"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Αντιπρόεδρος Κολοκοτρώνης και ο στρατηγός Δεληγιάννης σπεύδουν να εισπράξουν τον έρανον.

'Ανεχώρησα λοιπόν άπό τό Σοφικόν καί έφθασα μέ τους στρατιώτας μου είς Τριπολιτσάν, όπου έκατοικούσα τότε με τήν οίκογένειάν μου. Αύθωρεί ήλθεν ό Κολοκοτρώνης, Υπουργοί καί έκ διαλειμμάτων κατόπιν οί βουλευταί όλοι καί με έχαιρέτησαν καί άπαντες μέ προτροπάς καί παρακλήσεις εξεφράσθησαν νά μήν καταδεχθώ νά κινηθώ κατά τοιούτων αθλίων δολοφόνων μεχρισότου άπαντηθή ό κίνδυνος της πατρίδος από τα στίφη των εχθρών και έπειτα ας κάμω οποί­αν χρήσιν θέλω του δικαιώματός μου. Σκεφθείς λοιπόν μετά τών έκεί ευρεθέντων αδελφών μου Άναγνώστου, Κωνσταντάκη και Πανάγου και μετ' άλλων συγγενών και οικείων μας, διά νά μην φανώμεν ημείς οί πρωταίτιοι της κατα­στροφής της πατρίδος μας και χυθή αίμα άδελφικόν, άπεφασίσαμεν νά μην κάμωμεν ουδέν κίνημα και ό καιρός νά μάς γίνη διδάσκαλος. Τούτο ευχαρίστησε και την Κυβέρνησιν και την Βουλήν και τον Κολοκοτρώνην και δλους τους φιλοπάτριδας και φρόνιμους διά την τόσην άμνησικακίαν, μετριοπάθειαν και γενναιοψυχίαν όπού έδείξαμεν, ένώ έγνώριζαν άπαντες δτι εις έκείνην την έποχήν ήδυνάμεθα νά τούς καταστρέψωμεν, μέ τό νά ήτον συναγμένοι εις τά Λαγκάδια υπέρ τούς δισχιλίους στρατιώται αυθόρμητοι νά εκδικηθούν και δέν περιέμενον άλλο παρά τήν έδικήν μου άπόφασιν διά νά κινηθούν. Ήτον τω όντι άξιοπαρατήρητος τότε και αξιομνη­μόνευτος διά τήν Ίστορίαν ή ανεξικακία και ή γενναιοψυχία του Άνάστου Δεληγιάννη, ό όποίος μέ έγραψεν ιδιοχείρως, δτι έάν κάμης κίνημα κατά τών δολοφόνων μου, θέλει έχω σέ εις τό έξής ώς δολοφόνον μου καθότι καταστρέφεις τήν ύπόσχεσιν και τον όρκον, τον όποίον έδωκα εις τον Θεόν, νά αποθάνω υπέρ τής πατρίδος και είτε από Τούρκους φονευθώ ειτε από κακούργους δολοφόνους Έλληνας ό φόνος αυτός είναι υπέρ τής Πατρίδος। Και επειδή έδολοφονήθην υπέρ τών νόμων και τής Κυβερνήσεως τής πατρίδος δέν απαιτώ ούδεμίαν ίκανοποίησιν και μάλιστα δι' εμφυλίου πολέμου νά χύσωμεν αίμα άδελφικόν ένεκα ολίγων κακούργων κτλ. Ήναγκάσθην λοιπόν και έγραψα τών αδελφών μου Δημητράκη και Νικολάκη νά ευχαριστήσουν έκ μέρους μας όλους τούς στρατιώτας και ιδίως τούς καπεταναίους μας διά τήν τόσην άγάπην, προθυμίαν καί έμπιστοσύνην τήν όποίαν αύθορμήτως έδειξαν προς ημάς καί νά τούς δώσουν τήν άδειαν νά απέλθει έκαστος εις τά ίδια. Έκράτησα καί εγώ τριακόσιους έκ των δσων μέ παρηκολούθουν, εις δέ τούς λοιπούς έδωκα τήν άδειαν καί άπήλθον εις τάς οικογενείας των. Έγραψα δέ και προς τήν Κυβέρνησιν περί τών πράξεών μου τοιούτων, ήτις έπήνεσε τήν αύταπάρνησιν καί γενναιότητά μου καί μ' ευχαρίστησε διά τον τρόπον μου αυτόν, καί συγχρόνως μέ διέταξε νά ακολουθήσω τον άντιπρόεδρον Κολοκοτρώνην, να άπέλθωμεν εις τάς επαρχίας Καρυταίνης καί Μεσσηνίας, να συνάξωμεν τον έρανον.
Διά νά μήν δώσω λοιπόν αίτίαν υπονοιών καί δυσαρεσκείας εις τον Κολοκοτρώνην καί λάβουν επιχείρημα οί υιοί του, oι συγγενείς καί κόλακες του, τό όποίον έπεθύμουν, διά να επιφέρουν τήν μεταξύ μας διαίρεσιν έτι χειροτέραν τής προτέρας, τά παρέβλεψα δλα καί έθυσίασα μέ αύταπάρνησιν τήν φιλοτιμίαν μου καί τον ήκολούθησα μέ 300 στρατιώτας μου. Είχε καί αυτός τούς γραμματικούς του Μιχαλάκην Οίκοινόμου καί Κόκκαλην, τούς ύπασπιστάς του Φωτάκον καί Ζαφειρόπουλον καί είκοσιν ώς έγγιστα στρατιώτας oίτινες τον ήκολούθουν, καί άπήλθομεν εις τήν Δημητσάναν πρωτεύουσαν τής επαρχίας Καρύταινας, δπου εύρομεν συναγμένους δλους τούς προκρίτους τών κωμοπόλεων καί χωρίων καί μερικούς αμερόληπτους άπό τήν Ήλιοδώραν'
τούς ώμίλησε περί του εράνου, οίτινες προθύμως παρεδέχθησαν, δτι θέλουν δώσει τον κατά λογον εις τον Έπαρχον νά τον συνάξη καί ότι εντός δύο εβδομάδων εμβάζουν τά χρήματα εις τήν Κυβέρνησιν... Έξεφράσθη δέ καί απείρους άπειλάς (απόντος έμού κατά τών λαβόντων μέρος εις τήν δολοφονίαν του Άνάστου Παλουμπαίων. Έγώ δμως δέν κατεδέχθην νά αναφέρω ούτε λέξιν περί αύτού του αντικειμένου μήτε νά δείξω τοιαύτην αγενή άνανδρίαν διά νά φοβερίσω, άλλ' έσυστήσαμεν προς πάντας τήν εύπείθειαν εις τήν Κυβέρνησιν, τήν υποταγήν είς τούς νόμους καί τήν προς αλλήλους ένωσιν καί άγάπην χωρίς νά άκολουθήση ή παραμικρά δυσαρέσκεια ή ψυχρότης είς κανέ­να' καί ούτως άναχωρήσωμεν εν άκρα ησυχία καί άπήλθομεν είς τήν Μεσσηνίαν.
Φθάσαντες είς τό χωρίον Σκάλαν ήλθε μία επιτροπή από τό Νησί έκ τριών προκρίτων απεσταλμένη άπό τήν κοινότητα των (ή μάλλον ειπείν άπό τάς ενεργείας τών γραμματικών του, τών υπασπιστών του καί τινων έκ τών παρακολουθού­ντων αυτόν κολάκων του) νά άναγγείλη είς τον άντιπρόεδρον Κολοκοτρώνην, ότι δέν τον δέχονται νά είσέλθη είς τήν πόλιν των, μήτε έρανον δύνανται νά πληρώσουν, καί, δτι, έάν δέν πεισθή νά άκούση τάς παρακλήσεις των, ευρίσκονται είς τήν δυσάρεστον θέσιν νά αντιτάξουν τήν βίαν κατά τής βίας διά τών δπλων.
Αυτό τό στρατήγημα ένηργήθη άπό τούς υιούς του, άπό τον Πλαπούταν, Νικηταράν καί τών λοιπών μελών τών συ­νωμοτών, διά νά ρίψουν τήν ήθικήν έπιρροήν του, νά τον μη­δενίσουν, ώστε νά υποχρεωθή καί άκων νά άποχωρισθή άπό ημάς, νά τον επαναφέρουν είς ην τον ειχον προτέραν κατάστασιν, νά τον άγουν καί νά τον φέρουν κατά τό δοκούν।
Ό Κολοκοτρώνης έμεινεν εμβρόντητος άπό αυτό τό άπροσδόκητον τόλμημα τοιούτων ψοφοδεών ανθρώπων έφρύαξεν, ήπείλησεν, έφώναξεν, αλλά έμειναν απτόητα τά μέλη τής επι­τροπής εκείνης, καθώς ήτον προδιαθετειμένα. Ήναγκάσθημεν λοιπόν καί μετέβημεν είς τό Άναζύρι, είς τήν οίκίαν τών Παπατσώνηδων, δπου εύρομεν λαμπράν υποδοχήν καί περιποιή­σεις καί συναγμένους δλους τούς προκρίτους τής επαρχίας Έμλακίων, οίτινες είπον είς τον Κολοκοτρώνην, δτι είναι εύπειθείς είς τάς διαταγάς τής Κυβερνήσεως καί έχουν έτοιμον τον κατάλογον τής διανομής διά νά τά συνάξουν καί έζήτησαν δυο εβδομάδων προθεσμίαν, τήν οποίαν δέν τούς τή ήρνήθη, άλλά αυτοί έθεώρουν δτι αν πληρώση τό Νησί καί η Καλαμάτα καί αι λοιπαί, τότε νά πληρώσουν καί αυτοί, καθότι έγνώριζον δτι δέν άφηναν οί υιοί καί συγγενείς τού Κολοκοτρώνη νά δώσουν τον έρανον αυτόν.
Τή επαύριον άναχωρήσας ό Κολοκοτρώνης ν' άπέλθη είς Νησί άπέχον μίαν ώραν τούτ' Άναζυρίου, συνοδευόμενος άτι δλην τήν φρουράν μας (έκτος έμού, τών υπασπιστών κα γραμματικώς μου διαμείναντες είς τήν οίκίαν τών γυναίκαδέλφων μου) εύρεν έκτος του Νησίου συναγμένον δλον τόν λαόν άνδρας γυναίκας καί παιδία ού μόνον τών κατοίκων άλλά καί τών γειτνιαζόντων χωρίων. Τον είπον καί τον παρεκάλεσαν νά αναχωρήση αμέσως καί νά μήν θελήση νά καταστραφή ένας ολόκληρος λαός, καθότι είναι αποφασισμένοι νά αποθάνουν δλοι μέ τά δπλα είς τάς χείρας, είς τά ερείπια τών οικιών τους, παρά νά τον δεχθούν.
'Ωστε καταντήσας είς τήν παντελή άμηχανίαν άνεχώρησε μέ άπειλάς μέν άλλά μέ πολλήν λύπην καί πικρίαν καί διαβάς είς τήν Μικρομάνην διενυκτέρευσεν έκεί καί απήλθε τήν επαύριον εις τήν Καλαμάταν, άλλά δέν εύρε τήν προσδοκωμένην ύποδοχήν, άλλ' ουδέ καί άντίστασιν ένεκα τής Προεδρίας του Πετρόμπεη. Έζήτησε καί έκεί τον έρανον, άλλ' έλαβε τήν αυτήν άπάντησιν, δτι δταν ίδωμεν καί πληρώσουν δλαι αί έπαρχίαι, πληρώνομεν καί ημείς. Βλέπων λοιπόν τοιαύτην άψηφησίαν καί κατάστασιν πραγμάτων, ανέφερε τά γεγονότα είς τήν Κυβέρνησιν, έζήτησεν καί οδηγίας ποίον δρόμον νά βαδίση.
Ήτον ή εποχή περί τά μέσα του Αυγούστου, δτε ή Μεσ­σηνία έπλημμυρούσεν άπ' δλας τάς όπώρας, οίον σύκα, στα­φύλια, πεπόνια καί άλλα, ήκολούθησε δέ καί μία τρομερά θερ­μοκρασία είς τήν άτμοσφαίαν, ώστε οί στρατιώται, τρώγοντεςκατά κόρον άπό αύτάς καί όντες ορεινοί, εντός δέκα ήμερών ότε ήλπιζον νά ληφθή ή άπάντησις τής Κυβερνήσεως ήσθένησαν άπαντες άπό λοιμικήν νόσον.
Ήσθένησεν επίσης καί ό Κολοκοτρώνης, άλλ' αυτός άνεχώρησε ευθύς μετά τών ολί­γων εκείνων δορυφόρων του καί τρέξας νυχθημερόν άπήλθεν είς τήν Τριπολιτσάν, όπου μεθ' ημέρας άνέρρωσε. Τελευταίον πάντων ήσθένησα καί έγώ άπό ένα τυφώδη πυρετόν βαρέως. Έφερον αμέσως ιατρούς καί ιδίως τον Κάββαν, καί μέ επε­σκέφθησαν, άλλ' έκ τών πολλών αιμάτων, βδελλών καί τής δεινότητος τής ασθενείας κατήντησας είς μεγάλην άτονίαν μέ έσήκωσαν είς τον κράββατον είκοσι δυνατοί άνδρες καί διά 24 ώρας μέ άπήγαγον ήμιθανή είς τήν Τριπολιτσάν όπου διέμεινα κλινήρης τρεις ώς έγγιστα μήνους. Τούς δέ στρατιώτας μου άπαντες τούς έστειλαν οί Παπατσώνηδες είς τάς οικίας τους φορτωμένους είς τά ζώα όλους ασθενείς. Καί ούτως έτελείωσεν εκείνη ή πολυθρύλητος εκστρατεία, ένεκα τής οποίας καί ή ζωή μου έκινδύνευσε καί υπέρ τάς πενήντα χιλιάδας γρόσια έξόδευσα έξ ιδίων μου.
ΠΗΓΕΣ:

ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: