"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυβέρνηση- Μαυροκορδάτος-Κολοκοτρώνης-Δολοφονία Ανάστου Δεληγιάννη.

Επειδή, ώς προείρηται, τά εχθρικά στρατεύματα, τριάντα σχεδόν χιλιάδες, έκινήθηκαν μάλλον κατά της Ανατολικής Ελλάδος, και εν μέρει κατά της Δυτικής, και άπελπισθέντα τά μέρη εκείνα, μή δυνάμενα νά άνθέξουν εις τόσα στίφη βαρβά­ρων, (επειδή και οί περισσότεροι των καπεταναίων αυτών ήτον προσκυνημένοι με τό λεγόμενον καπάκι καί είχον τά αρματολίκια), κατέφυγον οί κάτοικοι αυτών εις τά δρη καί είς τά δάση καί μέρος είς τάς νήσους του Αιγαίου καί οί πλείστοι είς τήν Πελοπόννησον διά νά σωθώσι αί οικογένειαί των από τήν αίχμαλωσίαν. Κατέφυγον δέ καί είς τήν Κυβέρνησιν δι' αλλεπαλλήλων αναφορών καί αποστολών, έξαιτούμενοι Πε­λοποννησιακά στρατεύματα. Άλλ' ή Κυβέρνησις πού νά τά εύρη; ή ποίος τήν ήκουε τότε; Ένώ έτρεχον οί απονενοημένοι συνωμόται είς τάς επαρχίας με τάς έπαναστατικάς έκείνας προκηρύξεις, λέγοντες καί διαβεβαιούντες τους λαούς ότι τουρ­κικά στρατεύματα μήτε ήλθον, μήτε υπάρχουν είς τήν Ρούμελην, μήτε τολμούν πλέον νά έλθουν, άφού είδον τήν κατα-στροφήν του Δράμαλη, τήν πτώσιν του Ναυπλίου καί τήν καταστροφήν πέντε πασιάδων είς τό Μισολόγγι, καί ότι αυτά τά ψεύματα τά πλάττουν οί προύχοντες της Πελοποννήσου μέ την κυβέρνησιν οπού την έκαμαν εδικήν τους καθώς ήθελον διά νά έβγάλουν έξω τά Πελοποννησιακά στρατεύματα, νο εύρουν άρμόδιον τον καιρόν νά συνάξουν τάς προσόδους, τρία εις τά δέκα, νά τάς φάγουν, και άλλα πολλά τοιαύτα προσκόμματα έτεκταίνοντο, ώστε δεν έστάθη δυνατόν νά ξεκινήσουν μήτε πεντακόσιοι στρατιώται καί καταντήσασα ή Κυβέρνησις κατ' άμφω είς άμηχανίαν άπεφάσισεν ή ιδία (διά νόμου εκδοθέντος είς τά τέλη Μαΐου) νά έκστρατεύση διά τον Ίσθμόν, τά ήμισυ μέλη, τά δ' άλλα ήμισυ διά τάς Πάτρας, νο δυνηθώσι καν εκείθεν νά δώσουν παρηγορίαν τινά είς τούς πά­σχοντας καί άπελπισθέντας αδελφούς μας, νά έμψυχωθώσι. Τότε δέ διά πολλών κόπων καί παρακλήσεων, έξεκόλλησαν καί τον Όδυσσέα από τήν Τριπολιτσάν είς τήν οποίαν διέμενεν μέ τούς διακοσίους του διά νά κατορθώσουν τήν άσυδοσίαν καί άναρχίαν, νά διαλύσουν τήν Κυβέρνησιν καί νά συστήσουν το ποθούμενον είς αυτούς Γοβέρνο Μιλιτάρε, καί άπήλθεν εις τήν Ρούμελην, άλλ' ούδεμίαν ώφέλειαν έπροξένησεν ό πηγαιμός του. Έξεκίνησε καί ό Νικηταράς μέ τριάντα Λεονταρίτας, καί μέ εξήντα Βουλγάρους ό Χατζηχρίστος, καί άπήλθον είς τον Κορινθιακόν Ίσθμόν, περιμένοντες νά υπάγουν καί άλλα πολ­λά Πελοποννησιακά στρατεύματα νά ενωθούν καί νά εξέλθουν ώστε μή έχοντες τήν άνήκουσαν δύναμιν νά εξέλθουν είς τήν Ρούμελην έμενον εκεί.

Άποφασίσασα, ώς είρηται, ή Κυβέρνησις νά εκστράτεύση διά τήν Κόρινθον, καί εκείθεν οί μέν διά τά Μέγαρα καί Σα­λαμίνα, οί δέ διά της Πάτρας, μέ
διέταξεν υποχρεωτικώς νά τήν ακολουθήσω ώς φρουρά αυτής μέ πεντακόσιους περίπου στρατιώτας, μή έχουσα έμπιστοσύνην είς ούδένα άλλον, καί μ' όσα μέσα
μετεχειρίσθην νά αποφύγω αυτόν τον διορισμόν, διά νά αποφύγω μάλλον τήν
άντιπάθειαν καί άντιζηλίαν των, ώς είρηται, συνωμοτών, υποσχεθείς προς αυτήν νά
έκστρατεύσω διά τήν Ρούμελην μέ έπέκεινα τών χιλίων στρατιωτών δι' ιδίων εξόδων
μου, καθώς άπ' αρχής του αγώνος έπραττον τούτο μετά τών αδελφών μου, άλλ' έστάθη αδύνατον.

Ωστε ανα­γκασθείς, έγραψα αμέσως καί ήλθον πεντακόσιοι εξήντα στρατιώται καί έσυνόδευσα τήν Κυβέρνησιν από τήν Τριπολιτσάν καί άπήλθομεν είς τά Κλημεντοκαίσαρη χωρία της Κο­ρίνθου, όπου εύρομεν συνηγμένους εκεί άπαντας τούς προκρί­τους της επαρχίας εκείνης, καί διαμείνανατες ημέρας τινάς καί συνάξασα ή Κυβέρνησις μόλις εβδομήντα χιλιάδας γρόσια δι' έρανον της επαρχίας εκείνης, τό άνάλογον έκ τών 500 χι­λιάδων, ό όποίος υπεβλήθη νά πληρώση ή Πελοπόννησος. Καί ένώ ήτοιμάζετο νά αναχωρήση ή Κυβέρνησις έφθασεν ή είδησις από τήν Τριπολιτσάν, ότι τά εκεί έλθόντα στρατιω­τικά σώματα άπό τήν Λακεδαιμονίαν καί από τήν Άρκαδίαν συνεκρούσθησαν μεταξύ των καί πολεμήσαντα διά τών όπλων ήμισείαν ήμέραν έφονεύθηκαν δύο άπό τό εν μέρος καί τρεις άπό τό άλλο καί μόλις οί βουλευταί έπεσαν είς τό μέσον καί τούς έχώρισαν.
Λαβών τούτο ώς επιχείρημα ό Κολοκοτρώνης (άλλ' ότι άνεκαλύφθη έπειτα του έγραψαν ιδίως οί πρώην συνωμόται του ότι μετά τήν άπό Τριπολιτσάν άναχώρησίν του ενήργη­σαν οί ενάντιοι των καί τό Βουλευτικόν σώμα έξελέξατο πρόεδρον αύτο τον Μαυροκορδάτον, γενικόν όντα Γραμματέα τοΰ Εκτελεστικού, παραιτηθέντος του Ιωάννου Όρλάνδου. Τούτο έτάραξε τήν χολήν της συμμορίας των ταύτης καί τον έπαρακινούσαν οί κόλακες του νά έπιστρέψη είς τήν Τριπολι­τσάν διά νά σκεφθώσι νά πάρουν ένα δρόμον) καί απεφάσισε νά αναχωρήση. Μ' όλας τάς προσπάθειας τών λοιπών μελών της Κυβερνήσεως καί τούς δικαιολογημένους ορθούς λόγους, έστάθη αδύνατον νά συγκατατεθή νά μείνη· καί ούτως άνεχώρησεν αμέσως. Καί ένώ ήτον ό Μεταξάς διορισμένος νά άπέλθη είς τάς Πάτρας νά ένωθή μετά τού Ζαΐμη, ήναγκάσθη καί έμεινε μετά τού Προέδρου Μαυρομιχάλη καί του Σ. Χαραλάμπη, καθότι έμενεν ατελές τό σώμα της Κυβερνήσεως καί ειδοποίησαν τό περιστατικόν τούτο είς τον Ζαΐμην χωρήσαμεν εκείθεν καί ύπήγομεν είς τό Σοφικόν, πλήσίον τών Μεγάρων, καί έτοποθετήθη έκεί ή Κυβέρνησις.
Ό δέ Κολοκοτρώνης φθάσας εις Τριπολιτσάν διέταξεν αμέσως (ώς έχων πληρεξουσιότητα άπό τήν Κυβέρνησιν να διορίση είς ποίαν έκστρατείαν νά άπέλθη έκαστον τών συμπλακέντων σωμάτων) καί τούς μέν Άρκαδινούς διέταξεν απέλθουν είς τάς Πάτρας, τούς δέ Λακεδαιμονίους εις τα Μέγαρα καί έτελείωσε καί αύτη ή σκηνή.
Ύπήγον λοιπόν καί βουλευταί πολλοί καί οί ύπουργοί επεσκέφθησαν τον Κολοκοτρώνην, ώς άντιπρόεδρον. Σύν τοις άλλοις υπήγε καί ό Μαυροκορδάτος, νέος Πρόεδροι Βουλής, νά τον έπισκεφθή, άλλ' άμα έμβήκεν είς τήν οικίαν του, τον εδέχθη μέ τον πλέον άνοίκειον καί βάρβαρον τρόπον χωρίς καν νά σεβασθή τήν ύψηλήν θέσιν του Προέδρου, και με αλόγους φωνασκίας καί απρεπείς εκφράσεις τον λέγει να ύπάγη νά δώση τήν παραίτησίν του αμέσως άπό τήν προεδρίαν, άλλως είναι αναγκασμένος νά τον έξορίση κακήν κακώς άπό τήν Ελλάδα, ώς ταραξίαν. Αυτός τον απήντησεν μέ εύσχημοσύνην, ότι ή Βουλή τον έδιόρισεν άνευ τής συγκαταθέσεώς του, ένώ κατείχεν όμοίαν μέ αυτήν θέσιν του Γ. Γραμματέως, ό έστί Πρωθυπουργός, καί ότι χωρίς να τον θέση είς τοιαύτας ασχολίας, θέλει δώση αμέσως τήν παραίτησίν του. Καί ούτως ήκολούθησεν' άλλ' ή Βουλή δέν τήν δέχθη, μάλλον τον προσεκάλεσεν επισήμως καί τήν έπιούσαν συνεδρίασε. Τούτο μαθών ό Κολοκοτρώνης κατεταράχθη έγινε μανιακός έκ του θυμού, καί του παρήγγειλε μέ έτι άπεσταλμένον, ότι θά τον φέρη είς δεινήν θέσιν καί θά κινδυνεύση ή ζωή του.Ύπήγον δέ προς αυτόν καί πολλοί φίλοι του καί τον είπον ότι κάμνει φρόνιμον νά αναχωρήση εκείθεν περιφρουρημένος άπό πιστούς στρατιώτας καί κρυφίως, καθότι έτεκταίνετο κατ' αυτού δολοφονία. Αναγκασθείς λοιπόν κατέφυγεν είς τήν οίκίαν του Αναστασίου Λόντου, ώς φίλον του, καί αυτός τον συνώδευσε μέ πιστούς στρατιώτας του, τον εξήγαγε τήν νύκταν έκείνην ό ϊδιος,
καί κατεβάσας αυτόν άπό τό τείχος του φρουρίου καί τρέξας όλην τήν νύκταν δρομαίως καί φθάσας είς τό "Αστρος, έμβήκεν αμέσως είς εν πλοιάριον καί έφθασεν είς τήν "Υδραν όπου εξασφαλισθείς διέμενεν υπό τήν προστασίαν τής Κουντουριωτικής οικογενείας διά τινα και­ρόν. Άλλ' οί περί τον Κολοκοτρώνην διεφήμισαν έπειτα, ότι ό Αναγνώστης Δεληγιάννης, βουλευτής τής Καρύταινας, έπιθυμών τήν Προεδρίαν τής Βουλής, άπεπειράθη νά κακο­ποίηση τον Μαυροκορδάτον καί διά τούτο φοβηθείς άνεχώρησε, μέ σκοπόν νά δυνηθούν μέ τήν τοιαύτην φήμην, τήν όλως άνύπαρκτον, νά καλύψουν τήν κατ' αυτών κατακραυγήν καί δυσφημίαν (δι' αυτό τό αύθαίρετον άνοσιούργημα) όλων τών Ελλήνων.

Ό Κολοκοτρώνης, έχων 20 ημερών άδειαν άπό τό Έκτελεστικόν νά διαμείνη είς Τριπολιτσάν, καί παρελθούσης αυτής τής προθεσμίας, δέν τον άφηνον πλέον οί κόλακες νά ακολουθή μέ τό Έκτελεστικόν καί τον έκατόρθωσαν νά μένη είς τήν Τριπολιτσάν νά διοική τήν Πελοπόννησον δικτατο­ρικούς, δυνάμει τής αντιπροεδρίας, διά νά δυνηθούν διά πα­ντοίων μέσων νά διαλύσουν καί τήν Βουλήν καί τό Έκτελε­στικόν νά συστήσουν τό πάντοτε έπιθυμητόν εις αυτούς Γοβέρνο μιλιτάρε, νά συνάξη δέ καί τον έρανον τής Πελοποννή­σου. Καί μ' όσας προτροπάς καί παρατηρήσεις τον έκαμαν οί συνάδελφοι του άπό τό Σοφικόν νά έπιστρέψη, αυτός άπαντούσεν ότι ήτον μεγαλύτερα ή ανάγκη νά ευρίσκεται είς τήν Τριπολιτσάν καί τής Βουλής τάς παρεκτροπάς νά άναχαιτίζει και τήν στρατολογίαν νά ενεργή καί τον έρανον νά συνάξη καί έπί τέλους νά κρατή τήν Πελοπόννησον είς ισορροπίαν να μήν ίσχύση δήθεν ή Αγγλική φατρία. Καί άλλας τοιαύτας προφάσεις έπρότεινεν ώστε διέμεινεν έκεί πάντοτε, άγόμενος καί φερόμενος κατά τάς εμπνεύσεις τών γραμματικών καί τών κολάκων του.
Κατά τά μέσα του Ιουλίου, άπήλθεν ό 'Ανάστος Δεληγιάννης (ώς προείρηται) είς Δημητσάναν, ώς επίτροπος Κυβερνήσεως καί έπροεκήρυξαν μετά του Έπαρχου τήν έναρξιν τής δημοπρασίας είς ρητήν ήμέραν. Είς αυτήν συνήλθον, άπαντες οί προκριτώτεροι τών κωμοπόλεων καί χωρίων, όσοι είχον τήν διάθεσιν νά ενοικιάσουν προσόδους. Τήν προτεραίαν είχον τήν διάθεσιν νά ενοικιάσουν προσόδους, την προτεραίαν δέ τής ενάρξεως συνήλθον άπαντες είς τό 'Επαρχιακόν χιακόν Κατάστημα νά αναγνώσουν τον περί ένοικιάσεων νόμον και τάς διαταγάς τής Κυβερνήσεως, διά νά γνωρίζουν ποίους όρους θά ενοικιάσουν' καί άναγνωσθέντων είς έπήκοον πάντων ότι αί ίδιοκτησίαι νά δώσουν έν δέκατον, τά δέ έθνικά δύο είς τά δέκα.
Παρευρέθηκαν δέ είς τήν συνάθροισιν αυτήν υπέρ τους τριάντα Παλουμπαίοι προκα τειλημμέ νοι διά τήν δολοφονίαν, τήν οποίαν είχον άπόφασιν νά πράξουν, καί έξαρχοι αυτών ήτον οί δύο Πλαπουταίοι, Παρασκευάς καί Θανάσης αδελφοί του νυν στρατηγού, γερουσιαστού κτλ. Δημ Πλαπούτα, ό σύγγαμβρός του ό Πανουριάς, ό Κωνσταντής Τσιραλής, (ό δολοφόνος) ο γαμβρός του καί ό Μαστρογεώργης, όλοι ώπλισμένοι' ήτον δέ καί δέκα ώπλισμένοι του 'Ανάστου Δεληγιάννη, άλλ' άνευ ουδεμιάς υπόνοιας του στυγερού σκοπού. Έν μιά φωνή έκραύγασαν οί Παλουμπαίοι μέ όργήν, ότι ήμείς ένα είς τά δέκα θά δώσωμεν είς τά εθνικά, καθότι τοιαύτην ύπόσχεσιν μας έδωκαν οί αρχηγοί μας. Ό 'Ανάστος Δεληγιάννης τους ώμίλησε μ' όλην τήν άπάθειαν καί φρόνησιν, λέξας προς αυτούς, ότι τον νόμον αυτόν τον έκαμεν όλόκληρον τό Έθνος καί ή Κυβέρνησις ενεργεί τους νόμους, ημείς χρεωστούμεν νά πειθώμεθα είς τούς νόμους, νά δώσωμεν τούς φόρους μας, νά οίκονομήση ή Κυβέρνησις τά στρατεύματα καί τάς λοιπάς άνάγκας του Έθνους, καθότι ή πατρίς είναι είς κίνδυνον άπό τήν πλημμύραν τών έχθρών οίτινες συνέρρευσαν καί είναι δίκαιον νά δώσωμεν καί κάτι περισσότερον κτλ. στοχαζόμενος νά τούς πείση είς τον ορθόν λόγον καί τό δίκαιον. Αυτοί ήρχιζαν νά εξυβρίζουν αυθαδών μέ εκφράσεις αίσχράς τήν Κυβέρνησιν, τούς νόμους καί τό Έθνος· όλοι οί πρόκριτοι καί ό έπαρχος άντέκρουσαν πει­σματώδους τήν τοιαύτην αύθάδειαν καί ταραχής καί κρότου προκύψαντος ένεκα τών πολλοτάτων φωνών καί χειρονο­μιών καί εύρών άρμοδίαν τήν περίστασιν ό δολοφόνος έν τω μέσω τοιούτου θορύβου έπυροβόλησε μέ τήν πιστόλαν κατά τού 'Ανάστου Δεληγιάννη καθήμενου είς τήν γωνίαν χαμαί διό νά τον κτυπήση είς τό στήθος, άλλ' αυτός άσηκωθείς αίφνης τον έπήρεν είς τον χονδρόν μηρόν καί έβγήκαν τά μο­λύβια τό όπισθεν μέρος. Έσηκώθηκαν άπαντες όρθιοι φωνάζοντες καί άλαλάζοντες καί εύρόντες οί δολοφόνοι τήν εύκαιρίαν άπεσύρθησαν καί εξελθόντες τοΰ καταστήματος έτρεξαν δρομαίως καί άπέρασαν τό πέρα μέρος του ποταμού καί διε­σώθησαν. Οι δέ οικείοι καί στρατιώται του 'Ανάστου Δεληγιάννη δεν έγνώριζον ώς έκ του θορύβου ποίον έκτύπησαν μέ τήν πι­στόλαν καί ποίος, άλλ' άφου άπέρασεν εν τέταρτον τής ώρας καί έβγήκαν άπαντες άπό τό κατάστημα, τότε τό είδον οί δο­λοφόνοι όμως τότε ήτον απομεμακρυσμένοι' τον επήραν λοιπόν καί τον μετέφερον έπί κραββάτου είς τήν έν Λαγκαδίοις οίκίαν μας. Έφερον ευθύς τον ίατρόν Μ. Κάββαν και άλλους δύο χειρούργους καλούς, άλλ' ή πληγή ήτον θανατηφόρος καί διά νά έμπορέση νά θεραπευθή έχρειάζετο κόποου πολλού καί χρόνου μακρού, ώστε ήναγκάσθηκαν οί άδελφοί μου καί τον μετέφερον μετά ένα ήμισυν μήνα επί κραββάτου άνθρωποι εις τήν Τριπολιτσάν, άλλ' ή πληγή κατήντησε χρονική καί ανίατος πλέον, ώστε ύποφέρας δύο σχεδόν ετών βασάνους καί δυστυχίας κλινήρης άπεβίωσεν είς τό Ναύπλιον. Άκολουθησάσης αυτής τής δολοφονίας αμέσως μέ έγραψαν οι αδελφοί μου αυτό τό περιστατικόν δι' αλλεπαλλήλων πεζών ότι νά προφθάσω έκεί καθότι δέν υποφέρουν τοιαύτην προσβολήν, καί αν τούς συγχαρώ, ήδύναντο καθόλα νά κινηθούν κατά τών δολοφόνων καί νά λάβουν ίκανοποίησιν. 'Ανέφερον όλα αυτά είς τήν Κυβέρνησιν, ήτις ώς αγαθή τω όντι καί φ1λόστοργος μήτηρ μέ προέτρεψε, μέ παρεκάλεσεν νά μήν κάμωμεν παραμικρόν κίνημα χάριν τής κινδυνευούσης πατρίδος καί άφού παρέλθη ό κίνδυνος, τότε καί αυτή ή ιδία θέλει τους αποκήρυξη καί θέλει άποφασίση τήν καταστροφήν τους. Τα αυτά καί περισσότερα μέ έγραφον οί Παπατσώνηδες, Ζαΐμης, οί αδελφοί Μαυρομιχάλαι, ό Σισίνης, ό Λόντος και όλοι οί πρόκριτοι, ότι έάν αποφασίσω νά κινηθώ κατ' αύτών τών απονενοημένων, δέν είναι άλλο παρά νά κινηθή ό έμφύλιος πόλεμος καί συνεπεία αυτού νά έπέλθη ή καταστροφή της πατρίδος καί άλλας τοιαύτας φρόνιμους προτροπάς καί παρατηρήσεις μέ έκαμαν.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: