"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Η πορεία του Κολοκοτρώνη από την Καρδαμούλα στην Τριπολιτσά.

ΤΕΛΟΣ πάντων, το μυστήριον της Εταιρίας άρχισα να διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους, και καλούς και κα­κούς, και εβιασθήκαμε να κινήσομε μίαν ώραν αρχήτερα την επανάσταση. Ο Ντιόγος το εμαρτύρησε εις τον Αλή πασά. Έτσι λοιπόν εις τας 3 Ιανουαρίου ανεχώρησα από την Ζάκυνθον και εις τας 6 Ιανουαρίου έφθασα εις την Σκαρδαμούλα, εις του πατρικού μου φίλου καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου. Το κίνημα μας έγινε εις τας 22 Μαρτίου, εις την Καλαμάτα. Από τας 6 του Ιανουαρίου, έως εις τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα εις την Μάνην να ενώσομε διάφορα σπί­τια Μανιάτικα κατά την συνήθειάν τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώ σαμε. Έστειλα και εις τας επαρχίας της Μεσση­νίας, Μιστράς, Καρύταινας, Φαναριού, Λεο νταριού, Αρκα­δίας, της Τριπολιτσάς, και ήλθαν εκεί οπού ευρισκόμουν, και τους έλεγα, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθεί εναντίον των Τούρκων των τοπι­κών, και να τους πολιορκήσουν εις τα διάφορα φρούρια, κα­θώς οι Αρκαδιανοί να πολιορκήσουν το Νεόκαστρο, οι Μοθωναίοι την Μοθώνη και ούτω καθεξής.
Αφού επροετοιμάσαμε και συναγροικήθημεν, ο Ζαΐμης με τους άλλους, αναγκασμένοι να υπάγουν εις την Τριπολιστά ή να μείνουν έτσι, εκτύπησαν τον Βοϊβόδα των Καλαβρύτων. Οι Τούρκοι με έμαθαν ότι ήλθα και με ενόμιζαν ότι ήλθα με πέ­ντε με έξη χιλιάδες, εγώ ήμουν με τέσσερους. Ήλθαν Αρκα­διανοί και Μιστριώται Τούρκοι με ραγιάδικα σκουτιά ενδυμένοι, και ήλθαν να ιδούν με πόσους ήμουν, και εγώ έπαιζα τες αμάδες και εγύρισαν οπίσω και έλεγαν, ότι: «Ευρήκαμε ένα γέρο και έπαιζε τες αμάδες». - Επήγα εις τον Μούρτζινο, ως φίλο μου πατρικό. Ο Μαυρομιχάλης είχε το όνομα Μπέης, αλλ ο Μούρτζινος είχε τη δύναμη εις την Μάνη. Ερωτήθη τό­τε ο Μαυρομιχάλης δια τον ερχομό μου, και αυτός απεκρίθη, ότι εδυστύχησε εις την Ζάκυνθο και ήλθε εις τη Μάνη δια να τον βοηθήσουν οι φίλοι του και να επιστρέψει οπίσω. Και εις αυτό εφέρθηκε πολλά καλά, αλλά δεν είναι αληθινό ότι με επρόδωσε εις τους Τούρκους. Δε είχε την δύναμιν να το κά­μει και αν ήθελε, και εκτός της φιλίας οπού είχαμε με τον Μούρτζινο, είναι συνήθεια εις τη Μάνη να υπερασπίζονται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των.

Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους εις την Κα­λαμάτα, τον Αρναούτογλη, σημαντικό τούρκο της Τριπολι-τσάς. Είμεθα δύο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος· Δυτική Σπάρτη. Εκατό ήτον οι Τούρκοι μεινεμένοι, ως δέκα χιλιάδες η φήμη τους μεγάλη. - Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζανετάκης με την Κακαβουλιά εκινήθη δια τον Μιστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μιστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει υποψία, επροσκάλεσαν τους προεστούς και Δε­σποτάδες, και αυτοί επήγαν. - Ήτον έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται, αφού επήραν λάφυρα, προ­χωρούν και πολιορκούν την Μονοβασια. Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευση, πόθεν να πρωτοκινήσομε τα στρατεύμα­τα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μην βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστια­νούς. Εγώ δεν εστρέχθηκα, είπα να πάμε εις την πάλαιάν Αρ­καδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Τότενες τους είπα: «Εάν μου δώσετε βοήθεια από τούτο το στράτευ­μα, καλώς, ειμή αναχωρώ να υπάγω εις το κέντρο». Είχα λά­βει γράμμα από τον Κανέλο, μ' επροσκαλούσε, ότι είχε δέκα χιλιάδες άρματα, και να έμβω επί κεφαλής. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες. Έλαβα διακόσιους από αυτόν και εβδομή­ντα από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με τριάντα εδι­κούς μου εγενήκανε τριακόσιοι, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα. Οι Ανδρουσιανοί Τούρκοι, τριακόσιοι εξήντα άνδρες, μανθά νοντας ότι είμεθα ασκέρι φεύγουν, πά­νε στα κάστρα της Μεσσηνίας. Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες, οπού όλοι με τας εικόνας έκαναν δέηση και ευχαριστήσεις. Μου ήρχετο πότε να κλαύσω... από την προθυμίαν που έβλεπα. Ιερείς έκαναν δέηση. Εις τον ποταμό της Καλαμάτας ανασπασθήκαμε και εκινήσαμε.

Τας 24 τον Μάρτη 1821 εφθάσαμε εις ένα χωριό της Μεσ­σηνίας, Σκάλα λεγόμενον, που είναι καμμιά πενηνταριά οικο­γένειες. Όσοι άνδρες ήτον, τους έστειλα πεζοδρόμους, και τους έλεγα: «Σύρτε στα κάστρα, πολιορκήσετε, και σας προφθάνω με τρεις χιλιάδες» - στρατήγημα. Την αυγή εξημέρω­σε εις τες 25 του Ευαγγελισμού. Έμαθαν εις το Λεοντάρι ότι εβγήκα με τόσες χιλιάδες Μανιάτες, παίρνουν τα ζώα των ρα­γιάδων και ανεχώρησαν δια την Τριπολιτσά. Κινώντας από την Σκάλα, έρριξα καμμιά χιλιάδα τουφέκια, τρεις μπαταρίες δια να τ' ακούσει ο κόσμος, να σηκωθεί κατά την παραγγελίαν. Ακούοντες οι Γαραντζαίοι τα τουφέκια, εσκότωσαν τους κεχα­γιάδες, αυτοί ήθελαν να φύγουν, και έγινε αρχή του σκοτω­μού. Εκίνησα να έβγω εις το Δερβένι του Λεονταριού δια την παλαιά Αρκαδία. Απαντάω ένα μεζίλι από τους Έλληνας και μου λέγει, ότι οι Λεονταρίτες έφυγαν και επήγαν ίσια στο Φραγκόβρυσο και snr α εγύρισαν πίσω, και έκοψαν δύο τρεις Έλληνες. Εβδομήντα καβαλλαραίοι ήτον. Είπα: Τρέξετε να τους κλείσετε και έφθασα οπίσω εις το Λεοντάρι».

Την ίδια ημέρα του Ευαγγελισμού συνάζονται οι Φαναρίτες, λέγουν εις τους Τούρκους να τραβηχθούν εις την Τριπολιτσά, διατί δεν ηξεύρουν τι είναι. Μαζώνονται Φαναρίτες και Μουντριζάνοι κι άλλοι μουρτατοχώρια αριθμός των χίλια εφτακόσια τουφέκια. Εσυνάχθησαν απέξω από την Αδρίτσαινα δύο ώρες, σε μια βρύση, Σουλτίνα λεγόμενη, είχαν τρεις χιλιάδες ζώα των ραγιάδων μαζί τους. Την ίδια ημέρα οι Αρκαδιανοί (της θαλάσσης) σινάζονται ολίγοι, και ο Πρωτοσύγκελος και άλλοι παρακινούν τους Τούρκους να τραβηχθούν εις τα κάστρα, και τους έδωσαν ζώα, τους ξέβγαλαν ίσια με το Νιόκαστρο και εκεί τους πολιόρκησαν, αφού εσυνάχθη σαν και από άλλες επαρχίες. Επολιόρκησαν Ναυαρίνο, Μοθώνη και Κορώνη. Επήγαν και Μανιά τες. Οι Ανατολικοί εις την Μο­νοβασιά. Οι Καλαβρυτινοί και οι Πατραίοι και οι Κοστιτσάνοι πολιορκούν την Πάτρα και Καστέλι. Ήτον αρχηγοί Ζαΐμης, Σωτήρης Χαραλάμπης, Ανδρέας Λόντος και λοιποί. Ο Σισίνης με τους Γαστουνέους και οι Πυργιώτες με τον Βιλαέτη εβάρεσαν τους Γαστουνέους Τούρκους. Και αυτοί κλείονται εις το Χλουμούτζι (Καστέλ - Τορνέζε). Μανθάνοντας τούτο οι Λαλαίοι, υπάγουν, τους παίρνουν από το Χλουμούτζι με τες φα­μελιές τους, και τους επήγαν εις του Λάλα.

Τότε τα νησιά έκαμαν προκλαματσιόνες: να μη έβγει κα­νείς από τα νησιά εις βοήθειαν των Ελλήνων. Ζακύνθιοι κρυφίως έφευγαν, χωριάτες και χωραΐτες, και έγιναν συμβοηθοί των κινδύνων, και το πράγμα τους το εδημευσαν τόσο και οι Μεταξάδες με άλλους πολλούς Κεφαλονίτας κρυφίως εβγήκαν εις την Γαστούνη και τους δήμευσαν το πράγμα τους. Η Δυτική Ρούμελη (η Τούρκικη), τότε είχε την σκοτούρα του Αλή πασά, γιατί οι Σουλιώτες έπιασαν το Σούλι. - Η καταδρο­μή κατά του Αλή πασά μας βοήθησε πολύ. Έπρεπε πρώτα να πάγει αυτός, ήτον μεγάλο θηρίο. - Η Ανατολική Ελλάς, ο Οδυσσέας, Γούρας, Διάκος και Πανουριάς εκίνησαν ενταυτώ το τουφέκι εις την Ανατολική Ελλάς (Απρίλιος).

Οι Σπέτσες επρωτοσηκώθηκε' έστειλαν εις την Ύδρα, και οι Υδραίοι δεν ήτον ακόμη σηκωμένοι. Οι νοικοκυραίοι δενήθελαν να σηκωθούν. Ο Κουλοδήμας, καπετάν Αντώνης και ο Γκίκας του Θ. γαμβρός του Μιαούλη και ο Πέτρος Μαρκέζης, εσυνώμοσαν με τον λαόν και είπαν των αρχόντων: «Ή σηκώνεσθε και εσείς, ή θα βάλομε φωτιά να σας κάψομε, μόνον ορδινιάσθε τα καράβια σας». Τους υποχρέωσαν, έδωσαν γρόσια και εβγήκαν. Τα Ψαρά εκίνησαν αυτοθελήτως, και η Σάμος.

Εγώ εις τας 25 οπού εκίνησα από τη Σκάλα, βγαίνοντας εις το Δερβένι του Λεονταριού, απάντησα ένα πεζόδρομο σταλμέ­νο από τον Βασίλη Μπούτουνα Καριότη, και μου έγραφε, ότι: «Οι Τούρκοι της Καρυταίνης και ο Βόϊβοδας του Ιμπλακίου Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθηκαν εις το παλιόκαστρο της Κα­ρύταινας. Και δύο προεστοί της Καρύταινας, ο Σπήλιος Κουλάς και ο Μιχάλης, δεν ήτον εις την Εταιρία μπασμένοι και δεν ήξευραν τι εγίνετο, και επαρακίνησαν τους Τούρκους να μη φύ­γουν, αλλά να μείνουν εις το κάστρο. Ο κάμπος της Καρύται­νας δεν ηθέλησε να πιάσει τα άρματα». Έτσι μ' έγραφε αυτός.

Εγώ δεν έλειψα να κάμω μία προσταγή, και επάτησα τη βούλα μου: «Όποιο χωριό δεν ήθελε να ακολουθήσει τη φωνή της Πατρίδος τσεκούρι και φωτιά». Μανθάνοντας ότι εβγήκα εις το Δερβένι, οι εβδομήντα καβαλλαραίοι ευθύς αναχώρησαν δια την Τριπολιτσά. Εγώ επήγα σε ένα χωριό Τετέμπεη, ανάμε­σα Λεοντάρι και Καρύταινα. Οι Μανιάτες μου είπαν: «Να πάμε εις το Λεοντάρι»· τους είπα: «Να πάρομε χαλκώματα;» - Την αυγή εξημέρωσε, στες 26, έρριξα χίλια τουφέκια. Έκαμα να πάγω εις την Καρύταινα, να ακαρτερεσω τους Φαναρίτας και τους Καρυτινούς, και ακούοντες τες μπαταρίες ο κόσμος εκινήθηκαν όλοι. Εις τον δρόμο απάντησα ένα γράμμα του Βασίλη Μπούτουνα, και μου έλεγε: Ιδές το γράμμα των Φαναριτών που κάθονται εις την Σουλτίνα. Το έγραφαν εις τους Καρυτινούς Τούρκους, και έγραφε το γράμμα, ότι αύριο περνάμε δια Τρι­πολιτσά, είμεθα τόσοι ετοιμασθήτε να ενωθούμε. Εβγήκε ο Κολοκοτρώνης με τόσες χιλιάδες Μανιάτες. Ο Βασίλης είχε σκο­τώσει τον Τούρκο εις το γεφύρι της Καρύταινας που είχε το γράμμα. Βλέποντας το γράμμα εκίνησα να πιάσω τον τόπο, που ήθελαν να απεράσουν οι Φαναρίτες. Βγαίνοντας αγνάντια εις την Καρύταινα οι Τούρκοι και βλέποντας τα μπαϊράκια, και μη ξεχωρίζοντας το σταυρό, έλεγαν ότι είναι Τούρκοι, και πάμε μεντάτι. Εγώ ετράβηξα έναν τόπο στενό. Έλεγα ότι θα απερά­σουν την ίδια ημέρα δια να τους κτυπήσω. Εμήνυσα χωριατών που ήτον εις το στενό εκείνο, να μου ειπούν δια τους Τούρκους τους Φαναρίτας, και μου είπαν: «Δεν έχουν είτε είδηση· εις την βρύση κοιμούνται απόψε και ταχύ θ' απεράσουν». Κι έγραψα έναν τεσκερέ ενός Ανδριτσάνου, Παναγιώτη Γιατρόπουλου να κινήσει τα άρματα, να τους φέρνει αποπίσω και εγώ τους καρ­τερώ απεμπροστά. Σαν είδα, ότι οι Τούρκοι δεν ήτον την ημέρα εκείνη δια κίνημα, επήρα την χώρα της Καρυταίνης, και έκλεισα τους Τούρκους εις το κάστρο (ημέρα 26). Στις 27 εσηκώθηκα χαραυγή, με τα χαράματα, και άφηκα τους Καρυτινούς κπμμιά δεκαπενταριά νομάτους, κι εγώ έπιασα το στενό. Την ίδια νύ­κτα, που ήμουν εις την Καρύταινα μου ήλθε είδησις από τον Παναγιώτη Γιατρόπουλο, ότι: «Στείλε μας στράτευμα, διατί ημείς δεν εσυναχθήκαμε ακόμα» - παλιανθρωπιά.

Την αυτήν ημέραν που εκίνησα, ήγουν 27, με έφθασε ένας ντεσκερές του μακαρίτου του Μπεηζαντέ Ηλία, ότι έφθασε με διακόσιους Σπαρτιάτας εις το Λεοντάρι, και του έγραψα, ότι να φθάσει γλήγορα, γιατί σήμερο έχομε τουφέκι. Από εκεί οπού του έγραφα έως εις το Λεοντάρι είναι τέσσερις ώρες τραβηκτές, και κατά τύχη έντεσε παλιάνθρωπος ο πεζός και δεν επήγε, που να φθάσουν εις τον πόλεμο. Κι εγώ επήγα εις το στενό, εις τον Άγιο Αθανάσιο. Την αυγή εξαγνάντησε το στράτευμα το Φαναρίτικο (οι Τούρκοι) μία ώρα αλάργα, και ο τόπος στενός, και φορτώματα, και εκρατούσε δύο ώρες ο μά­κρος τους, η σειρά τους, και βλέποντας μας ευθύς εμβήκαν το τουφέκι ομπροστά δια να πολεμήσουν, και ημείς είχαμε τα­μπούρια και επολεμήσαμε έξη ώρες. Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε ένα πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα: Τριακόσιοι ήτον οι πρώτοι, χίλιοι εφτακόσιοι οι Τούρκοι. Από τες έξη ώρες έσωσαν τα φουσέκια τους, ελαβώθηκε ο Βοϊδής, ο Δουράκης, εσκοτώθηκαν πέντε - έξη. Εις το μεσημέρι έσωσαν τα φουσέκια. Μου λένε το στράτευμα, να τους ανοίξομε - όμως τα Κολιόπουλα ήτον έξη ώρες μακρυά εις το ποτάμι του Ρουφιά, εις χωριό Τζούκα, εφύλαγαν δια τους Λαλαίους. Ακούο­ντας το τουφέκι, εκίνησαν, πλην δεν έφθασαν (είχαν τετρακό­σιους) εις την ώραν, αλλ' έπειτα από μισή ώρα. Οι Τούρκοι εσκοτώθηκαν δεκαπέντε, επολεμούσαν με καρδιά, διότι είχαν το βιο τους και τες γυναίκες τους. Αν έφθαναν τα Κολιόπου­λα, ο Γεωργάκης και ο Δημήτρης, ήθελε χαλασθούν οι Τούρ­κοι. Επήραν οι Τούρκοι τη θέση μας. Ακούοντας την μπατερία των Κολιαίων, εβγήκαν αγνάντια να ιδούν. Βλέποντας ότι μας έρχεται μεντάτι, τότενες οι Σπαρτιάτες επήραν τους λαβωμέ­νους και έμεινα με πολλά ολίγους. Ακούοντας την μπατερία εφράξαμε τον τόπο να μην περάσουν οι Τούρκοι από το γεφύ­ρι, με είκοσι ανθρώπους. Εκούναγα το μπαϊράκι δια να με γνωρίσουν τα Κολιόπουλα, είχε πιασθεί ο λαιμός μου από τες φωνές της ημέρας. - Οι Τούρκοι βγαίνουν εις βοήθεια από το κάστρο, διώχνουν εκείνους που ήτον στη χώρα. - Κυνηγούμε τους Τούρκους με τα γυναικόπαιδα, πεντακόσιες ψυχές εχάθηκαν εις το ποτάμι της Καρύταινας, μην ημπορώντας ν' απε­ράσουν από το γεφύρι, το οποίον το είχαμε πιασμένο. Οι Έλληνες έπαιρναν τα ζώα, τα άτια όλα λαβωμένα. Δεν τους εχώραε το Καστράκι, και ήτον απέξω σαν το μελίσσι (η πρώτη νίκη κατά Τούρκων - των Καλαβρύτων πρώτα).

Ημείς τους επολιορκήσαμε. Μετά το εσπέρας έφθασε και ο Ηλίας Μπεηζαντές από το Λεοντάρι. Στες 28 ήλθε και ο Κανέλος με διακόσιους Καρυτινούς. Ο Αναγνωσταράς και ο Παπαφλέσσας εκίνησαν δια την Αρκαδία με πεντακόσιους ανθρώ­πους. Σαν οι Αρκαδιανοί ήτον φευγάτοι, εγύρισαν και ήλθαν εις την Καρύταινα με χίλιους. Σε δύο ημέρες εγινήκαμε έξη χι­λιάδες. Οι Τούρκοι οπού ήτον κλεισμένοι, άφησαν τα ζώα τους έξω, τα πήραν οι Έλληνες. Δεν είχαν νερό, τροφάς. Τον Νικη­ταρά, τον είχα σταλμένον με εκατό νομάτους εις το Φραγκόβρυσο, εις την Τριπολιτσά, δύο ώρες απέξω. Εκείνες τες δύο ημέρες οπού εσυνάχθημεν, ο Μουσταφάγας ενδύνει δύο Τούρκους ραγιάδικα, τους δίνει πεντακόσια γρόσια· επήγαν εις την Τριπολιτσά δια να έλθει μεντάτι και να τους πληρώσει όλους, όσοι έλθουν εις βοήθειάν τους. Έξω βγαίνοντας οι πε­ζοδρόμοι δύο ώρες, τους εκατάλαβαν άνθρωποι, πλην δεν τους έπιασαν. Δίδοντας το γράμμα ορδινιάσθηκαν δύο χιλιά­δες, και ήλθαν βοήθεια των Καρυτινών και Φαναρίτων. Εγώ, σαν έμαθα τους πεζοδρόμους, υποπτεύθηκα ότι θα ερθεί με­ντάτι. Έκαμα ευθύς συνέλευση εις το στρά τευμα, έδωκα γνώ­μη να πάει ο Αναγνωσταράς με δύο χιλιάδες εις του Σάλεσι, μακρά απ' την Τριπολιτσά τέσσερες ώρες και τέσσερες από την Καρύταινα, να εμποδίσει το μεντάτι αν κινήσει από Τριπο­λιτσά, αν δεν ημπορέσει να τους βαστάξει, να έλθει οπίσω, - να πάρουν φόβο οι Τούρκοι οπού να μην προσπεράσουν κατά την Καρύταινα. Αυτός μου αποκρίθηκε: «Δεν κάνει να χαλάσομε το ορδί, οπού είμεθα συναγμένοι». Τους είπα άλλη μία γνώμη: «Να πάρω εγώ πεντακόσιους...». Με αντέσκοψεν. Έτσι έμεινε το πιάνο εκείνο. Τους Τούρκους τόσο τους εστονοχωρήσαμε, οπού δεν ημπορούσαν να έβγουν ένα αχνάρι.
Την άλλην ημέρα ξημερώνοντας, Απριλίου Ή, εβγήκε το μεντάτι από την Τριπολιτσά, και εβγαίνουν εκεί οπού έλεγα να πάγει ο Αναγνωσταράς, και βάνουν φωτιά αγνάντια. Βλέποντας τες φωτιές, λέγομεν: «Το μεντάτι είναι». Έστειλαν δια να έβγουν καταπατητάδες, αυτοί επήγαιναν και απόκριση δεν μας ήφερναν. Επείσμωσα και τους είπα: «Να πιάσουν τρία κα ταράχια, δια να καρτερέσομε τους Τούρκους να πολεμήσο­με». Και εγώ επήρα ένα άλογο και ένα μπαϊράκι εις το χέρι, και το κιάλι, και αν είναι Τούρκοι, να κλείσω το μπαϊράκι, αν δεν εί­ναι, να το ανοίξω. Με ακολούθησαν και δύο με τα πόδια. Όσο να έβγω εις την ράχη, απόστασε το άλογο- το έδεσα εις ένα κλαδί και εγώ εβγήκα εις την ράχη. Έβαλα το κιάλι, είδα τους Τούρκους οπού ήρχοντο και έκλεισα το μπαϊράκι. Οι Έλληνες αρχίζουν να φεύγουν, αφού έκαμα το σημείον. Εγώ, έκανε κρύο, αέρας. Επέρασα από ένα τσοπανάκι, μία καποτίτζα άσπρη - ήμουν ιδρωμένος - κι εγύρισα πίσω να πάγω εις το στράτευμα. Οι άνθρωποι μου έφευγαν. Ο Καβαδίας μου επή­ρε το άλογο. Εγύρισα πίσω εις το ορδί αποσταμένος. Ευρίσκω τον μακαρίτη τον Ηλία που επολέμαε. Το άλλο ορδί επήρε τα βουνά. Τα Κολιόπουλα επολεμούσαν το αποκείθε μέρος του κάστρου. Εβγήκα και τον εσήκωσα τον Μπεηζαντέ από εκεί, διατί έμενε μοναχός του, και εβγήκαμε όλοι σε μία ράχη, και τους λέγω: «Να κρατήσουμε τούτη τη ράχη, διατί αν τους βγά­λουν και τουτουνούς, να τους πέσομε από κοντά ίσιαμε την Τριπολιτσά». Ο Αναγνωσταράς έπιασε το γεφύρι με χίλιους. Ο Παπαφλέσσας, ο Κανέλος επήραν την απάνου στράτα, εγώ έμεινα μοναχός μου, οι Έλληνες ετσάκισαν, εκρύφθηκα εις κάτι κλαριά, τες δύο πιστόλες μου ασηκωμένες. Δώδεκα Τούρκοι εκυνηγούσαν το ένα μέρος των Ελλήνων, δέκα τους άλλους, κατά το γεφύρι τον Αναγνωσταρά, και άλλοι τον Πα­παφλέσσα και Κανέλο. Ενόμιζαν οι Έλληνες, ότι τους ακολου­θούν οι άλλοι. Επροσπέρασαν οι Τούρκοι. Τους είδα έπειτα κι εγύρισαν από σιμά μου. Η καποτίτσα μ' εγλύτωσε, γιατί εφορούσα κόκκινο μεϊντάνι και η καποτίτσα το σκέπαζε.

Εις τα βασιλεύματα του ηλίου εβγήκα αγνάντια εις τους δικούς μας εις το γεφύρι. Καθώς με είδαν... «Που ήσουν;» -«Εκεί που μ' αφήκατε κρυμμένος». Προβάλλω να τους πά­ρουν καταπόδι έως εις την Τριπολιτσά. Οι Έλληνες δεν θέλουν. Τα Κολιόπουλα ετράβηξαν εις την Ηλιοδώρα, ο Παπα­φλέσσας και Μπεηζαντές πάγει εις την Δημητσάνα, ο Κανέλος εις τα Λαγκάδια, πάγει τες φαμιλιές εις το Μέγα Σπήλαιο.

Την ομιλίαν οπού είπα με άκουσαν εκείνοι οπού ήτον εις το γεφύρι. Ήτον μια ώρα νύκτα περασμένη και σκοτάδι και τους λέγω-έκαμα το σταυρό μου: -«Όσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου». Εκίνησα, με ακολουθούν διακόσιοι, και ο Αναγνωσταράς και ο Μπούρας από τους Κωνσταντίνους, και είχα να περάσω εις ένα μονοπάτι είκοσι χρόνους. Ίσα εις το μοναστήρι εις τον Άγιο Γιάννη απάντησα τους Στεμνιτσιώτας και ήφερναν τες φαμιλιές τους να κλεισθούν εις το Μοναστή­ρι Αγιάννη, τους λέγω: «Που πάτε Στεμνιτσιώτες;» - Βιαζόμεθα ... - Ελάτε κοντά, εγώ είμαι καλός να απαντήσω τους Τούρ­κους». Ανέβηκα εις την Στεμνίτσα, μακρά από το Μοναστήρι μία ώρα. Έβαλα ντελάλι, ότι να μην σεισθεί από μέσα κανέ­νας. Με έμαθαν ότι ήμουν εις την Στεμνίτσα ο Φλέσσας και ο Μπεηζαντές και ήλθαν και με ηύραν. Την αυγή οπού εξημέρω­σε τους είπα, ότι: Να πάμε να πιάσομε την Λαγκάδα" οι Τούρ­κοι θα περάσουν από εκεί, να τους βαρέσομε. Και κοντά εις την Λαγκάδα είναι ένα χωριό Χρυσοβίτσι, και ετράβηξα με τους τρακόσιους. Στο δρόμο εκρύφθηκαν οι Έλληνες· εκατό τους έφαγε το φεγγάρι, ώστε να πάμε στο Χρυσοβίτσι. Τότενες τα χωριά τα Βλαχοχώρια έλειπαν στα χειμαδιά και δεν ήτον άνθρωποι. Ηύραμε έναν άνθρωπο, τον ερωτήσαμε, αν οι Τούρκοι επέρασαν από την Λαγκάδα, και μας είπε ότι: «Χθες επέρασαν δέκα εφτά νομάτοι, και επήγαιναν πέντε - έξη χιλιά­δες πρόβατα και δεν ευρέθηκε άνθρωπος να τους τουφεκί­σει». Ο Νικηταράς που ήταν εις το Φραγκόβρυσο εκτύπησε τους πολλούς, επήρε ζωντανά, εσκότωσε πέντε - έξη ανθρώ­πους, και οι Τούρκοι ετραβήχθηκαν όλοι εις την Τριπολιτσά.
Την αυγή, με τα ξημερώματα, μου λέγουν: «Τι να κάμουμε εδώ; Να αναχωρήσομε, να πάμε εις το Λεοντάρι, να συνάξο-με στρατεύματα, να ιδούμε τι απογίνεται εκείνος ο κόσμος», και χίλιες αφορμές. Εγώ τους είπα: «Δεν έρχομαι, κάθομαι εις τούτα τα βουνά που με γνωρίζουν τα πουλιά και με τρων καλλίτερα, γειτονικά». Δεν είχα άνθρωπο εδικό μου, επαρχιώ­τη μου, ένα άλογο είχα.
Ο Αναγνωσταράς, Μπεηζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεο­ντάρι, έμεινα μόνος μου με το άλογο μου εις το Χρυσοβίτσι. Γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του, μην τον φάνε τίποτες λύκοι». Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου- ήτον μια εκκλησιά εις το δρόμο (η Παναγία στο Χρυσοβίτσι), και το καθησιό μου ήτον οπού έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου, βοήθησε και τού­τη τη φορά τους Έλληνας δια να εμψυχωθούν!» και επήρα ένα δρόμο κατά την Πιάνα. Εις το δρόμο απάντησα τον ξάδελφο μου Αντώνιον του Ανάσταση Κολοκοτρώνη με εφτά ανιψίδια μου, εγινήκαμε εννιά και το άλογο μου δέκα- εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι. Εις την Πιάνα δεν ήτον κανείς, με λέγει ο Αντώ­νης Κολοκοτρώνης, ούτε εις την Αλωνίσταινα, - φευγάτοι.

Έρριξα εις την Αλωνίσταινα, με εγνώρισαν, εκατέβηκαν καμμιά εικοσαριά, τους έκαμα όλους πεζοδρόμους. Έστειλα εις όλα τα χωριά να κάμω ορδί. Σε τρεις ημέρες έμασα τρια­κόσιους και έρριξα το ορδί μου εις την Πιάνα, αγνάντια από την Τριπολιτσά τρεις ώρες. Τότενες τα χαρατσοχάρτια έμβαιναν εις την Τριπολιτσά, και είπαν: «Ο Κολοκοτρώνης είναι με τρακόσιους εις την Πιάνα». Βγαίνουνε τέσσερις χιλιάδες Τούρκοι, και μας εξημέρωσαν εκεί. Βλέποντας, έλεγα, ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι· τους έβλεπα με το κιάλι, το κιάλι δεν το έδιδα σε κανέναν τους παρηγορούσα. Έδωσαν μία φωτιά, ετσακίσανε οι δικοί μας, έμεινα μόνος μου με το άλογο μου οπίσω. Επήρα τον δρόμο της Αλωνίσταινας· εις τον δρόμο ηύ­ρα τον Νικολό τον Μπούκουρα αποσταμένο και τον έβαλα πισωκάπουλα. Ημείς τη μια μεριά, οι Τούρκοι από την άλλη, επηγαίναμε εις την Αλωνίσταινα. Οι Αλωνιστιώτες ετουφέκαγαν από το ψήλωμα, να μην μβουν οι Τούρκοι μέσα και εχασομέραγαν. Όντας επήγαινα με τον Μπούκουρα έλεγα: «Ελάτε σκυλομουρτάτες!» - ο Μπούκουρας έλεγε: «Μην τους πεισμώ­νεις». Ο Κανέλος Δελιγιάννης ήρχετο με εκατό νομάτους, με φορτώματα- εμβήκαν οι Τούρκοι, του επήραν τα φορτώματα.

Απαντήθηκα με τον Κανέλο. Όσους είχε ο Κανέλος κοντά του εφοβήθηκαν, επήγαν εις τα χωριά τους. Έμειναν με τον Κανέλο έντεκα νομάτοι. Οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό και εγύρισαν πίσω στην Τριπολιτσά. - Παίρνω τον Κανέλο δια νυ­κτός, τόπο σε τόπο, και εξημερώσαμε εις ένα χωριό του κά­μπου, εις την άκρα του κάμπου της Καρύταινας. Οι καμπίτες και οι βουνήσιοι επέρασαν το άλλο μέρος κατά το Φανάρι, εις ένα βουνό Δραγουμάνο και ήτον την μεγάλη Τετράδη. Από την πείνα μας εψήσαμε ένα αρνί κι εφάγαμε. Απόλυκα πεζο­δρόμους εις το Λεοντάρι, που ήτον συναγμένοι καπετανέοι, τους είπα: «Να ζυγώσουν κοντά εις την Τριπολιτσά, εις την Μαρμαριά, Παπά Φλέσσας, Μούρτζινος, Αναγνωσταράς». Έτσι ήλθανε εις την Μαρμαριά το μεν Μιστριώτικο στράτευ­μα και ο Κυριακούλης και ο Βρυσθένης και τ' Αγιοπετρίτικα στρατεύματα. Ήτον και δύο χιλιάδες εις τα Βέρβενα, και παίρνει καμμιά χιλιάδα ανθρώπους ο Κυριακούλης και έρχε­ται εις την Βλαχοκερασια μπροστά από ημάς. Του εγράψαμε να έλθει να κάμουμε ένα σώμα δεν ηθέλησε- είπε: «Καλό πό­στο κρατώ, κι αν έλθουν οι Τούρκοι απάνωμας, να μας ελθήτε μεντάτι». Ανήμερα τη Λαμπρή είχανε βάρδια, ο Κυριακούλης τοπικούς και τους επρόδωσαν, και εβγήκαν δύο χιλιάδες Τούρκοι με τα χαράματα της αυγής και τους επλάκωσαν και επολέμησαν ολίγην ώρα και εσκότωσαν καμμιά δεκαπεντα­ριά από τους Έλληνας- εσκότωσαν τον περίφημο Αντώνιον Νικολόπουλο, τον Παναγή Βενετσιάνο, και ο Κυριακούλης αναχώρησε με το λοιπό στράτευμα, και πάγει στο Μιστρά. Ακούοντας ημείς τον πόλεμο, εκινήσαμε εις μεντάτι, ήτον δυό ώρες μακρά, και όσον να πάμε ημείς, δεν ευρήκαμε ούτε Έλληνας, ούτε Τούρκους. Τα σπίτια καημένα, τους δεκαπέ­ντε κοψοκέφαλους. Εγυρίσαμε οπίσω εις την Μαρμαριά.

Τες ίδιες ημέρες ήλθε το παιδί μου, ο μακαρίτης ο Πάνος με τον Γενναίο, με τριάντα νομάτους, και μ' εγύρευαν. Το ορ­δί το άλλο ήτον εις τα Βερβενα, με τον Βρυσθένη, Π. Γιατράκο, Ζαφειρόπουλο. Ερχόμενος ο Πάνος και ο Κανέλος Δελι-γιάννης, τον έστειλα να πάγει στην Καρύταινα. Όποιος δεν βγαίνει να καίει το σπίτι- να κάμουν ορδί εις την Αλωνίσταινα και εις το Χρυσοβίτσι. Δεν έλειψαν να συνάζουν από τα χωριά ως εξακόσιους, και όλο εστέλνανε να δυναμώνουν το τόπο. -Τα Κολιόπουλα με τους Καλαβρυτινούς, ήσαν και οι μεταξά­δες με κανόνια και επολιορκούσαν του Λάλα. Εστείλαμε δια­ταγές εις την Μεσσηνίαν και Μιστρά, και εσυνάχθημεν εις του Μαρμαρά έως χίλιοι διακόσιοι, και από εκεί να πιάσουμε το Βαλτέτσι οπού ήτον αγνάντια από τα Βερβενα, από το Χρυσοβίτσι και Αλωνίσταινα (Καρυτινά ορδιά). Στο Βαλτέτσι ευρίσκοντο ο Μούρτζινος, Γιατράκος, Κυριακούλης, Ηλίας Μπεηζαντές, Νικηταράς, Αναγνωσταράς, εγώ ήμουν επικε­φαλής. Σαν εμαζώχθημεν, εγώ εστεκόμουν με διακόσιους -τρακόσιους εις το χωριό να τους δίδω βοήθεια. Τα ταμπού­ρια ήτον πλησίον, δια να δίδει το ένα του άλλου βοήθεια. Ήτον αρχές και δεν ήξευραν να πολεμήσουν.
Οι Τούρκοι, μία των ημερών (έβγα Απριλίου), εβγαίνουν εις του Αναπλιού την πόρτα δέκα χιλιάδες. Εστοχάσθημεν ότι θα πάνε εις τα Βερβενα- αντίκρυζε η πόρτα του Αναπλιού. Επήγα εις Καλογεροβούνι δια να δόσω σημείο που να τρέξομε μεντάτι, αν πηγαίνουν κατά τα Βερβενα να πάγω μεντάτι, και όσοι ήτον εις τα ορδιά, εις το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα να πιάσουν τη θέση του Βαλτετσίου. Και οι Τούρκοι δεν επήγαν εις τα Βερβενα, αλλ' ήλθαν εις το Βαλτέτσι. Όσο που νι γυρίσω, επιάσθηκε ο πόλεμος εις το Βαλτέτσι. Το τούρκικο μέρος εκτυπήθη με τον Γιατράκο, Κυριακούλη, Νικηταρά. Αυτοί υποχώρησαν ετραβιούνταν, έφυγαν, εγώ ήλθα από πίσω επήγα και εγώ τον τορό εκείνων. Φθάνοντας μερικοί του Πέτροβα και Σόρι - οι Τούρκοι άρχιζαν και έκαιγαν το χωρ Τους φώναξα: «Σταθήτε γεροί, γιατί θα μας πνίξουν». Εστάθημεν τριάντα, λαβώνομε ένα μπαϊραχτάρη- ετσάκισαν οι Τούρκοι. Έφθασεν από τα Βερβενα, Πιάνα και Χρυσοβίπ μεντάτι- τους γυρίσαμε τους κυνηγήσαμε εις τον κάμπο, κάτω από τη Βιολέττα, μισή ώρα μακρά από την Τριπολιτσά. Οι Καλαβρυτινοί ήτον έως δύο χιλιάδες εις το Λεβίδι, δεν επή ραν είδηση. Αν ήθελε έλθουν εις βοήθειαν, ήθελε πάμε μαζί με τους Τούρκους εις την Τριπολιτσά. Εγυρίσαμε οπίσω, πάσα ένας εις το ορδί του. Την άλλην ημέρα ευρήκαν αφορμή οπώς θα πάμε να εύρομε στρατιώτες. Φεύγει και ο Μούρτζινος, μένω με είκοσι ανθρώπους εδικούς μου. Όλοι ετράβηξαν εις το Λεοντάρι, εγώ με τους είκοσι εκείνους επήγα κ έμασα τους Καρυτινούς εις δύο, και ήτον όλοι χίλιοι διακόσιοι, εις το ένα αρχηγός ο Κολιόπουλος, εις το άλλο ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος.
Σε δέκα ημέρες περάσοντας, τους έγραψα εις το Λεοντάρι, ότι «να ελθήτε να πιάσουμε το Βαλτέτσι». Και τότε εκίνήθη ο Μπεηζαντές, οι Πετροβαίοι και Μεσσήνιοι χίλιοι διακόσιοι Παπατσώνης. Επήγα και εγώ εις το Βαλτέτσι, τους λέγω: «Να φτιάσετε τα ταμπούρια κλειστά. Εις την άκρη του χωριού ή μία εκκλησιά, να γένει ταμπούρι, καθώς και δύο καταράχια που εδιαφέντευαν το χωριό, οπού αν έλθουν οι Τούρκοι, κλεισθήτε μέσα». Μου απεκρίθηκαν εκείνοι: «Χανόμεθα». «Εσείς κλεισθήτε και εγώ σας έρχομαι μεντάτι, σας παίρνω εις τον λαιμό μου». Εκείνη την ίδια ώρα, οπού ημείς εφτιάξαμε αυτό, ήλθεν ο Κεχαγιάς, με τέσσερες χιλιάδες εις την Βοστίτσα από τα Γιάννινα, έκαψε τη Βοστίτσα, επέρασε εις τα Μαύρα Λιθάρια ατουφέκιστος, έκαψε την Κόρινθο. Ο Φλέσσας έκαψε τα σπίτια του Κιαμήλμπεη, έκαψε το Άργος ο Κε­χαγιάς, επέρασε από το Τουρνίκι, εμπήκε εις την Τριπολιτσά. Μπαίνοντας εις την Τριπολιτσά, του ιστόρησαν τον πόλεμο τον πρώτο του Βαλτετσίου - που εκυνηγήσαμε τους Ρωμαί­ους και επαινέματα τούρκικα. Του είπαν οι παλαιοί Τούρκοι: «Ήτον Ρούσσοι, τους κυνηγήσαμε εις το κάμπο του Σινάνου, επροσκύνησαν». Το αυτό σχέδιο ήθελαν να κάμουν.
Ο Κεχαγιάς, καλά τερτιπλής και πολεμικός, κάνει ένα σχέ­διο και στέλνει τον Ρουμπή από τα Μπαρδούνια επί κεφαλής με πέντε χιλιάδες να πάγει στο Βαλτέτσι να κυνηγήσει τους Έλληνας, και στέλνει και χίλιους πεντακόσιους χωριστά δια νυκτός για να πιάσουν τα όπισθεν του Βαλτετσίου, που αν τσακισθούν οι Έλληνες, καθώς και την πρώτη φορά, να τους κτυπήσουν. Και αυτός του παίρνει δύο χιλιάδες καβαλλαραίους, εις τα όπισθεν του Βαλτετσίου· το ομοίως να ακολουθή­σει όταν τσακίσουνε οι Έλληνες, και χίλιους βάνει εις το Καλογεροβούνι δια να αντισταθούν εις το στράτευμα των Βερβενιών, αν κινήσει μεντάτι. Το ένα στράτευμα, οπού ήμουν, εις το Χρυσοβίτσι είχε οχτακόσιους, και το μεν στράτευμα της Πιάνας με τον Δ' Κολιόπουλο με εφτακόσιους. Τον Κανέ­λο Δελιγιάννη τον είχαμε έφορο με άλλους τέσσερους, γιατί έβαλα εφορία να οικονομούν τα στρατεύματα. Την αυγή οπού εκίνησαν οι Τούρκοι δια το Βαλτέτσι, οι βάρδιες ήτον δια νυκτός απερασμένες εις τες τοποθεσίες. Εγώ εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Εις την πάνω Χρέπα, απάνω από την Τριπολιτσά, είχαμε βάρδιες και έδιναν είδηση, πόθεν πάνε οι Τούρκοι. Εκείνη την ημέρα μας έκαμαν σινιάλο, ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι - μας έκαμαν φωτιές ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι. Ευθύς εκίνησα με τους οχτακόσιους και έκαμα διαταγή ν' ακολουθήσουν κι οι άλλοι. Όσο να έλθουν οι Τούρκοι εις το Βαλτέ­τσι, εφθάσαμε και ημείς.
ΠΗΓΕΣ:
ΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: