"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Στο Μεσολόγγι Αναμένουν την Έπίθεση των Πολιορκητών. Χριστούγεννα 1822.

Και ούτως άνεχώρησεν( Ο Βοϊσάρης ) και πάραυτα ήρχισεν ό τουφεκοβολισμός και ό κανονοβολισμός έξ αμφοτέρων τών μερών 2 μ. μ. και έπεκράτησεν ακατάπαυστος έως τό μεσονύκτιον μέ φωνάς, αλαλαγμούς, ύβρεις, άπειλάς εκατέρωθεν, ώστε όσοι ήτον έξωθεν του Μισολογγίου θεαταί μακρόθεν και αυτό τό δράμα ένόμιζον ότι έκαίετο κανέν Βεζούβιον. Μετά δε τό μεσονύκτιον άπαυδήσαντα και τα δύο μέρη έζήτησαν οι Τούρκοι άνακωχήν του πολέμου την οποίαν την έδέχθημεν με μπέσα (λόγω τιμής), και αυτοί μεν άνεπαύθησαν έως την πρωΐαν, ημείς δε συλλέξαντες ύλην άρκετήν από ξύλα και άλλα είδη έσυνάξαμεν δε και αρκετά σακκιά καί εγεμώσαμεν χώμα μέ τό οποίον ένεδυναμώσαμεν τους προμαχώνας μας καί τά όχυρώματά μας, ώστε δεν έφοβούμεθα εύκο λον έφοδον πλέον. Καί τό πρωί ίδόντες αυτά οί Τούρκοι ηπόρησαν, πότε τά κατεσκευάσαμεν. Ήρχισεν πλέον η πολιορκία τακτική καί ό πόλεμος ακατάπαυστος και δεν έπαυεν ουδέ τήν ήμέραν ουδέ τήν νύκταν καί ή επιμονή αμοιβαία αμφοτέρων τών μερών.
Άλλ' άμα έμβήκεν ό μήν Δεκέμβριος ήλαττώθησαν αισθητώς αί τροφαί μας, καθότι έκ του βαρυτάτου χειμώνος δεν έστάθη δυνατόν νά μας έλθουν από κανέν μέρος, ώστε αναλογιζόμεναι προς 50 δράμια αλεύρι τήν ήμέραν εις έκαστον στρατιώτην καί εις τους πολίτας μόλις έξαρκούσεν έως το τέλος τού αύτού μηνός. Προσφάγιον άλλο δεν υπήρχε πλέον εις τό Μισολόγγι παρά τά όψάρια τών ίχθυοτροφείων, δια τα όποία μ' επιφόρτισαν όλοι οί αρχηγοί καί έστειλα πέντε στρατιώτας είς έκαστον καί έφύλαττον νά μήν τά πωλώσιν οι επιστάται καθώς ήτον πάντοτε συνηθισμένοι είς τους Επτανησίους καί άλλους αίσχροκερδείας ένεκα καί διετάξαμεν να στέλνουν εις τους φροντιστάς 1.500 οκάδες τήν ήμέραν και διενέμοντο αναλόγως είς έκαστον σώμα καί είς διαφόρους πολίτας απόρους. Ύπήρχον προσέτι καί ολίγα κρασιά, τα οποία εδιορίσαμεν έπιτροπήν καί τά κατέγραψε καί τά εσφράγισε και με διαταγήν τών αρχηγών έδιδεν αναλόγως δίς ή τρίς της εβδομάδος των στρατιωτών προς παρηγορίαν, καθότι διετηρείτο καθ' όλα μεγάλη εύταξία και πειθαρχία.
Μία των ήμερών διερχόμενος εκ τού προμαχώνος μου και διευθυνόμενος προς άντάμωσιν του Ζαΐμη ετυχον τον Μάρκον Βότσαρην εις την θύραν της κατοικίας του ιστάμενον. Με ήρώτησε που υπάγω και τον είπον ότι έπεθύμησα νά ίδω τον Ζαΐμην ολίγον με ήρώτησεν αν έφαγον; καί του είπον γελών ότι δεν έχω τί νά φάγω· μέ λέγει. Έχω μίαν κότταν σήμερον, επιστρέφεις νά τήν φάμεν; Τον λέγω, έρχομαι ευχαρίστως. Έπιστρέψας εύρον ένα σοφφάν, πάφιλον κίτρινον, βαλμένον επάνω είς εν σκαμνί κατά τήν τότε συνήθειαν καί επάνω εις αυτό τήν κότταν ψητήν καί ολίγον ψωμί. Άλλ' άμα άρχίσαντες έρχεται αίφνης μία μπόμπα εχθρική καί πίπτει εις τήν στέγην της οικίας καί κατεβαίνει είς τήν μέσην του τραπεζίου καί τρυπά τό πάτωμα καί κατεβαίνει είς τό κατώγιον άλλά δεν έσκασε πλήν έζαλίσθημεν είς τοιούτον βαθμόν, ώστε έπέσαμεν άπαντες πρηνείς χωρίς νά έννοήσωμεν τό γεγονός. Μετ' όλίγην στιγμήν άνανήψαντες ήρώτα ό εις τον άλλον άν έπληγώθη. Καί ευρεθέ­ντες απρόσβλητοι τότε έγελούσαμεν καί μόνοι μας λυπούμενοι ότι έχάσαμεν τήν κότταν καί έμείναμεν νηστικοί.
Μετά τά μέσα του Νοεμβρίου έστειλα τον Παπασταθούλην, καπετάνιον μου Λαγκαδινόν (όστις έπεσεν ένδόξως εις τήν εν Τρικόρφοις επί Αράβων έκείνην τρομεράν μάχην κατά τά 1825, ώς έν τω οίκείω τόπω ρηθήσεται) μέ σαράντα εδι­κούς μου στρατιώτας, τριάντα εξ Γαστουναίους καί τριάντα Μισολογγίτας καί κατέλαβε τό νησίδιον της Κλείσοβας καί έβάσταξε τήν θέσιν έκείνην τήν έπικίνδυνον, πολέμών καρτερικώς καί ακαταπαύστως καί ήμερονυκτίως μέ τά στίφη τών Αλβανών. 'Ωστε όσας απόπειρας εφόδου έπροσπάθησαν νά κάμουν πολλάκις, τάς έματαίωσεν μέ μεγάλην καρτερίαν καί μέ πολλήν φθοράν τών έχθρών καί αυτός ό Παπάς έμεινεν ακλόνητος.
Έβάσταξε, λέγω, την θέσιν έκείνην της Κλείσοβας, εις τήν οποίαν ύπήγαινα δις και τρίς της εβδομάδος τους ένεψύχωνα καί τους όδηγούσα καί εις τήν οποίαν εφόνευσεν εις τας διαφόρους μάχας δι' ένα ήμισυν μήνα υπέρ τους επτακόσιους εχθρούς καί έκαμε τόσα ανδραγαθήματα ενδόξους νίκας. Καί είς τήν οποίαν έπολέμησαν άλλοι μέ περισσοτέρους στρατιώτας καί ολίγας ημέρας κατά τό 1826 δέν ήδυνήθησαν να τήν βαστάξουν, άλλά κατεστράφη αυτή καί τό Μισολόγγι καί έπεσαν είς χείρας των έχθρών. Μ' δλα ταύτα αυτοί μέν ώνομάσθησαν ήρωες καί ημίθεοι Κλείσοβας καί άντεμείφθησαν μέ υψηλούς βαθμούς παρ' άξίαν καί μεγάλας άπολαυάς, του δέ Παπασταθούλη ή σύζυγος πέντε θήλεα τέκνα λιμοκτονούν. Άλλά δυνάμεθα νά καυχηθώμεν ότι τό Μισολόγγι τότε ώνομάσθη είς δλον τον χριστιανικόν κόσμον δι' ημών ήρωϊκόν Μισολόγγι!
Οί εχθροί έπροχωρούσαν ήμέρα τή ημέρα εις τά όχυρώματά μας διά προχωμάτων, τά οποία νυκτημερόν έσκαπτον καί τά έσώρευον εμπρός, ώστε έπλησίασεν σχεδόν είς τον χάνδακα καί ώμιλούσαμεν. 'Ολην τήν προσοχήν των τήν είχον ρίψει είς τό έδικόν μου όχύρωμα καί έν μέρει είς τό του Μακρή καί είς τό τών Πυργιωτογαστουναίων, είς τήν θέσιν των οποίων είχον τους έμπειροπολεμωτέρους τών Αλβανών Γκέκηδων, Τόσκηδων καί Λιάπηδων μαζί μέ τον Γώγον, Ρά γκον, Κουτελίδα, Σιαφάκαν καί άλλους καπεταναραίους επειδή καί τών άλλων τά όχυρώματα καί αί θέσεις ήτον πο δναταί καί μήτε έφοδον ηδύναντο νά κάμουν οί Τούρκοι μήτε νά τους βλάψουν πολύ.
'Ωστε ήμείς είχομεν ήμερονυκτίως άκατάπαυστον τον κανονοβολισμόν, τό τουφεκοβολισμόν και τους αλαλαγμούς αμφοτέρων τών μερών καί τήν μέν ήμέραν μάς έρριπτον τετρακόσιους καί πεντακόσιους κανονοβολισμούς, τήν δέ νύκταν υπέρ τάς 100 καί ενίοτε 150 βόμβας.
Είχε διορίσει ή Κυβέρνησις κατ' αίτησίν μας τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην με διαταγήν είς τον Σισίνην καί ήλθεν είς την Γαστούνην, δια να μάς στείλη εις τό Μισολόγγι δσον αλεύρι δυνηθή καί άγελάδια δια κρέας, οί οποίοι έφόρτωσαν ένα Γαλαξειδιώτικον πλοίον αμέσως να τό στείλουν, άλλ' ως εκ των μεγάλων τρικυμιών καί του βαρύτατου εκείνου χειμώνος δεν ήδυνήθη να έλθη άλλ' έναυάγησεν είς τό Κουνουπέλι πλησίον καί μόλις διεσώθηκαν οκτώ ναύται πλέοντες, τα δε άγελάδια υπέρ τα εκατόν καί άλλα τόσα κριάρια έμει­ναν εις τό Κουνουπέλι καί έχάθηκαν δλα.
Ευρισκόμενοι λοιπόν είς τοιαύτην δεινήν θέσιν υστερούμενοι καί τά ανα­γκαία μέσα της τροφής, πολεμούντες καί πολεμούμενοι ήμερονυκτίως, άπηυδισμένοι άπό τήν δριμύτητα του χειμώνος καί άπό τήν κακοπάθειαν, άστεγοι είς τό ύπαιθρον καί εις άπελπισίαν σχεδόν, καθότι έπλησίαζεν νά τελειώσωμεν καί τά πολεμοεφόδια, ηύδόκησεν ό Θεός, ό όποίος απεφάσισε νά σώση διά θαυμάτων τήν Ελλάδα, καί παρά πάσαν προσδοκίαν, έφθασεν είς τό Βασιλάδι ό καλός κάγαθός Βιτάλης Ζακύνθιος με τό πλοίον του μέ Ίονικήν σημαίαν, ό οποίος έφερεν άπό συνεισφοράς καί βοηθήματα, άπό τήν φιλάνθρωπον Γαλλίαν, υπέρ τάς δέκα χιλιάδας όκάδας βαρούτην καί είκο­σι χιλιάδας όκάδας μολυβδι, χαρτί άρκετόν καί τριάντα χι­λιάδας τουφεκόπετρες τά όποία τά μετεκομίσαμεν είς τάς 22 Δεκεμβρίου καί αμέσως έδιορίσαμεν άνδρας, γυναίκας καί παιδία καί είργάσθηκαν καί εντός ενός ημερονυκτίου τά έδεσαν δλα φυσέκια καί έκάμαμεν άρκετήν ποσότητα πολεμοεφοδίων καί διενείμαμεν έν αφθονία είς τους στρατιώτας. Έφε­ρε δέ καί τριακόσια καντάρια παξιμάδι, τό οποίον είχεν αγο­ράσει μέ εδικά του χρήματα καί τό όποίον άγοράσαμεν οί οπλαρχηγοί αναλόγως τών στρατιωτών τους οποίους εχεν έκαστος καί τού τό έπληρώσαμεν προς 80 γρόσια τό καντάρι, άνευ κέρδους, και έπλήρωσα δια τους εδικούς μου στραι έξ ώς εγγιστα χιλιάδες γρόσια τά όποία έναποταμιεύσας ασφαλές μέρος, έδιδα ένα τάκον εις ένα εκαστον στρατιώτην την ήμέραν δια νά άναπληρούται ή έλλειψις του αλεύρου.
Ή πενθηκοντήμερος σχεδόν αύτη πολιορκία κάτι πλέον επαχθής και εις τούς στρατιώτας και εις ημάς αυτούς περί πλέον, διότι όλοι οί οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδος ανεξαιρέτως ήτον μέ τούς Τούρκους και μάς έπολεμούσαν. Οι κάτοικοι όλων των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδος ήτον προσκυνημένοι και υποτεταγμένοι ακουσίως αλλά καταβεβαρυμένοι άπό τάς άγγαρίας καί τά αδικήματα τά όποία υπέρον άπό τούς Τούρκους, καί εύρίσκοντο εις μεγάλην αδημονίαν, άλλά δεν ύπήρχεν ουδείς αρχηγός νά τούς όδηγήσει επειδή καί ό πανούργος Καραϊσκάκης καί ό δόλιος και επίβουλος Όδυσσεύς είχον τά αρματολίκια άπό τούς Τούρκους καί ειχον τήν πρόφασιν ότι έβαλαν τό λεγόμενον καπάκι, δεν έφρόντιζον αν ήμείς διακινδυνεύομεν εις τήν πολιορκίαν νά δώσουν μικρόν τινα άντιπερισπασμόν εις τούς πολιορκητάς διά νά λάβωμεν όλίγην άναψυχήν, άλλ' έβλεπον μακρόθεν τήν συνήθη εις αυτούς άναλγησίαν τήν τελείαν καταστροφήν μας καί αδιαφορούσαν.
Τούτων ούν ούτως έχόντως συναχθέντες όλοι οί πολιορκούμενοι οπλαρχηγοί είς τήν οίκίαν του Καψάλη, εις ήν κατώκουν ό Ζαΐμης, ό Μαυρομιχάλης καί οί αρχιερείς Πορφύριος 'Αρτης καί ό Ρωγών, καί συσκεφθέντες περί του σοβαρού τούτου αντικειμένου, τί δει ποιητέον καί βλέποντες μάλιστα. ότι, ή Κυβέρνησις είς τήν κατάστασιν τήν οποίαν τήν κατάντησαν ό αρχιστράτηγος καί ή δούλη αύτού Γερουσία ήδύνατο μήτε στρατεύματα νά διορίση νά απέλθουν Δυτικήν Ελλάδα νά κινήσουν πάλιν τούς κατοίκους εις έπανάστασιν κατά τών Τούρκων, νά κάμουν μικρόν τινα αντιπερισπασμόν, μήτε πολεμοεφόδια είχε νά στείλη εις εκείνα τα μέρη, καθώς ψευδώς αναφέρει ό άθλιος Σπηλιάδης εις την Χαλιμάν του, δτι έστειλε πολεμοεφόδια, άλλα την κατήντησαν εις μίαν γωνίαν της Πελοποννήσου και ευρίσκετο έκεί μό­νον δια τον τύπον ώς μία σκιά άψυχος. Ό δε Κολοκοτρώνης με τους περί αυτόν κόλακας και τά τυφλά δργανά του ήτον πεσμένοι εις τά λάφυρα του Ναυπλίου νά τά άρπάσουν και νά τά καταρροφήσουν ώς τά δρνεα τό κάρμα και τά κατέκλεψαν δλα άδικήσαντες και πατρίδα και πολιορκητάς. 'Ισως δέ επιθυ­μούσαν και την έδικήν μας καταστροφήν καί ολίγον έφρόντιζον αν έκινδυνεύομεν καί ήμείς καί τό έθνος. Άπεφασίσαμεν λοιπόν ομοφώνως νά άπέλθη ό Πετρόμπεης (διά την βαρύτητα του ονόματός του καί τό σέβας τό όποιον έσωζον δλοι προς αυτόν) εις τό Δραγαμέστον διά θα­λάσσης (καί ώς μη δυνάμενος πλέον νά συντέλεση τι περισσότερον από ήμάς εις τό Μισολόγγι) με τον Τσιόγκαν, Δήμον Τσέλιον, μέ τους Γριβαίους, τους έδωκα καί εγώ έβδομήκοντα Πυργιωτο γαστουναίους καί άπήλθον εις την Δυτικήν Ελλάδα νά δυνηθούν νά κινήσουν τους αγανακτισμένους εκεί­νους κατοίκους εις τά δπλα, νά έμπορέσουν περιπλέον νά εμποδίσουν τάς τροφάς, αί όποίαι τους ήρχοντο από τήν Αρταν διά τών στενών του Μακρυνόρους καί Κραβασαρά, (καθότι άπό τάς επαρχίας δεν ήτο δυνατόν νά οικονομηθούν πλέον επειδή καί οί κάτοικοι διεσκορπίσθησαν), διά νά στενο­χωρηθούν οί εχθροί ίσως καί σκορπίσουν, ή απέλθουν εις άλλα μέρη, νά εύρουν τροφάς. Παρεδέχθημεν λοιπόν τήν γνώμην αυτήν άπαντες ευχαρί­στως καί αμέσως, εις τάς 24 Δεκεμβρίου τό πρωί, άνεχώρησαν υπέρ τους 500 καί έμβαρκαρίσθησαν εις τέσσαρα Σπετσιώτικα πλοία διά νά αναχωρήσουν διά τό Δραγαμέστον. Άλλ' επειδή ήτον ενάντιος ό άνεμος έκείνην τήν ήμέραν καί δεν ήδυνήθησαν νά ταξιδεύσουν την νύκταν έκείνην έμειναν έξωθεν του Βασιλαδίου, έως τό πρωί, εις τάς 25. Είς τάς 24 τό πρωί, ύπήγαινον δύο Μισολογγίται και εις στρατιώτης του Ζαΐμη είς τό Αίτωλικόν μέ εν πλοιάριον δια υπόθεσίν των. Καθ' όδόν βλέπουν είς τό παράλιον ένα άνθρωπον και έκινούσε ενα μανδήλι μέ την χείρα του υψηλά και τούς έκαμνε σημείον νά σταθούν. Αυτοί μέν έστάθηκαν μα­κράν, αλλά δέν έτολμούσαν νά πλησιάσουν, υποπτευόμενοι ένεδραν τουρκικήν και (μήπως) τούς δολοφονήση. Αυτός διά νά τούς βεβαίωση έβγαλε τό φέσι του και έκαμε τον σταυρόν του άδιακόπως. Τότε πεισθέντες δτι ήτον Χριστιανός έπλησίασαν και τούς λέγει: Είμαι Χριστιανός Ίωαννίτης, Ιωάννης Γούναρης ονομαζόμενος, κυνηγός του Όμέρ πασιά Βριώνη καί, επειδή είδον δτι αύριον θά καταστραφήτε δλοι, κινούμε­νος από τό όμόθρησκον αίσθημα, απεφάσισα νά χάσω τήν ζωήν μου καί ήλθον νά εύρω Χριστιανόν τινα νά τον εξηγηθώ τά έξής: Επιστρέψατε λοιπόν αμέσως νά είπήτε τών αρχηγών σας, δτι οί Τούρκοι καί οι Τουρκοκαπεταναίοι, γνωρίζοντες δτι αύριον έχομεν οί Χριστιανοί τήν έορτήν τών Χριστουγέν­νων καί πηγαίνομεν δλοι είς τάς εκκλησίας, [καί] έχουν πε­ποίθησιν δτι καί οί εδικοί σας αρχηγοί, καπεταναίοι καί μέρος στρατιωτών θά υπάγουν είς τάς εκκλησίας άφεύκτως, απεφά­σισαν νά κάμουν έφοδον δύο ώρας πριν ξημερώση, μέ τον έξής τρόπον, καί έχουν τήν βεβαιότητα δτι θά επιτύχουν: Ώρκίσθησαν χίλιοι διακόσιοι Αλβανοί Γκέγκηδες, Τόσκηδες, νά έλθουν μέ πολλήν προσοχήν πριν του μεσονυκτίου, χωρίς νά τούς εννοήσετε, νά πέσουν μέσα είς τον χάνδακα είς τούς προμαχώνας του Δεληγιάννη καί του Μακρή, όπού είναι εύκολωτέρα ή άνάβασίς τους είς αυτούς, καί νά στέκωνται εκεί, προς τούς οποίους ύπεσχέθησαν οί Βεζυράδες νά δώσουν είς έκαστον χίλια πεντακόσια γρόσια καί τό τρίτον τών λαφύρων του Μισολογγίου, είτε ζήσουν, είτε φονευθούν. Έδιορίσθηκαν δέ καί άλλαι πέντε χιλιάδες νά είναι έτοιμοι αντίκρυ είς τά όχυρώματα του Δεληγιάννη καί του Μακρή, όπου είναι εύκολωτέρα ή άνάβασις από τά άλλα όχυρώματα. Καί τά λοιπά τουρκικά στρατεύματα αναλόγως είς τά λοιπά όχυρώματα τών Ελλήνων νά είναι έτοιμοι ότι θά κάμουν δήθεν έφοδον, νά δίδουν άντιπερισπασμόν είς αυτά νά μήν δύνανται νά υπάγουν είς βοήθειαν του Δεληγιάννη καί του Μακρή. Τό σύνθημα τό έχουν ότι είς τάς τρεις μετά τό μεσονύκτιον θά βά­λουν μίαν πυρκαϊάν όπισθεν τών σκηνών τών πασιάδων καί τότε νά ευρεθούν όλα τά στρατεύματα έκεί, πεζικόν καί ιππικόν, νά λάβουν τάς τελευταίας οδηγίας καί νά είναι έτοιμα, μετά ήμισείαν ώραν τής πυρκαϊάς εκείνης θά πέση ένα κανόνι είς τό ίδιον μέρος καί τότε νά άρχίση ό πυροβολισμός ακατά­παυστος κατά τών Ελλήνων από τό έν άκρον έως τό άλλο άκρον τουυ στρατοπέδου. Αυτοί δέ θά είναι ολίγοι καί θά άντιπυροβολήσουν. Τότε οί ευρισκόμενοι είς τον χάνδακα 1200 ώρκισμένοι νά ανέβουν είς τά όχυρώματα του Δεληγιάννη καί του Μακρή νά στήσουν τάς τουρκικάς σημαίας καί νά είσπηδήσουν μέσα, νά ανοίξουν μέρος νά ορμήσουν δλοι μέσα, νά πέσουν μέσα νά τούς κατασφάξουν όλους». Αυτά ειπών άνεχώρησε καί έγινεν άφαντος (προς τον οποίον έδώκαμεν έπειτα έν άποδεικτικόν άπαντες οί οπλαρ­χηγοί δι' αυτό τό μέγα καλόν, τό όποιον ως χριστιανός έκα­με, διά νά τον άνταμείψη έν καιρώ τω δέοντι ή πατρίς. Μ' όλα ταύτα μετά τήν έγκαθίδρυσιν τής Βασιλείας, έπαρουσιάσθη δις καί τρις καί πολλάκις είς τήν Κυβέρνησιν μέ τό άποδει­κτικόν καί τον αντάμειψαν καί αυτόν καθώς άντέμειψαν καί ήμάς τούς λοιπούς προμάχους τής πατρίδος. 'Ωστε ύπήγεν έπειτα καί έγινε μοναχός είς μίαν έρημίαν είς του Άλήμπεη τά γεφύρια καί έκαμεν μίαν πενιχράν καλύβην καί έζούσεν,με έλεημοσυνην, ώς επαίτης από τους οδοιπόρους και άπεβίωσεν εκεί ελεεινός). Οί δε είρημένοι, οίτινες ύπήγαινον εις τό Αίτωλικόν, υπέστρεψαν οπίσω εύθυς και ανήγγειλαν προς ημάς τά ρηθέντα. Συνήχθημεν άπαντες οί αρχηγοί και πρόκριτοι εις του Καψάλη την οικίαν και σκέψεως βαθείας γινομένης απεφάσισα να διαταχθώσιν οί ιερείς να μήν κτυπήσουν ούδεμίαν καμπάναν εις τάς εκκλησίας, μήτε να ανοίξουν καμμίαν και να μην υπάγη ουδείς ιερεύς μήτε λαϊκός. 'Εκαστος οπλαρχηγός μένη εις τό έδικόν του στρατιωτικόν σώμα νά τό διοικη χωρίς να τρέξη νά υπάγη εις άλλου όχύρωμα δια βοήθειαν, και έκαστος νά λάβη τά αναγκαία μέτρα πώς νά διοικήση εις αυτήν κρίσιμον και άπελπιστικήν περίστασιν διά νά σωθώμεν. Μ' έπρότεινεν ό Ζαΐμης ότι αν θέλω νά με δώση εκατόν τών εδικών του στρατιωτών νά αντικαταστήσω τους Πυργοτο γαστουναίους, οίτινες άνεχώρησαν με τον Μαυρομιχάλη διά τό Δραγαμέστον, καθότι εκείνου και του Λόντου τά οχυρώματα δεν είχον τόσην ανάγκην. Τον ευχαρίστησα μεν την καλωσύνην του, τον είπον δε ότι τοιαύτην προσβολήν, δεν [έ]δέχομαι μήτ' εγώ μηδέ οί καπεταναίοι μου, και αν είναι διά νά σωθώμεν από εκατόν στρατιώτας περί πλέον προτιμώμεν μάλλον νά κατα στραφόμεν όλοι, τον είπον νά μένη κατά τούτο ήσυχος. Έγράψαμεν αμέσως του Μαυρομιχάλη και λοιπών νά εξέλθουν από τά πλοία και νά προφθάσουν τό μεσονύκτιον νά καταλάβουν τάς προτέρας θέσεις των τάς οποίας κατέλαβον εγώ του Σαλαφατίνου και Γριβαίων και τάς ώχύρωσα. Άλλά δεν έπρόφθασαν εις τον πόλεμον διότι τά πλοία ήτον αραγμένα (άρμενισμένα) έξωθεν του Βασιλαδίου, ώς είρηται, και την ειδοποίησιν την έλαβον (ώς έλεγον) μετά τό μεσονυκτιον. "Ωστε ήλθον εις τό Μισολόγγι μετά την άνατολήν του ηλίου, ότε ήτον τελειωμένα τά πάντα και μήτε οι Γριβαίοι ελαβον μέρος είς τήν μάχην έκείνην μή­τε ό Σαλαφατίνος, ούδ' άλλος έξ αυτών, καθώς ψευδώς ανα­φέ ρουν οί κόλακες πανηγυρισταί των. Ό Βιτάλης, ώς είρηται, μάς είχε φέρει σύν τοις άλλοις και χίλιες μποτίλιες μαύρες ρώμι ή ρούμι έξ ιδίων του δωρεάν προς χρήσιν μας, τάς οποίας έμοιράσαμεν μεταξύ μας αναλό­γως τών στρατιωτών έκαστος και επήρα διακοσίας περίπου είς τό άνάλογόν μου. Άπήλθομεν λοιπόν έκαστος είς τά όχυρώματά μας διά νά διάθέση όπως γνωρίζει. Προσεκάλεσα λοιπόν τους καπεταναίους μου και τους έκοινοποίησα τό σχέδιον τών έχθρών διά τήν έφοδον μ' όλην τήν άλήθειαν και τήν συμφωνίαν τήν οποίαν είχομεν κάμει, πώς έκαστον σώμα νά άντιπαραταχθή και αντίκρουση τήν όρμήν τών έχθρών. Διήρεσα (τη γνώμη πάντων) τους στρατι ώτας εις δεκαρχίας κατά χωρίον είς πέντε δεκαρχίας έδιόρισα δύο πεντη κοντάρχους, και είς δύο πεντηκονταρχίας δύο έκατοντάρχους, τους άξιω τέρους· με τό νά ήτον νύξ και σκότος έδιάλεξα πενήντα στρατιώτας, τους τολμηρότερους, τους οποίους νά εχω μαζί μου και καθ' ήν στιγμήν άνοίξη ό πόλεμος, νά τρέχω μ' αυτούς είς όποιον όχύρωμα είναι ή μεγαλύτερα ανάγκη διά βοήθειαν και όπου ό μεγαλύτερος κίνδυνος νά προφθάνω συνδρομήν. Επήρα δέ και τον καπετάν Άνδρέαν Άλουποχωρίτην με είκοσι διαλεχτούς στρατιώτας του διά τον αυτόν σκοπόν νά ακόλουθή και αυτός μαζί μου. Τους έμοίρασα τά όχυρώματα μέ όρια και διαταγήν χωρίς νά δύναται κανένας νά ύπάγη είς τό του άλλου. Τους διένειμα αρκετά φουσέκια και στουρνάρια και μίαν μερίδα τροφής περισσοτέραν διά τήν νύκταν έκείνην. Τους έδιόρισα και έκαμεν έκαστος στρατιώ­της μίαν μονοβέλλαν δύο περίπου πηχών, νά τήν έχη ετοιμον είς τό όχύρωμά του ώστε περιστάσεως δοθείσης, καθ' ήν στιγ­μήν ανέβουν οι Τούρκοι είς τό όχύρωμά μας και δεν προφθάσουν νά γεμίσουν τά όπλα τους, νά τούς κτυπούν μέ τά ρόπαλα εκείνα, νά τούς φονεύουν και νά τούς ρίπτουν κάτω, καθότι τότε δεν ήτον μπαγιονέτα (λόγχη). Έπί τέλους διένειμα και είς κάθε δεκαρχίαν από τρεις μποτίλιες ρούμι νά τό έχουν έτοιμον άμα πέση τό κανόνι κατά τό σύνθημα τών Τούρκων διά τήν έφοδον, τότε νά πιουν και αυτοί τό ρούμι, νά έχουν περισσοτέραν τόλμην. Συνάξας δε και άπαντας τούς στρατιώτας τούς έκοινοποιήσαμεν τό σχέδιον τών Τούρκων, άλλα συχρόνως τούς ενεθάρρυνα, λέξας προς αυτούς: «Συστρατιώται! Σείς είσθε εκείνοι, οίτινες κατεπολεμήσατε τούς Τούρκους είς τό Βαλτέτσι, είς τήν Συλήμναν, ί Δαβιές, είς τού Λάλα, είς τάς Πάτρας, είς τά Tρίκορφα, τήν Γράναν, είς τού Μαντσαγρά, είς τήν άλωσιν τής Τριπολιτσάς, είς τό Ναύπλιον και είς τόσα άλλα μέρη και και κατεσφάξατε μυριάδας έχθρών. Σεις κατεστρέψατε τον κολοσσαίον στρατόν του Δράμαλη και έστήσατε τρόπαια είς όλην την πελοπόννησον. Και δεν δύναμαι νά πιστεύσω ποτέ ότι θά φανήτε κατώτεροι είς τήν Ρούμελην καί νά μικροψυχήσετε, μάλλον δε ελπίζω νά άναδειχθήτε έδώ ανδρειότεροι καί πλέον ατρόμητοι, ώστε καί τό δνομά σας νά αποθανατίσετε καί είς εμέ μήν καταδεχθήτε νά μείνη τοιαύτη έντροπή, διότι βλέπετε, όπού έγώ συναπεφάσισα νά συναποθάνω πάντοτε μέ σάς υπέρ τής πατρίδος» καί άλλα. "Ολοι έν μια φωνή μ' απήντησαν: Στρατηγέ! στάσου ήσυχος καί μέ γενναιοψυχίαν καί αυτήν τήν νύκταν θέλει ιδείς ότι διοικείς λεοντάρια καί όχι κτήνη!
Πηγές:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: