανένα τουφέκι και τότε μας σκοτώσουν όλους». Εγώ οτρατιώτας δεν είχα τότες, εβγήκα έξω και ομίλησα: «Έλληνες, τι θέλετε; Ελάτε εδώ», και ευθύς έτρεξαν και με σήκωσαν εις τον αέρα. Μου λέγουν ότι: «Θέλομε να σκοτώσουμε τους άρχοντας, διότι μας έδιωξαν τον Υψηλάντη». Εγώ τους είπα «Ελάτε να σας ειπώ πρώτον και εγώ, έπειτα είμαι συμβοηθός σας να τους σκοτώσετε». Τους ετράβηξα τίρο τουφέκι εις μία βρύση όλους, και ανέβηκα επάνω εις μία πέτρα δια να ακούν όλοι, και τους είπα: «Διατί θέλομε τον χαϊμό μας μονάχοι μας; Ημείς ασηκώσαμε τα άρματα δια τους Τούρκους και έτσι ακουσθήκαμε εις όλην την Ευρώπη, ότι σηκωθήκαμε Έλληνες δια τους τυράννους, και στέκεται όλη η Ευρώπη ιδεί τι πράγμα είναι τούτο. Οι Τούρκοι όλοι είναι ακόμη απείραγοι εις τα κάστρα και εις τες χώρες, και ημείς εις τα βουνά, και αν σκοτώσομε τους προεστούς, θα ειπούν οι βασιλείς, ότι τούτοι δεν εσηκώθησαν δια την ελευθερίαν, αλλά δια να σκοτωθούν συνατοί τους, και είναι κακοί ανθρώποι Καρβονάροι, και τότε ημπορούν οι βασιλείς να βοηθήσουντον Τούρκο και να λάβομε ζυγό βαρύτερο από εκείνο οπού είχαμε. Γράφομε και έρχεται οπίσω ο Υψηλάντης και μην επήρε ο νους σας αέρα». Τότε τους ησύχασα.

Οι άρχοντες και ο Μαυρομιχάλης έστειλαν τον Αναγνω­σταρά και εγύρισαν οπίσω τον Υψηλάντη, και επήγε πάσα ένας εις την θέση του. Τότε επροσκύνησε η Μονοβασιά εις τον Κατακουζηνό. Επολιορκούσαν εκεί οι Μανιάται και οι Τσάκωνοι δια ξηράς, και δια θαλάσσης Σπετσιώτικα καράβια. Και μετ' ολίγας ημέρας επαραδόθηκε και το Νιόκαστρο. Επολιορ­κούσαν Μανιάτες, Αρκαδιανοί και Μεσσήνιοι δια ξηράς, και δια θαλάσσης Σπετσιώτικα καράβια.

Σαν επήγαμε εις τα Τρίκορφα, είπαμε του Πετρόμπεη να στείλει εις την Μάνη να φέρει βοήθεια, και απεκρίθηκε, ότι οι Μανιάτες δεν εβγαίνουν, αν δεν πληρωθούν. Τότε ήλθαν πε­ντακόσιοι Μανιάτες και τους επλέρωναν όλαι αι επαρχίες οπού πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, και η Καρύταινα ξεχωρι­στά επλήρωνε τρακόσιους Μανιάτες του Μούρτζινου. Εφέραμεν ένα κανόνι από τον Μιστρά και εκανονιτζάραμε την Τριπολιτσά από μακριά.
Εκείνες τες ώρες εκάθοντο οι άρχοντές μας εις την Ζαράκωβα, δεν ενθυμούμαι τώρα τι τους εζήτησε ο Υψηλά­ντης και οι άρχοντες δεν τον εδέχθηκαν. Το στράτευμα σαν το ήκουσε αυτό, αποφάσισε να υπάγει εις την Ζαράκωβα να τους σκοτώσει. Μου έκαμε μία αναφορά και μου έλεγε, ότι: «Οι άρχοντες δεν θέλουν να υπογράψουν εκείνο οπού ζητεί ο Υψηλάντης», και μου ζητούσαν την γνώμην μου δια να τους σκοτώσουν. Και εγώ τους αποκρίθηκα: «Μείνετε ήσυ­χοι και εγώ τελειώνω και τούτην την δουλειά». Εσηκώθηκα λοιπόν το μεσημέρι και επήγα εις την Ζαράκωβα, ηύρηκα τους άρχοντας, τους είπα: «Τι κάνετε; Κάνετε ό,τι κάνετε, υπογράψετε ό,τι σας ζητεί ο Υψηλάντης δια να τελειώσεικαι αυτός ο βρασμός». Και έτσι ετελείωσε και αυτό.
Την ημέρα του Αγίου Ηλία, τες 20 Ιουλίου, οι Τούρκοι ήλ­θαν εις ημάς και επήγαν εις τους Αγιοπετρίτας και Τσακώνους. Εκείνη η ημέρα ήτον δυστυχισμένη δια ημάς, εσκοτώθηκαν δεκαπέντε Αγιοπετρίτες και δέκα Μιστριώτες. Καθημε­ρινώς είχαμε πόλεμο από το μεσημέρι έως το βράδι και το βράδι τους εμβάζαμε μέσα. Εσιμώσαμε τόσο κοντά, οπού εφέραμε Κοσμίτες δια να φτιάσουν λαγούμι εις την μεγάλη τάπια της Τριπολιτσάς. Άρχισαν οι ζωτροφίες να ολιγοστεύουν στην Τριπολιτσά, και έδιωχναν τες ελληνικές φαμελιές από μέσα δια να μην τρώγουν το ζαερέ, και έτσι είχαμε κάθε ημέραν είδηση, τι έκαμναν και δεν έκαμναν μέσα οι Τούρκοι. Τους έφερναν εις το ορδί μου και τους εξέταζα. Νερό τους έλειψε, ερρίξαμε φλόμο εις τα τριγυρνά νερά.

Οι Έλληνες επήγαιναν έως εις τα τείχη της Τριπολιτσάς. Μια ημέρα έμαθα από έναν Έλληνα, ότι ο Κιαμήλμπεης ετοι­μάζεται με μια τρακοσαριά ή πεντακοσαριά δια να υπάγει εις την Κόρινθο και έμελλε ν' απεράσει από το Μύτικα. Εγώ σαν άκουσα αυτό (μολονότι ήτον ψέμμα), εγνοιάσθηκα και επήρα δέκα καβαλλαραίους και επήγα εις τον Μύτικα δια να ιδώ το στράτευμα, και αντί διακόσιους Τριπολιτσιώτες, οπού είχα διατάξει να μένουν εκεί, δεν εύρηκα παρά τριάντα. Τους ομί­λησα με τα χαράματα και ήλθαν, τους εμάλλωσα διατί ήτον τόσον ολίγοι, και αυτοί μου είπαν, ότι δεν ήτον άλλοι φερμέ­νοι και ήτον είκοσι ημέρες οπού εφύλαγαν εκεί. Ο Νταγρές με διακόσιους ανθρώπους ήτον εις τα Τσιπιανά και εις τες ράχες. Τότε τους έρριξαν μερικά τουφέκια, εκατέβηκαν και αυτοί και τους επήρα και επήγα εις το χωρίον Λουκά. Έπειτα επήρα τους διακόσιους του Νταγρέ και τους έβαλα εις τον Μύτικα αντίκρυ εις την Καπνίστρα και έφκιασαν ταμπούρια. Κοιτάζω την γην και ήτον εύκολο να σκαφθεί από του Μύτικα έως εις την πέρα μεριά της Καπνίστρας, όπου άφηκα τους στρατιώτας του Νταγρέ. Ήτον μακριά ένα μίλι, και το μισό ήτον γράνες αμπελιών. Τους λέγω: «Να φτιάσομε μια γράνα εδώ». Τότε έγραψα μία διαταγή εις τα Τριπολιτσιώτικα χωριά, να μαζωχθούν εβδομήντα έως διακόσιους και να σκάψουν μια γράνα (χαντάκι) και να ρίχνουν το χώμα κατά την Τριπολι­τσα, επειδή δεν ήλπιζα ότι θα περάσουν την άλλη μεριά της γράνας. Και εις τρεις ημέρες την έφτιασαν, την επήγαν έως τα ταμπούρια και την άφησαν εφτακόσια βήματα έως τη ρίζα του βουνού, οπού είχαν τα ταμπούρια. Το άφημα αυτό έγινε προς όφελος των Ελλήνων.

Ο Κεχαγιάς εις τρεις τέσσερες ημέρες με έξη χιλιάδες στράτευμα εβγήκε και επήγε κατά τα Δολιανά και γυρίζει έπειτα και πλακώνει τον Νταγρέ, και το χαλάν αυτό το ορδί'του εσκότωσαν είκοσι εφτά και είκοσι λαβωμένους. Οι Τούρ­κοι δεν είδαν τη γράνα, διατί ήτον νύκτα, μόνον είδαν την άκρην και είπαν: «Οι Γκιαούρηδες σύνορα κάμνουν, μοιρά­ζουν τη γη». Ο Νταγρές εκλείσθη εις μια σπηλιά με τέσσε-ρους. Ευθύς σαν ήκουσα τα ντουφέκια, εκατάλαβα ότι εκτύ-πησαν τον Νταγρέ και εκίνησα. Ειδοποίησα όλα τα ορδιά τα Καρυτινά να τραβούν κοντά μου, και εγώ εβγήκα με τον αγι-ουτάντε μου φωτάκο εις το Χωματοβούνι, καρσί (αντίκρυ) στο Μύτικα, και μια τρακοσαριά, οι ογληγορότεροι, τους έστειλα να πιάσουν τη γράνα και να πάνε εις βοήθεια του Νταγρέ. Επέρασαν αυτοί από κοντά ήλθαν άλλοι διακόσιοι, τους έστειλα και αυτούς, και ήλθαν Καρυτινοί χίλιοι.

Οι Τούρκοι οπού είχαν μείνει στην Τριπολιτσα, εβγήκαν κι επολεμούσαν δια να εμποδίσουν τους Έλληνας να έλθουν εις βοήθειαν. Οι στρατιώτες οπού είχα στείλει εκτύπησαν τους Τούρκους αποπάνω, και τους ετσάκισαν, και εγλύτωσαν τον Νταγρέ. Το μεγαλείτερο μέρος του τουρκικού στρατεύματος ευρίσκετο εις του Λουκά το χωριό, και εφορτωναν εξακόσια φορτώματα ζωοτροφίας. Ο Κεχαγιάς έστειλε τρακόσιους καβαβαλλαραίους δια να περάσουν την γράνα. Τους εβάρεσαν εδικοί μας και έπειτα τους άνοιξαν οι εδικοί μας και επέρασαν οι τρακόσιοι Τούρκοι' εσκότωσαν πέντε, λαβωμένοι δέκα, δεκαπέντε άλογα. Εγώ εδυνάμωσα τους Έλληνας. Τότε ξεκινά ο Κεχαγιάς με χίλιους. Οι Έλληνες εδιαμοιράστηκαν πλάτη με πλάτη, και ημείς εκτυπούσαμε τους Τούρκους οπού ήτον από το ένα μέρος και τους Τούρκους από το άλλο μέρος. Τους εκτύπησαν τους χίλιους. Εσκότωσαν μια πενηνταριά απ' αυτούς, και πολλοί λαβωμένοι, και πολλά άλογα. Έπειτα ή και το μεγάλο σώμα των Τούρκων με τα φορτώματα έως εξακόσια μουλάρια και άλογα με τους πεζούς και καβαλλαραίους. Τα φορτώματα τα είχαν εις την άκρη.

Οι Έλληνες οπού είχα στείλει εις βοήθειαν του Νταγρέ τους έφερναν πολεμώντας από πίσω κατάκαμπα. Κάμνει γιουρούσι και η περασμένη καβαλλαριά και η απέραστη. Σκοτώνουν ογδόντα καβαλλαραίους και όλα τα φορτώματα μεν εις την εξουσία των Ελλήνων. Οι Έλληνες εδόθησαν εις λάφυρα, και εγλύτωσαν οι Τούρκοι, διότι δεν τους επήραν κυνηγώντας. Επάσχισα με το σπαθί, με τες κολακείες διά να τους κινήσω, πλην δεν άκουαν, και έτσι εγλύτωσαν οι Tουρκοι. Εις αυτόν τον πόλεμο Τούρκοι ήσαν έξη χιλιάδες, οι περισσότεροι καβαλλαραίοι, Έλληνες ήσαν χίλιοι, όλοι Καρυτινοί. Ελαβώθη ο αδελφός του Κεχαγιάμπεη, Έλληνες δύο ,μά οι λαβωμένοι. Οι Τούρκοι πλέον δεν εβγήκαν από τα τείχη της Τριπολιτσάς, ήταν η ύστερή τους φορά, επολεμούσαν από τα τείχη, απελπίσθησθησαν δια να εύρουν πλέον ζωοτροφίας. Εις τας δέκα, δεκαπέντε Αυγούστου έγινε αυτός ο πόλεμος, ένας μήνας πριν παρθεί η Τριπολιτσά.
Επήγα μια νυκτιά και έπιασα του Μαντζαγρά. Εκάμαμε χα­ντάκια, και έκαμα και ήλθε ο Δημητράκης Δελιγιάννης με το σώ­μα του και έπιασε αυτό το χωριό, δέκα λεπτά μακριά από την Τριπολιτσα. Τα Τούρκικα άλογα άρχιζαν να αποσταίνουν, διότι δεν είχαν πλέον να φάγουν. Έστειλα τον Γενναίον και εμάζωξε Τσακωνίτες και Αγιοπετρίτες και τους έσμιξε με τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο και Γιωργάκη Τσάκωνα κι έπιασαν την Βουλιμή' δεν φθάνει το κανόνι εκεί -, παρομοίως έστειλα τον Κεφαλά με Μεσσηνίους κατά τον Άγιο Σώστη και εταμπουρώθη, και έτσι δεν τους αφίναμε με τελειότητα να σπαράξουν πλέον.

Οι Αρβανίτες άρχισαν να έχουν ομιλίες με ημάς. Αυτοί ήτον τρεις χιλιάδες και εκείνη ήτον η δύναμις της τουρκικής φρουράς. Με επρόβαλαν να τους αφίσω ν' απεράσουν και τους υποσχέθηκα, τους μεν Τούρκους εντοπίους να τους αφίσομε χωρίς τα άρματά τους και τους Αρβανίτας με τα άρ­ματα τους. Ομίλησα με τους άρχοντας, με τον Μαυρομιχάλη πρώτα και έπειτα έδωσα λόγον τιμής εις τους Αρβανίτες δια να αναχωρήσουν.

Κατά τον Ιούνιο μήνα, όταν επολιορκούσαμε την Τριπολι­τσά, εσήκωσα από τα Ντερβένια τον μακαρίτην Πάνο. Ο Πά­νος, ο Υψηλάντης, ο Γενναίος, ο Αποστόλης ήτον εις τα Βασι­λικά, επαρχία της Κορίνθου, διότι τους είπαν ότι ήλθαν Τούρ­κοι. Το στράτευμα εφτακόσιοι, με τον Υψηλάντην από την Αγία Ειρήνη αγνάντευαν τον στόλο που καίγει το Γαλαξίδι. Όταν επολιορκούσαμε στενά την Τριπολιτσα, έβγαιναν έξω οι πολιορκημένοι, στον πόλεμο τους πιάναμε, μεταξύ αυτών επιάσθη ο Χατζή Χρήστος, ο Κότσος. Οι Βούλγαροι ήτον σείζηδες, ως διακόσιους επιάσαμεν, ήτον χριστιανοί.

Εν ταυτώ άρχισαν οι Αρβανίτες να πραγματεύονται. -Ήτον ένας γραμματικός με τους Αρβανίτες, γραμματικός του Βελήμπεη και Αλμάσμπεη. Αυτός έκαμνε τον μεσίτην με τους Αρβανίτες να τους βγάλαμε. Οι επίλοιποι Τούρκοι μανθάνοντας το τραττάτο, ηθέλησαν να πάρουν μέρος και αυτοί Εβγαίνανε εις ένα μέρος, επήγαινε ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Δελιγιάννης, Κρεβατάς και άλλοι, και τους ελέγαμε, να αφήσουν τ' άρματα και να τους μπαρκάρομε όπου θέλουν. Εκείνοι έλεγαν: «Όχι, με τ' άρματα μας». Στέλνουμε στους Αρβανίτες, δια να εμπιστευθούν να εβγούν, τον Κολιόπουλο ως ενέχυρο. Βλέποντας οι Έλληνες, ότι θα πέσει η Τρίπολητσά, εμαζώχθηκαν είκοσι χιλιάδες (22 Σεπτεμβρίου). Καθώς εδοκίμασαν οι Αρβανίτες να φύγουν, επήδησαν οι Έλληνες μέσα από την τάπια του σεραγιού. Οι Αρβανίτες εβγήκαν έξω, επήραν τον Κολιόπουλο, ετράβηξαν κατά τον Μύτικα έως δυόμιση χιλιάδες. Μπαίνοντας τ' ασκέρι έβαλα τελάλη να μη σκοτώσουμε τους Αρβανίτες. Εβγήκαν ως δύο χιλιά δες, και μέσα εις την Τριπολιτσά έκοβαν.
Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Αρβανίτες κλεισμένοι εις τον πύργο δεν πείθονται εις την φωνή μου.

Εκεί που εβγήκα με τους Έλληνας, το πράγμα τους οι Aρβανίτες το είχαν στελμένο εις το τσαντήρι μου από ημέρας μπροστά τρεις. Πηγαινάμενος εκεί, δοκίμασαν οι Έλληνες να κτυπήσουν τους Αρβανίτες, εγώ τους είπα: «Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίτες, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορίξει εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα». Κι εμπήκα μπροστά με τους σωματοφύλακας μου, και εμίλησα των Αρβανιτών και ήρθαν ο Λιμάμπεης και ο Βελήμπεης, οι δύο αρχηγοί των Αρβανιτών, και τους εζήτησα δύο ενέχυρα, και τους έδωσα το πράγμα τους, δεκατρία φορτώματα. Εις το τραττάτο ήτον οι πρώτιστοι των Ελλήνων. Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής του. Επήρα τον Κολιόπουλο από τους Αρβανίτες και τους έδωσα τον Γιαννάκη Κο­λοκοτρώνη, Χρηστάκη και Βασίλη Αλωνιστιώτη.
Τον Κολιόπουλο τον ορδίνιασα με τριακόσιους ανθρώ­πους να τους ξεβγάλει. Έτσι τους επήρε εις τα Καλάβρυτα και εις την Βοστίτσα, και ο Κολιόπουλος εγύρισε οπίσω. Το ασκέρι οπού ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες τριά­ντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό. Έτσι επήρε τέλος. Τελάλη, να παύσει ο σφαγμός.
Του Σεχνετζίμπεη η φαμελιά έμεινε μ' εμέ, εικοστέσσεροι άνθρωποι. Τον Κιαμήλμπεη τον επήρε ο Γιατράκος ' ο Κεχα­γιάς έμεινε αιχμάλωτος με τα χαρέμια και τα περίλαβε ο Πετρό μπεης.
Μετά την νίκη του Βαλτετσίου του είχα γράψει ένα γράμ­μα και του έλεγα ότι: «Σ' ενόμισα τακτικόν και ήλθες κλέφτικα να πολεμήσεις. Μανθάνω ότι κάνεις προσκυνοχάρτια εις τους Ρωμαίους, δεν είναι καιρός τώρα δια τους Τούρκους να δίνεις προσκυνοχάρτια, αλλά είναι των Ελλήνων καιρός να δί­νουν εις τους Τούρκους, και ελπίζω να σου δώσω ράγι, αν γλυτώσεις, να πας εις τον τόπο σου. Βάστα όσο μπορέσεις και καλήν αντάμωσιν εις το σαράγι σου». Και ο Θεός το ήφερε και εσμίξαμε εις το σαράγι. «Ήμουν σκλάβος εις τους Ρούσσους, έλεγε ο Κεχαγιάς, καλλίτερα να χαθώ εις τους Έλληνας, αλλού θα με στείλει ο Σουλτάνος να χαθώ». - «Μη φοβάσαι, δεν φονεύομε όσους επροσκύνησαν». Τους επαραδώκαμε εις την φύλαξη των Μαυρομιχαλέων. Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσα, με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα. «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί», και διέταξα και τον έκοψαν. Επαρηγορήθηκα και δια τον σκοτωμό των Τούρκων. Όταν εκίνησα δια να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν η καρδιά των Ελ­λήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο. Από βουνό εις βουνό είχα τουφέκια με φωτιές και εις ολί­γες στιγμές έδιδα είδησιν εις τα μακρινά στρατεύματα. Μία φορά εις τα Τρίκορφα ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος από το Ζυγοβίστι, τον οποίον είχα γραμματικό τότε, με ήβλεπε οπού αγωνιζόμουνα εις τας 24 ώρας. Εις τας 20 επήγαινα εις την τέντα μου και έτρωγα ολίγο ψωμί. Μου είπε: «Αϊντε Κολοκο­τρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου, και η Πατρίς σου θέλει σε ανταμείψει». Εγώ του απεκρίθηκα ότι: «Εμένα η πατρίς θα πρωτοεξορίσει», και η τύχη το ήφερε και αλήθευσα. Είχαμε σχέδιο να προβάλομε εις τους Τούρκους της Τριπολιτσάς να παραδοθούν, και έτσι να στείλομεν ανθρώπου μέσα να μαζευθούν όλα τα λάφυρα, και έπειτα να τα διαμοιράσουν κατ' αναλογίαν εις διαφόρους επαρχίας και να βγάλουν δια το έθνος, αλλά ποιος ήκουσε. Η Καρύταινα από τη αρχήν της πολιορκίας της Τριπολιτσάς έως την πτώσιν της έδωσε σαρανταοχτώ χιλιάδες σφαχτά και εράνους από του ευκατάστατους.
Πηγές:
Θ. Κολοκοτρώνη -Απομνημονεύματα

Δεν υπάρχουν σχόλια: