"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΣΤΑΪΚΟΣ ΣΤΑΪΚΟΠΟΥΛΟΣ ΧΑΡΊΖΕΙ ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΈΘΝΟΣ

Άναχωρήσας, ώς προείρηται, από τό Ναύπλιον κατά τάς αρχάς Νοεμβρίου, μετά παρέλευσιν ημερών τίνων, έζήτησαν οί Τούρκοι νά έβγουν πάλιν νά διαπραγματευθώμεν περί τής παραδόσεως, απελπισμένοι πλέον ότι ήτον δυνατόν νά λάβουν τροφάς από τήν Κόρινθον ή διά θαλάσσης. Τούς άπήντησεν ό Στάϊκος, δτι τον Δεληγιάννην τον διέταξε ή Κυβέρνησις προ τίνων ήμερών και άνεχώρησεν διά που; δεν γνωρίζω. Έμει­ναν άπόπληκτοι άπό τήν λύπην τους, καθότι είχον πολλήν πεποίθησιν εις έμέ και τον λέγουν τώρα τί νά κάμωμεν; και εις ποίον νά έμπιστευθώμεν; νά παραδοθώμεν ημείς εις τούς Χαϊδούτας; προτιμώμεν καλύτερα νά φαγωθώμεν μεταξύ μας, ή νά βάλωμεν φωτιές εις τάς πυριταποθήκας νά καταστραφώμεν καί ήμείς και τά φρούρια. Τούς λέγει ό Στάϊκος, έάν δεν ευχαριστείσθε νά παραδοθήτε εις έμέ, νά γράψω εις τήν Κυβέρνησιν ή η ιδία νά έλθη, ή νά στείλη έπιτροπήν νά συνθηκάρετε, ώστε και δι' αυτής και διά τών ομήρων είσθε εξασφαλισμένοι. Ύπέστρεψαν λοιπόν νά συσκεφθούν και νά τον δώσουν άπάντησιν. Άλλά δεν έστάθη δυνατόν νά συμφω­νήσουν, καθότι ό Άλή πασάς και ό Σελήμ πασάς τούς έμπόδιζον και έπροσπαθούσαν νά τούς απατήσουν νά ανέβουν αυτοί εις τό Παλαμίδι μ' δσους δεν είχον γυναικόπαιδα (εως τριακόσιοι ξένοι, οίτινες έμειναν) νά πάρουν επάνω και δσας τροφάς είχον και τότε νά παραδοθούν οί εντόπιοι. Τούτο μή δεχθέντες αυτοί συνέβη μεταξύ των μεγάλη έρις και έπειτα κατήντησαν εις διαπληκτισμούς, ώστε ήναγκάσθη ή εν τώ Παλαμιδίω φρουρά νά λάβη μέρος ει πάν δ,τι έμελλε νά άποφασισθή και άφήσασα έως εξήντα στρατιώτας άπηυδισμένους και ήμιθανείς από τήν πείναν και κακοπάθειαν έκατέβηκαν και αυτοί εις τό Ναύπλιον. Πρό τίνων δέ ημερών είχεν εξέλ­θει μία αθλία Όθωμανίς γυνή, ήμιθανής από τήν πείναν, νά μαζώξη λάχανα καί, άν σταθή δυνατόν, νά μείνη εξω με τούς Έλληνας, τήν οποίαν ύπήγον οί στρατιώται είς τον Στάϊκον τήν περιεποιήθη, τής έδωκε τροφήν καί ώς έκ του φρονίμου τρόπου μέ τον όποίον τήν ύπεδέχθη, έλαβε θάρρος καί εξετά­ζων αυτήν μέ γλυκείς λόγους έμαθε τήν άθλίαν κατάστασιν είς ήν εύρίσκοντο οί πολιορκούμενοι. Τής έδωσεν ολίγον ψωμί καί τυρί. Τής είπε νά είσέλθη είς τό Παλαμίδι καί νά διαβε­βαίωση τήν φρουράν, δτι δεν είναι ουδείς σκοπός νά τούς φο­νεύσουν ή νά τούς κακοποιήσουν, μάλλον δέ νά τούς περιποιηθούν καί νά τούς έμβαρκάρουν νά απέλθουν εις τήν Άνατολήν καί άλλας πολλάς τοιαύτας παρηγοριάς τής είπεν. Είσελθούσα δέ αύτη διεκοίνωσεν πρός τινας τής φρουράς δσα ήκουσεν παρά του Στάϊκου. Αυτοί δέ συνυπακουσθέντες μεταξύ των έξήλθον δύο Τουρκαλβανοί καί ή γυνή αύτη, τούς οποί­ους εύρων εξερχόμενους είς στρατιώτης Δημήτριος Μοσχονησιώτης λεγόμενος, τούς άπήγαγεν είς τον Στάϊκον, δστις τούς εδέχθη περιποιητικώς καί έρωτήσας αυτούς περί τής κατα­στάσεως τής φρουράς τού Παλαμιδίου αυτοί των διεβεβαίωσαν, ότι ήτον άθλιεστάτη καί ότι οί προκριτώτεροι αυτών καί οί αξιωματικοί ήτον κατεβασμένοι είς τό Ναύπλιον νά συσκεφθούν μέ τούς εντοπίους, νά καταπείσουν καί τούς πασάδες νά παραδεχθούν τήν συνθήκην. "Οσοι δέ έφρούρουν έκείνας τάς ημέρας ήτον ώς έγγιστα εκατόν, δισμοιρασμένοι είς τάς έπτά τάπιας καί είς τάς δύο θύρας, άλλ' όλοι ήμιθανείς από τήν πείναν καί από τον τύφον καί κατήντησαν αναίσθητοι.
Πρό τίνων ημερών είχε λάβει τήν ίδέαν ό Στάϊκος μέ τούς λοιπούς καπεταναίους διά νά κάμουν τήν έφοδον εις τό Πα­λαμίδι καί είχε κάμει τάς αναγκαίας κλίμακας (σκάλας) ετοίμους, άλλ' έπερίμενε νά βεβαιωθή έτι μάλλον διά τήν κατάστασιν τών φρουρούντων, διά νά έχη βεβαίαν καί τήν έπιτυχίαν άνευ μεγάλου κινδύνου. Άλλά καί οί δύο αυτοί Αλβα­νοί καί ή γυνή τον ενεθάρρυναν είς τόσον βαθμόν λέγοντες ότι άν επιτύχη ή έφοδος νά φονεύση αυτούς. Έπείσθη λοιπόν καί είδοποιήσας τούς περί αυτόν τήν νύκταν τών 29 Νοεμβρίου προς τάς 30, ήμέραν τής εορτής τού Αποστόλου Ανδρέα, έπλησίασεν μετά τού αδελφού του Αθανασίου Στάϊκου είς τά τείχη του Παλαμιδίου, έχοντες μεθ' εαυτών τριακόσιους πε­νήντα στρατιώτας ατρόμητους καί αποφασισμένους οίκοθεν νά αποθάνουν. Καί αμέσως επήραν μίαν σκάλαν, ένας καλόγηρος Αγιορείτης Παφνούτιος λεγόμενος καί ό Ιωάννης Πορτοκάλης από Βυζίτσι τής επαρχίας Καρύταινας, καί ύπήγον καί τήν έθεσαν είς τήν Γιουρούς τάπιαν καί αμέσως αναβαίνει ό Δημήτρης Μοσχονησιώτης μέ ενα μόνον Τούρκον ήμιθανή. 'Ωρμησαν κατ' αύτού μέ τό ξίφος καί αυτός επικαλείται αμέ­σως έλεος. 'Ηρπασεν ό Μοσχονησιώτης τά δπλα του, παίρνει καί τον ίδιον είς τάς επάλξεις του φρουρίου καί λέγουν προς τον Στάϊκον, δτι δέν υπάρχει υποψία ούδ' άντίστασις, καίούτως αναβαίνει ό Στάϊκος μέ ένα τέκτονα Κρανιδιώτην Εμμανουήλ Σκρεπετόν, δστις έγνώριζεν δλα τά εντός του Παλαμιδίου, καί μέ περίπου τών 50 στρατιωτών. Διά μο­χλών καί άλλων εργαλείων ήνοιξαν τήν θύραν έσωθεν καί είσήλθεν ό Θανάσης (Στάϊκος) μ' άλλους τριακόσιους. Αμέ­σως λοιπόν έθεσαν τάς άναβάθρας είς τήν Δαβήλ τάπιαν καί είσήλθον αρκετοί στρατιώται μέ τον Θανάσην καί Μοσχονησιώτην καί αμέσως παρεδόθηκαν οί είς αυτήν φρουρούντες Όθωμανοί. Ακολούθως έβαλον τάς κλίμακας είς τήν Καρά τάπιαν καί ανέβηκαν αρκετοί' άλλ' ατυχώς έκρημνίσθη ό αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βυζάντιος καί συνετρίβη ό είς τών ποδών του' καί αυτοί παρεδόθηκαν αμαχητί.
Είς τήν αυτήν στιγμήν τούς έ'βαλαν καί είς τήν Τζιζδάρ τά­πιαν καί βλέποντες αυτούς οί Τούρκοι ανεβαίνοντας, έτράπησαν είς φυγήν καί διευθύνθηκαν είς τήν πόλιν κάτω. Υπήγον αμέσως είς τήν Μπεζεργιάν τάπιαν καί άμα είδον τάς άναβά­θρας οί Τούρκοι έφώναξαν δτι παραδίδονται, άλλά νά τούς χαρισθή ή ζωή. Καί άνοίξαντες τήν θύραν είσήλθον οί 'Ελληνες.
Ό Στάϊκος λοιπόν, κύριος αποκατασταθείς του Παλαμιδί­ου, έστειλεν αμέσως τούς φρουρούντας κάτω είς τό Ναύπλιον, παραγγείλας είς τούς Ναυπλιείς νά παραδοθούν είς τον νικητήν καί τούς χαρίζει τήν ζωήν καί έν μέρος τής κινητής πε­ριουσίας των, νά τούς έξαποστείλη δέ ασφαλώς είς τήν Μι­κράν Άσίαν. Εξελθόντων τούτων, ήρχισαν οί Έλληνες τον κανονοτουφεκοβολισμόν δλην έκείνην τήν νύκταν ώστε κατέ­λαβε φρίκη καί απελπισία τούς Ναυπλιείς καί προτού εξημερώση έστειλαν πρεσβείαν είς τον Στάϊκον, δτι παραδίδονται είς τήν διάκρισιν τοιούτου γενναιόφρονος νικητού.
Άλλ' ό Στάϊκος, άφού κατέλαβε τοιούτον άκαταμάχητον φρούριον, έγραψεν αμέσως είς τήν Κυβέρνησιν, έξαποστείλας δύο ιππείς διά τήν χαροποιόν ταύτην άγγελίαν, προτρέπων αυτήν δτι ή ιδία νά προφθάση δσον ένεστι τάχιον, ή ν' άποφασίση νά στείλη ευθύς πληρεξούσιον άντιπρόσωπόν της νά παραδοθώσι τά φρούρια αυτά εν ονόματι τής Κυβερνήσεως του Έθνους, νά μην συμβή αταξία καί κατάχρησις. Συγχρόνως δέ ειδοποίησεν (από άνοησίαν του μάλλον) καί τον Κολοκοτρώνην, διατρίβοντα τότε είς τό Σούλι, τήν χαροποιάν ταύτην άγγελίαν. Καί άμα έλαβε αυτήν άνεχώρησεν αύθωρεί καί έφθασεν είς τό Παλαμίδι προ τής ανατολής του ηλίου καί κα­τόπιν αυτού μετά δύο ώρας έφθασαν όλοι δσοι εύρίσκοντο εις τήν 'Αργολιδοκορινθίαν στρατιώται υπέρ τάς τρείς χιλιάδες. Καί τότε ό μέν Κολοκοτρώνης έγινε κατακτητής, καί κύριος το Παλαμιδίου, τον δέ Στάϊκον παρηγκώνισε καί έμηδένισεν, ώστε οί περί τον Κολοκοτρώνην σωματοφύλακες λεγό­μενοι, αφού ήρπασαν δσα είς τό Παλαμίδι όπλα καί πράγμα­τα τουρκικά, κατά διαταγήν αύτού, τά οποία είχεν συνάξει ό Στάϊκος καί έναποταμιεύσει είς εν μέρος διά νά τά παραδώση είς τήν Κυβέρνησιν τακτικώς νά διανεμηθώσι μαζί μέ τά τού Ναυπλίου, κατήντησαν νά του άρπάσουν καί τά εδικά του όπλα ότι ήτον δήθεν τουρκικά. Είς τοιαύτην άνόσιον πράξιν καταντήσαντες άνήγγειλεν ό Στάϊκος είς τον Κολοκοτρώνην αυτήν τήν βανδαλικήν άπανθρωπίαν καί του άπήντησεν ότι «καλά του τό έκαμαν του κερατά! διότι ήθελε νά προσκαλέση τήν ψωροδιοίκησιν από τό Κρανίδι νά τής παραδώση τοιαύτα φρούρια!» Άμα λοιπόν έφθασεν εκεί, ώς εΐρηται, αμέσως ήρχισε τήν διαπραγμάτευσιν καί αυθημερόν τήν έτελείωσε καί παρεδόθηκαν όλα αυτά τά φρούρια διά συνθήκης έπ' ονόματι τοΰ Κολοκοτρώνη χωρίς τήν άδειαν τής Κυβερνήσεως του Έθνους καί μηδ' αυτής τής υποχειρίου του Πελοποννησιακής Γερουσίας, ήτις άφου έμαθε τό τοιούτον άνοσιούργημα καί δυσανα σχετήσασα κατήντησεν είς τοιαύτην τόλμην, ώστε του έγραψε πικράς επιπλήξεις, άλλ' ολίγον έφρόντισε δι' αύτάς.'Οθεν γενόμενος κύριος κατακτητής του Ναυπλίου έσύναξαν όλα τά πλούτη τών Τούρκων καί τά μεν άχρηστα, οίον χαλκώματα, όπλα σιδηρά, παλαιοστρώματα βρωμερά καί ενδύματα, τά έθεσαν είς τά τσιαμία προς φύλαξιν δήθεν, νά γί­νουν διανομή είς τούς στρατιώτας, τά δέ χρυσά, αργυρά, πο­λύτιμους λίθους, μαργαρίτας καί όλα τά βαρύτιμα πράγματα, τά έθεσαν κατά μέρος, αυτός μέ τούς υιούς του, ό Πλαπούτας, ό Νικη ταράς, ό Τσιόκρης, οί Πετιμεζαΐοι, ό Τασκούλιας, ό Αποστόλης καί οί λοιποί κόλακες των καί τά διένειμαν με­ταξύ των καί όσα έκλεψεν ό εις του άλλου κρυφίως καί ήρπασαν, ώστε τά κατεβρόχθισαν όλα, ώς ό Άδης, άδικήσαντες καί τό Δημόσιον καί τούς άπ' αρχής πολιορκητάς, καθότι καί τά συναχθέντα είς τά τσιαμία, καί αυτά τά έκλεψαν εκείνοι οίτινες έγνώριζον τήν τέχνην αυτήν καί, όταν τά ήνοιξαν, δέν ευρέθη σχεδόν τίποτε.
Του δέ Στάϊκου, του άδελφού του καί όλων τών 350 στρα­τιωτών τους τούς έβγαλαν μερίδιον είς μαλλιάν, παλαιο­στρώματα καί παλαι οφορέματα τουρκικά βρωμερά τριών χι­λιάδων γροσίων κατ' έκτίμησιν, δηλαδή προς οκτώ γρόσια εκάστου στρατιώτου, τά οποία ούδ' έκαταδέχθηκαν νά τά πά­ρουν μ' όλην τήν πτωχείαν τους. Άφού λοιπόν έφθασεν ή Κυβέρνησις εύρε τά πάντα τελειωμένα, καί, μή θελή σας ό Κολο­κοτρώνης νά παραδώση προς αυτήν τά φρούρια τού Έθνους, άνεχώρησεν αυθημερόν καί ύπέστρεψεν είς τό Κρανίδι. Άλλ' επειδή καί ειχε κάμει τήν προτέραν συνθήκην, διά τήν άξιοπρέπειαν του έθνους, διέταξε τον Μιαούλην καί έμβαρκάρησεν όλας τάς τουρκικάς οικογενείας καί τάς μετεβίβασεν είς τά παράλια τής Μικράς Ασίας. Τούς δέ δύο πασάδες τούς έκράτησαν είς τό Ναύπλιον. Ό δέ Κολοκοτρώνης αποκατασταθείς αύτοχειροτόνητος κατακτητής έδιόρισε φρουράρχους τον υίόν του τον Πάνον καί τον Δ. Πλαπούταν καί διατρίψας ημέρας τινάς προς έξασφάλισιν τών λαφύρων άπήλθεν είς Τριπολιτσάν, τήν οποίαν είχε κέντρον καί περιεφέρετο είς τάς δια­φόρους επαρχίας χάριν διασκεδάσεως, ενεργών διά τήν μέλλουσαν Συνέλευσιν νά συμπήξη ίδιον σύστημα, διά νά κάμη τούς πληρεξουσίους, (εί δυνατόν), εδικούς του, νά παρουσιασθή ισχυρός, ότε φθάσας έκεί καί ό προ πολλού επιθυμητός προς αυτόν Όδυσσεύς, καί συνήχθησαν άπαντες οί τής συμ­μορίας των, έσκέπτοντο ήμερονυκτίως διά πολλάς ημέρας νά εύρουν τον τρόπον, μέ τον όποιον έδύναντο νά κατορθώσουν νά απομακρύνουν άπό τά πράγματα όλους τούς προύχοντας τής Πελοποννήσου, νά δώσουν τρόμον είς τούς τών λοιπών τμημάτων πληρεξουσίους.
Άμα έδιόρισεν ό Κολοκοτρώνης τον υίόν του καί τον Πλαπούταν φρουράρχους είς τό Ναύπλιον, αμέσως έβγαλαν τούς Κρανιδιώτας άπό τό Παλαμίδι, τούς οποίους είχε διορί­σει ό Στάϊκος φρουρά άπό τήν πρώτην ώραν τής εφόδου, επειδή καί ύπώπτευον άπό αυτούς ότι δέν ήτον του κόμματός των, καί αν ήρχετο ή Κυβέρνησις είς τό Ναύπλιον, καθώς έπροκήρυξεν ότι ή καθέδρα της έσεται τού λοιπού είς τό Ναύ­πλιον καί έκεί έπροσκαλούσεν όλους τούς πληρεξουσίους νά συναχθούν διά τήν Έθνικήν Συνέλευσιν, μή τύχη οί Κρανιδιώται καί παραδώσουν είς αυτήν τό Παλαμίδι.
Συγχρόνως διέταξαν καί τον Γοβερνάτην, Γάλλον άρχηγόν του τακτικού στρατού, (τον όποιον είχε στείλει ή Κυβέρνησις άπό τήν πρώ­την ήμέραν είς τό Ναύπλιον μέ τετρακόσιους στρατιώτας προς φύλαξιν του φρουρίου τής ασφαλείας καί τής ευταξίας τών κατοικούντων), διά νά έξέλθη καί αυτός αμέσως άπό τό Ναύ­πλιον νά διαμένη εις τήν Νάριαν, άλλ' αυτός απήντησε φρονίμως, ότι δέν δύναται νά ύπακούση είς κανενός άλλου διαταγήν παρά είς τής Κυβερνήσεως ήτις τον έδιόρισε, καί αυτή δύναται νά τον διάταξη νά έξέλθη. Αυτοί τον έβίασαν καί έκ δευτέρου καί τρίτου νά έξέλθη, επειδή καί έμαθον δτι έσκόπευεν ή Κυβέρνησις νά ύπάγη εκεί έκείνην τήν έβδομάδαν καί ύπώπτευον δτι αυτός ήθελεν ύπερασπισθή τήν Κυβέρνησιν διά τών όπλων. Μετεχειρίσθηκαν επί τέλους τήν δύναμιν τών όπλων καί, συγκρούσεως γενομένης, μέ μεγάλην έπιμονήν τών τακτικών, υπαρχόντων καί ατάκτων, υπέρ τάς τρεις χι­λιάδας, καί άφού έφονεύθηκαν καί έπληγώθηκαν υπέρ τούς σαράντα τακτικοί, έμεσολάβησαν οί πολίται καί ήναγκάσθη ό Γοβερνάτης νά υποχωρήση καί νά άποσυρθή είς τήν Νάριαν, νά ύποκύψη είς τήν παράνομον βίαν, όστις αμέσως έδωκε τήν παραίτησίν του τακτικώς είς τήν Κυβέρνησιν δικαιολογημένην, δτι δέν δύναται νά υπηρτήση τοιούτον άναρχον καί άχάριστον έθνος. Καί τό μεν τακτικόν διελύθη, αυτός δέ άναχωρήσας μέ ολίγους άπήλθεν είς τήν Αίγυπτον καί κατετάχθη είς τήν ύπηρεσίαν τού Μεχμέτ 'Αλή πασιά.
Μετά τινας δέ ημέρας έλθούσα καί ή Κυβέρνησις είς τό Ναύπλιον μ' δλους τούς πληρεξουσίους τών νήσων, του Αιγαί­ου Πελάγους καί τινας τής Ανατολικής Ελλάδος, κατά τήν προκήρυξίν της,
δέν τήν έδέχθηκαν οί αύτοχειροτόνητοι κατακτηταί νά είσέλθη καί ούτως άπήλθεν είς τό Άστρος καί διέμενεν, εκείθεν δέ είδοποίησεν είς όλας τάς επαρχίας τ' ανω­τέρω συμβάντα καί ότι νά πέμψωσι τούς πληρεξουσίους των είς τό Άστρος νά συγκροτηθή ή Συνέλευσις...
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: