"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
Απελευθέρωση της Σιάτιστας

Συνήλθαμε σήμερα να πανηγυρίσουμε την απελευθέρωση της Σιάτιστας την 4ην Νοεμβρίου 1912. Λίγες μέρες νωρίτερα τα Ελληνικά στρατεύματα εξορ μούν για να ανατρέψουν τα Οθωμανικά δεσμά τεσσάρων αιώνων στη χώρα του Μεγαλέξανδρου. Φέρνουν τη λευτεριά στα αλύτρωτα αδέλφια. Οι δάφνες των θυσιών του Έθνους δεν μαράθηκαν. Σ’ αυτές προστίθενται κι άλλες. Η μητέρα Ελλάδα μετέχει των Βαλκανικών Πολέμων όπου και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Βαλκανικοί Πόλεμοι είναι οι πόλεμοι που έγιναν το 1912-13, αρχικά από τα σύμμαχα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής, Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο, εναντίον της Τουρκίας για την απελευθέρωση των υπόδου λων ακόμη ομοεθνών τους (Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος)
και στη συνέχεια από την Ελλάδα και τη Σερβία έναντίον της Βουλγαρίας εξαιτίας των επι θετικών ενεργειών της τελευταίας, αποτέλεσμα των εδαφικών διεκδικήσεων της, σε βάρος των πρώην Συμμάχων της (Δεύτερος Βαλκανικός).
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, που αναμφισβήτητα αποτελούν ιστορικό ορόσημο της νεότερης ιστορίας μας και μία από τις μεγαλύτερες εξάρσεις της Φυλής. Η οργανωμένη πολιτεία οφείλει να μεταφέρει στις σημερινές και μελλοντικές γενεές, τον εθνικό παλμό εκείνης της εποχής, όπου όλοι οι Έλληνες αδελφωμένοι σε εθνική πανστρατιά και με ομο­ψυχία ζηλευτή, αποδύθηκαν σε έναν τιτάνιο αγώνα και επιτέλεσαν θαύματα.
Η Ελλάδα, που διέθετε έναν πλήρως αναδιοργανωμένο, άρτια εξοπλισμένο και καλώς εκπαιδευμένο Στρατό, εισήλθε στον πόλεμο κατά της Τουρκίας, στο πλευρό των λοιπών Βαλκανικών Συμμάχων, αποφασισμένη να ελευθερώσει τα εδάφη της που βρίσκονταν ακόμη υπό τουρκικό ζυγό, αλλά και να απο πλύνει την ήττα του ατυχούς πολέμου του 1897. Πράγματι, ο Ελληνικός Στρατός, κάτω από την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Χώρας, άρρηκτα ενωμένος με το Λαό, ανέλαβε τη μεγάλη αυτή εξόρμηση και έγραψε ηρωϊκές σελίδες στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, προκαλώντας το θαυμασμό των Συμμάχων του, αλλά και το δέος των αντιπάλων του.
Στην τιτάνια αυτή προσπάθειά του, ο Ελληνικός Στρατός είχε την ένθερμη συμπαράσταση και ενεργή συμμετοχή, όχι μόνο των σκλαβωμένων ακόμη αδελ φών μας, αλλά και πολλών φιλελλήνων του Εξωτερικού και Κρητών εθε λοντών, που κατά χιλιάδες ενίσχυσαν τον αγώνα και συνέβαλαν στη μεγάλη νίκη.
Παρόντες σ΄αυτόν και οι Μανιάτες. Αυτοί οι ανυποχώρητοι, σκηροτράχηλοι πολεμιστές. Η αναρτημένη στα ταμπούρια τους σημαία, σημαία της Απόρθητης Μάνης, στοχοποιούσε τη βούλησή τους: Νίκη ή θάνατος∙ από την 17ην Μαρτίου 1821. Η Αδούλωτη Μάνη, η Ελευθερώτρα και Σώτειρα Δύναμη. Ανάγκασε τον νικημένο Μπραήμη, ντροπιασμένο να κλειστή στην Καστροζωμένη Τρίπολη, και έσωσε την επανάσταση του 1821 στην Πελοπόνησσο.
Οι επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία, άρχισαν στις 5 Οκτω­βρίου 1912 και διήρκεσαν δύο μήνες περίπου. Στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα, η Ελληνική Στρατιά συνήψε πολλές νικηφόρες μάχες, κατά τις οποίες κατάτρόπωσε τις αντίπαλες τουρκικές δυνάμεις και απελευθέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και τα νησιά του Αιγαίου, με αποκο ρύφωμα την «άνευ όρων» παρά­δοση της Θεσσαλονίκης και του εκεί Τουρκικού Στρατού, λίγες ημέρες μάλιστα μετά την έναρξη του πολέμου.
Αντίθετα, οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο, λόγω της μεγάλης προτεραιότητας που είχε δοθεί για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, αλλά και λόγω των εξαι­ρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών και του ορεινού του ηπειρωτικού εδάφους, διήρκεσαν περισσότερο, χωρίς όμως να υστερήσουν σε επιτυχίες, αφού με τις επι­χειρήσεις αυτές εκπορθήθηκε η ισχυρά οργανωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και απελευθερώθηκε ολόκληρη η Ήπειρος. Η νίκη είχε βραβεύσει και εδώ τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον ενθουσιασμό και την ακλόνητη εθνική πίστη του Έλληνα μαχητή. Το γεγονός αυτό επέτρεψε την έγκαιρη μεταφορά και πάλι του όγκου τον Στρατού στο μακεδονικό μέτωπο, όπου είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται ο Βουλγαρικός Στρατός, με επιθετικές προθέσεις εναντίον των πρώην συμμάχων του, διεκδικώντας ένα μεγάλο μέρος των ελληνικότατων μακεδονικών εδαφών, που με τόσους αγώνες και θυσίες μόλις είχε απελευθερώσει ο Ελληνικός Στρατός.
Η Ελλάδα είχε αναμφίβολα ισχυρούς και αδιαφιλονίκητους ιστορικούς τίτλους στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, που ήταν αναπόσπαστα εδάφη της και στα οποία ζούσε συμπαγές και πολυπληθές ελληνικό στοιχείο, που διακρινόταν για το υψηλό πολιτιστικό του επίπεδο, την πρόοδο και την οικονομική του ανάπτυξη. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε προσπάθεια του ελεύθερου Ελληνικού Κρά­τους, για την απελευθέρωση του υπόδουλου ακόμη Ελληνισμού, ήταν δύσκολο να εκδηλωθεί και να καρποφορήσει, γιατί η Τουρκία εξακολουθούσε να είναι αρκετά ισχυρή και γιατί η πολιτική των Ερωπαϊκών Δυνάμεων για τη Βαλ­κανική είχε διαμορφωθεί κάτω από το δόγμα της διατηρήσεως του τότε εδα­φικού καθεστώτος (status quo) στην περιοχή, χωρίς να επιτρέπει καμία ουσιώδη μεταβολή. Επιπλέον η Ελλάδα, αντιμετωπίζοντας ποικίλα εσωτερικά προβλήματα, υστερούσε σημαντικά στον τομέα της στρατιωτικής οργανώσεως.
Η ατυχής όμως έκβαση του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, όπως και η ένταση που επακολούθησε στο χώρο της Μακεδονίας από την εκεί δράση των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, κατέδειξαν στους ιθύνοντες και σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό την ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη στρατιω­τική προπαρασκευή της χώρας και τη ρεαλιστικότερη αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων.
Από το 1904 όμως εκδηλώνεται έντονα ο ελληνικός αντιπερισπασμός. Οι Κυβερνήσεις της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρος ο ελληνικός λαός, συνειδητοποίησαν ότι ο κίνδυνος που διέτρεχε ο υπόδουλος Ελληνισμός στη Μακεδονία και τη Θράκη, παρά τις προσπάθειές του να οργανωθεί και να αμυνθεί κατά της νέας απειλής, ήταν τόσο σοβαρός, ώστε μόνο με οργανωμένο ένοπλο αγώνα μπορούσε να αντιμετω πιστεί.
Για το σκοπό αυτό, ανταρτικά σώματα με δοκιμασμένους αρχηγούς, άξιω ματικούς ή ιδιώτες, διάβηκαν τη μεθόριο και εισήλθαν στη Μακεδονία, όπου με την αμέριστη συνδρομή του γηγενούς στοιχείου, αγωνίστηκαν σκληρά για τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής. Ο Μακεδονικός Αγώνας, όπως ονομάστηκε η εθνική αυτή προσπάθεια, συνεχίστηκε μέχρι το 1908 και ήταν ένας αγώνας σκληρός και πολυαίμακτος, αλλά με σημαντικά εθνικά οφέλη για τη διάσωση του ελληνισμού.
Η στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα ήταν διαφορετική. Προφασιζόμενη ότι δεν είχε πάρει την σταλείσα ελληνική διακοίνωση, δεν έδωσε καμιά απάντηση. Αντίθετα, προσπάθησε με κάθε μέσο να την αποσπάσει από τη Βαλκανική Συμμαχία, υποσχόμενη σ' αυτήν, την Κρήτη και την εκχώρηση των εδαφών, από τις εκβολές του Καλαμά ποταμού μέχρι τις ανατολικές υπώρειες του όρους Ολύμπου, όπως καθόριζε η Διάσκεψη του Βερολίνου του 1880. Παραχωρούνταν δηλαδή στην Ελλάδα τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο.
Για το λόγο αυτό δεν ανακάλεσε τον πρεσβευτή της στην Αθήνα, όπως επίσης δεν αντέδρασε στην είσοδο των Κρητών Βουλευτών στην Ελληνική Βουλή, την 1η Οκτωβρίου 1912, ελπίζοντας να πετύχει τουλάχιστον την ουδετερότητα της Ελλάδας.
Από την πλευρά της, η Ελληνική Κυβέρνηση προέβη σε νέα δριμύτατη διακοί νωση προς την Τουρκία, απαιτώντας να απελευθερωθούν τα ελληνικά πλοία μέχρι τις 1600 της 3ης Οκτωβρίου.
Επειδή πέρασε και η προθεσμία αυτή αναπάντητη, ο Έλληνας Πρέσβυς της στην Κωνσταντινούπολη επέδωσε, στις 5 Οκτωβρίου, ανακοίνωση στην Τουρκία για τη διακοπή των σχέσεων των δύο Κρατών και την κήρυξη πολέμου. Ταυτόχρονα η Ελληνική Κυβέρνηση επέδωσε, με τη σύμφωνη γνώμη των Συμμάχων της, διακοίνωση προς τις Κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία τους γνωστοποιούσε την κήρυξη του πολέμου κατά της Τουρκίας, ενώ ο Βασιλιάς Γεώργιος, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, απηύθυνε προς τον Ελληνικό λαό το παρακάτω διάγγελμα:


«
Προς τον λαόν μου
Αι ίεραί υποχρεώσεις προς την φιλτάτην Πατρίδα, προς τους υποδούλους αδελφούς μας και προς την ανθρωπότητα έπιβάλλουσιν εις τό Κράτος μετά την άποτυχίαν των ειρηνικών προσπαθειών του, προς έπίτευξιν και έξασφάλισιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των υπό τον τουρκικόν ζυγόν χριστιανών, όπως δια των όπλων θέση τέρμα εις την δυστυχίαν την οποίαν ούτοι υφίστανται από τόσων αιώνων.
Η Ελλάς πάνοπλος μετά τών Συμμάχων αυτής, εμπνεόμενων ύπό τών αυτών αισθημάτων και συνδεομένων δια κοινών υποχρεώσεων αναλαμβάνει τον ιερόν αγώνα του δικαίου και της ελευθερίας τών καταδυναστευομένων λαών της Ανατολής.
Ό κατά ξηράν και θάλασσαν στρατός ημών εν πλήρει συναισθήσει του καθήκοντος αύτού πρός τό Έθνος και την χριστιανοσύνην, μνήμων τών εθνικών αύτού παραδόσεων και υπερήφανος δια την ήθικήν αύτού Ύπεροχήν και άξίαν, άποδύεται μετά πίστεως, εις τον αγώνα δπως δια του τιμίου αύτού αίματος άποδώση την έλευθερίαν εις τους τυραννουμένους.
Η Ελλάς μετά τών αδελφών συμμάχων Κρατών θά επιδιώξη πάση θυσία τον ιερόν αυτόν σκοπόν, επικαλούμενοι δε την άρωγήν του Ύψίστου εν τω δικαιοτάτω τούτω άγώνι του πολιτισμού, άνακράζομεν :
ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ. ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ.
Αθήναι 5 Όκτωβρίου 1912 ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Το Ύπουργικόν Συμβούλιο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος
Λ. Α. Κορομηλάς- Κ. Δ. Ρακτιβάν 'Εμμ. Ρέπουλης-I. Δ. Τσιριμώκος 'Αλ.Ν.Διομήδης-Άνδρ. Μιχαλακόπουλος- Ν. Α. Στράτος
Έτσι η Ελλάδα, από τις 5 Οκτωβρίου, βρισκόταν και αυτή σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Στο μεταξύ το Υπουργείο Στρατιωτικών γνώρισε τηλεγραφικώς, από τις 4 Οκτωβρίου, στους Αρχηγούς των Στρατών Θεσσαλίας και Ηπείρου, ότι οι επιχειρήσεις θα άρχιζαν από το πρωί της επομένης, 5 Οκτωβρίου. Ο Στρατός Θεσσαλίας, του οποίου η ζώνη ευθύνης εκτεινόταν από το Σπερχειό ποταμό μέχρι τα βόρεια σύνορα του Ελληνικού Κράτους στη Θεσ­σαλία, διατάχθηκε να ενεργήσει επιθετικά και να εισβάλει στη Μακεδονία συντρίβοντας κάθε εχθρική αντίσταση. Αντίθετα ο Στρατός Ηπείρου, του οποίου η ζώνη ευθύνης εκτεινόταν δυτικά του Αχελώου ποταμού, λόγω της περιορισμένης δυνάμεώς του, Θα τηρούσε ενεργό αμυντική στάση. Ο Αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας, έχοντας εξουσιοδοτηθεί από την Κυβέρνηση να αρχίσει τις επιχειρήσεις, εξέδωσε τις απογευματινές ώρες της 4ης Οκτωβρίου γενική διαταγή επιχειρήσεων, με την οποία καθόριζε την προέλαση του Στρατού Θεσσαλίας. θα άρχιζε το πρωί της επομένης 5ης Οκτωβρίου και θα έφτανε κατά την ημέρα αυτή μέχρι τη γραμμή που στοιχίζεται από τα χωριά Φωτεινό—Βερδικούσα—Δομένικο—Λεύκη Λυγαριά.
Εκείνες ακριβώς τις μέρες η Σιάτιστα δέχεται εντολές πολύτιμες για τον συντονισμό της δράσης με ειδικό απεσταλμένο, από το Εθνικό Κέντρο. Ο επισκέπτης που συνοδευόταν από τον Νικόλαο Παπαχατζή ήταν μεγαλόσωμος και είχε μορφή έκφραστική, πλαισιουμένη από μαλλιά κόκκινα και οφθαλμούς ζωηρούς. Είναι ο Παπακωνσταντίνος από τή Μηλόβιστα, ο απεσταλμένος του Κέντρου του Μοναστηρίου. Στη σύναξη της Εθνικής Επιτροπής παρουσιάζεται και αναφέρει: «Σας φέρω τον χαιρετισμόν του Κέντρου και τήν πλέον ευχάριστον είδησιν ή Ελλάδα σε λίγες ημέρες κηρύτ­τει τον πόλεμον κατά τής Τουρκίας. Πριν όμως προελάσουν τά Ελληνικά στρατεύματα, θά προπορευθούν αρκετά εθελοντικά προσκοπικά Σώματα προς κατάληψη έπικαίρων με­ρών τής Δυτ. Μακεδονίας. Αναθέτει δέ τό Κέντρον σε σάς τήν φροντίδα να συνεργασθήτε με τον κ. Πα­παχατζή, να διευκολύνετε και να έξασφαλίσετε τήν άνοδο τών Σωμάτων, τά όποία θά διέλθουν από τήν Περιφέρειάν σας. Ή μέχρι τώρα συνετή εθνική σας εργασία εγγυάται, ότι αισίως θά διεξαγάγητε και τήν παρούσα λεπτήν δσο και σοβαράν εθνικήν ύπηρεσίαν».
Ακολούθως ο φιλόπατρις κληρικός έδωκε κατάλογον των Σωμάτων, τά όποία θά διήρχοντο εκ τής περιφερείας . Ή διέλευση τών Σωμάτων μετά από λίγες ημέρες άρχισε, ένα δέ υπό τόν Μακεδόνα καπετάν Στέφο, συγκείμενο από σαράντα περίπου άνδρες Μακεδόνες από εκείνους που είχαν θαυματουργήσει κατά τον Μακεδονικό αγώνα, τήν 7ητού μηνός Όκτωβρίου, ήμέρα Κυριακή, έλημέριαζε καθ’ ύπόδειξη τής Επιτροπής στό όρος τής Τσερβένας, στη θέση «Σπάθες», όδηγήθηκε δε εκεί από τον Σιατιστινό όπλαρχηγό Καραπιπέρη. Ο αιμοβόρος αποσπάσματάρχης Άρίφ από τα Καραγιάννια, αντιληφθείς τήν ύπαρξη τού Σώματος έκεί επάνω, επετέθη με εκατό πατριώτες του εθνοφρουρούς μέ τήν πεποίθηση, δτι θά τους συλ­λάβη ζωντανούς. Μόλις δμως ο σκοπός αντελήφθη τήν έπίθεση φώναξε: «Στά όπλα!» και πρώτος πυροβόλησε ο Καραπιπέρης, ο όποίος μέ τό εύστοχο ντουφέκι του έρριψε αμέσως δυό τούρκους νεκρούς και τοιουτοτρό­πως άνέκοψε την πρώτη όρμή των.
Κατόπιν οι ήμέτεροι ακολουθούντες ευφυές σχέδιο τού αρχηγού των, πυροβολούντες και πυροβολούμενοι προχώρησαν προς τήν κορυφή τού βουνού και φθάσαντες εκεί άπέφυγαν την κύκλωση. Κατά τα μεσάνυχτα, Ο Θεόδωρος Πρόκας, επισκέπτεται την οικία, του μέλους της Εθνικής Επιτροπής, Αποστόλου και του αναγγέλλει, δτι τό Σώμα τού Καπετάν Στέφου έφθασε στό σπίτι του, όδηγηθέν εκεί υπό τού Καραπιπέρη και δτι ό αρχηγός τον ζητούσε επειγόν­τως. Έσπευσε στο τό σπίτι του Πρόκα, δπου τό Σώμα τον ύπεδέχθηκε μέ προφανή χαρά. Ή περιπέτεια τού Σώματος είχε λήξει και τό εσπέρας οδηγήθηκε με ασφάλεια στο Κοντσικό.
Έτσι λοιπόν, πρώτα στά βουνά τής Σιάτιστας, στην Τσερβένα, αντήχησε το έλληνικό μάνλιχερ και πρώτοι-πρώτοι οί βράχοι της βάφηκαν μέ τό αίμα των κυριάρχων τού καταρρέοντος Καθεστώτος.
Τήν έσπέραν (5 Μ. Μ.) τής 11ης Όκτωβρίου ο Μα­κεδονομάχος Σπύρος Τσαούσης έγχείρισε στο Σύνδεσμο, Συντονιστή, της Εθνικής Επιτροπής Σιατίστης, Αποστόλου, έπιστολή τών αρχηγών Μακρή και Καραβίτη, άπευθυνόμενη προς τήν Έθν. Έπιτροπή. Οι αρχηγοί ζητούσαν την αποστολή οδηγού, στο Παλαιόκαστρο, για το σώμα τους που το αποτελούσαν 100 περίπου άνδρες. Μέσα στην επιστολή υπήρχε και τό άκόλουθο έγγραφο :


Προς
τον Σταθμάρχην Σιατίστης
Εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου σέ διατάσσομεν» όπως αμέσως εκκνώσης την πόλιν, διότι θά προελάση αύριον ο Ελληνικός Στρατός προς άπελευθέρωσιν αυτής».
Ο ί αρ χ η γ ο ί
Μακρής, Καραβίτης

Μετά ταύτα ευσπεσμένα συγκλήθηκαν τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής για να συζητήσουν εάν έπρεπε νά διευκολυνθή μό­νον ή διέλευση του Σώματος η και νά υψώση ή πόλη την Έλλ. Σημαία και μέ τά όπλα στα χέρια να διώξει τις τουρκικές αρχές και νά ύποδεχθή πανηγυρικώς τό Σώμα. Ύστερα από άνταλλαγή γνωμών και απόψεων έγινε δεκτή ή δεύ­τερη άποψη.
Ή απόφαση αυτή δεν έβράδυνε να διαδοθή σε όλη την πόλη και νά έπιδοκιμασθή μυστικώς από τον ανδρικό πληθυσμό αυτής, ό οποίος κατέκλυζε την άγορά την έσπέρα εκείνη ανυπομονών νά μάθη νέα περί του εξελισσο­μένου πολεμικού αγώνος. Πιστώς απεικονίζει την κατάσταση της εσπέρας εκείνης τό ακόλουθο τετράστιχο, το όποίο ένα έκ τών μελών της επαγρυπνούσης επιτροπής άπήγγελλεν επανειλημμένα και μέ πολύν ένθουσιασμό. «Κοιμάται ή Σιάτιστα και όμως αγρυπνάει« άλλοι ντουφέκια ξεκρεμούν κι άλλοι σπαθιά τροχάνε «κοιμάται ή Σιάτιστα κι’ ή δόξα την σιμώνει, «ή πιο καλή ήμέρα της αύτή πού ξημερώνει.
Η Επιτροπή έχουσα πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της καταστάσεως και της βαρειάς ευθύνης, την οποία άνελάμβανε, ώφειλε πολλά νά επιτελέση κατά την εσπέρα έκείνη και έν πρώτοις ήταν ανάγκη νά κοπούν τά τηλεγραφικά σύρματα. Αυτό το υπέδειξαν οι αρχηγοί προς όλες τις δι­ευθύνσεις και τούτο ανέλαβε και έκτέλεσε επιτυχώς, ο διακριθείς καθ’ όλο τον Μακεδονικό αγώνα αγω­νιστής Σπύρος Τσαούσης. Επίσης κρίθηκε άπαραίτητο νά έπιδοθή στον Μουδίρη και τό άνωτέρω έγγραφο τών αρχηγών και ή φροντίδα αυτή ανατέθηκε στους νέους Θ. Πλιάτσικα και Ι. Γράβα.
Ήταν περασμένα μεσάνυκτα, όταν αυτοί κτυπούσαν την εξώπορτα της κατοικίας του Μουδίρη. Μετ’ ολίγον ή οικοδέσποινα άνοιξε αυτήν και τους ρώτησε τί θέλουν. —Λάβε αυτό το γράμμα, Κυρά, και δός το στον μουδίρ έφέντη· μας τό εδωκεν ό αρχηγός τού Ελλ. Στρατού, τον όποίο βρήκαμε στο δρόμο γυρίζοντας προ ολίγου από τά ξύλα— « Κι' ήταν πολύς ό Έλλ. Στρατός, παιδιά; Χιλιάδες, κυρά, αμέτρητοι! όλοι μέ καινούργια δπλα καί μέ δυο σειρές φυσίγγια, άλλά πήγαινε αμέσως, διότι πε­ριμένομε και άπάντηση». Μόλις δμως αυτή εισήλθε στην έσώθυρα οι γραμματοκομισταί άπομακρύνθηκαν.
Ετσι λοιπόν ή επιστολή τών αρχηγών έφερε τό ποθούμενο αποτέλεσμα, τον εκφοβισμό δηλ. τών Τούρκων και τήν φυγή αυτών. Ανάσταση γιορτάζει σήμερα ή Πατρίδα μας. Ακούεται πανταχόθεν. Ό κόσμος συγκεντρώνεται κατά τό πλείστον ώπλισμένος στήν πλατεία της αγοράς της Γεράνειας. Πυροβολισμοί ακούονται πανταχόθεν και φωναί «Χριστός ανέστη· ζήτω ή ελευθερία». Αρκετά σπίτια ύψώνουν τήν γαλανόλευκη. Μία δέ πελωρίων διαστάσεων σημαία απαλά κυματίζει στό φίλημα της βου­νίσιας αύρας έπί του υψηλού κωδωνοστασίου. Κατεβαίνουν οί Χωριώτες! Προηγείται ό Παπαλάζαρος Κουρσάνου κρατών μιά μεγάλη σημαία πολύ υψηλά και έχον ώς τιμητική τρόπον τινά φρουρά τους άγωνιστές Τ. Σαμαράν, Αθανάσιον και Ν. Στρακαλήν, Ν. Νάκον και άλλους. Ακολουθούσε άπειρο πλήθος τό πλείστον ώπλισμένο. Ολη ή ευρύχωρος πλατεία τής αγοράς Γερανείας γεμίζει πλέον από τους αυτοσχέδιους εκείνους πολεμιστές. Ολων τις καρδιές συγκλονίζει ένας παλμός πώς να αντικρίσουν τό ταχύτερο τους έλευθερωτές των. Και όλων τά πρόσωπα καταγλαΐζει τό φώς μιας υπέρτατης εσωτερικής χαράς. Μέ ένα σύνθημα ή άνθρωπομάζα εκείνη εκκινεί προς τά κάτω και σταματά στον "Αγιο Νικάνορα. Μία σιγή θρησκευτικής κατάνυξης επικρατεί προς στιγμή. ΄Ολοι μέ τά μάτια γεμάτα λαχτάρα εξερευνούν τό βάθος του ορίζοντος.
Μετ' ολίγες στιγμές στό άκρο του απέναντι όφιοειδούς δρόμου ανα­φαίνονται οί λεβέντες συντεταγμένοι ανά δυο και βαδίζον­τες μέ «Λεονταριού καρδιά και ελαφιού περπατησιά». Μόλις πλησίασαν, πρώτοι έσπευσαν νά χαιρετίσουν τους αρχηγούς και ν' ανταλλάξουν τις αναγκαίες συνεν­νοήσεις με αυτούς οι ταπεινοί μάρτυρες τών Παθών και τής ΄Αναστάσεως τής Μακεδονικής Πατρίδος, τά μέλη τής Εθνικής Επιτροπής. Μία μυριόστομη και πα­ρατεταμένη ζητωκραυγή του πλήθους δονεί τον αέρα. «Χρι­στός άνέστη∙ καλώς ήλθατε αδέλφια» φωνάζει τό πλήθος.. Ολων τά μάτια είνε δακρυσμένα· πολλοί κλαίουν μέ φωνή, εναγκαλίζονται και φιλούν αυτούς μέ συγκίνηση άσυγκράτητη. Στιγμές συγκινητικές! Μεγαλειώδεις! οι οποίες θά μείνουν αλησμόνητες σε όσους παρευρέθη­καν. Ό ενθουσιασμός δεν άργεί νά μεταδοθή και στό εθελοντικό σώμα, τό οποίο βαδίζον αρχίζει νά ψάλλη τον εθνικό ύμνο. Τό πλήθος τους ακολουθεί. Ή πομπή προχωρεί εντός τής πόλεως, οί πυροβολισμοί και οι ζητωκραυγές εξακολουθούν, οι καμπάνες ήχολογούν τό ένθεο τραγούδι τής ελευθεριας και τά βουνά αντιβουΐζουν. Οι γυναίκες και τά κορίτσια ραίνουν τους έλευθερωτές από τά παράθυρα μέ άνθη. "Ολη ή άνθρωποπλημμύρα αυτή καταλήγει στό Διοικητήριο, όπου υποδέχεται τους αρχηγούς του Σώματος ενθουσιωδέστατα ό δήμαρχος Μηνάς Θεοδώρου και διορί­ζεται ύπ' αυτών Άρχων τής πόλεως μέ ευρύτερα δικαιώματα. Μετά υψώθηκε και κυμάτιζε χαρμόσυνα η κυανόλευκη στο Διοικητήριο.
Εκεί βρίσκεται ο συντονιστής της Εθν. Επιτροπής με τον συνεργάτη του Ν. Παπαχατζή και συνεννοούνται με τους αρχηγούς για την εξασφάλιση της πόλης, καθότι αυτοί είχαν δηλώσει ότι ήσαν υποχρεωμένοι νά βαδίσουν τήν ίδια εσπέρα προς βορρά, οπότε ένας σκοπός αναγγέλ­λει ότι Τουρκικός στρατός από τη Λειψίστα βαδίζει κατά της Σιατίστης· Έρχονταν οί τύραννοι νά καθυποτάξουν και πάλι αυτήν και να αποκαταστήσουν το καταπεσόν από την πρωϊνή δίωξη γόητρόν των. Οί αρχηγοί αμέσως διερευνούν μέ τά τηλεσκόπιά των και διακρίνουν πράγματι Τούρκους στρατιώτας βαδίζοντας προς τήν Σιάτιστα. Μέ χαρακτηριστική ψυχραιμία συντάσσουν τους όπλίτες και αποστέλλουν τις διμοιρίες, για να καταλάβουν διάφορες επίκαιρες θέσεις. Με αυτούς άναμιγνύονται και πολλοί ένοπλοι Σιατιστείς. Άμα ό εχθρός έφθασε σε άπόσταση βολής τον υποδέχθηκαν μέ πυρά ομαδόν και ή συμπλοκή γίνεται πεισματώδης. Ή οξεία όμως και διαπεραστική φωνή του μάνλιχερ και ό φόνος μερικών Τούρκων τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια προελάσεως. Κατόπιν τούτου το μεν Σώμα βάδισε προς τό Κοντσικό, ό δέ λαός τής Σιατίστης ύποπτευόμενος νέα επίθεση Τουρκική, έβγαλε καραούλια, τά όποία κατέλαβαν τις προς το Βορρά και Δυσμάς κορυφογραμές και έσχημάτισε μία άλυσσίδα από το Γκραντίστι ώς τη ράχη τής Συκιάς.
Οι φόβοι όμως αυτοί ταχέως διασκορπίσθηκαν γιατί ή Ε. Επιτροπή άμεσα φρόντισε για την ασφάλεια της πό­λεως. Έγκαιρα είχεν αποστείλει άγγελιαφόρον τον Παν. Τζαντίλα μέ έπιστολή προς τά κατόπιν ανερχόμενα εθελοντικά Σώματα των αρχηγών Καούδη, Δηληγιαννάκη και Σεϊμένη με την οποία παρακαλούσε αυτούς νά σπεύσουν προς ένίσχυση της Σιατίστης. Ευτυχώς ό αγγελιαφόρος συνάντησεν αυτούς στο Παλαιόκαστρο. Και εις μεν την έπιτροπή απάντησαν ότι αμέσως θα βαδίσουν προς τη Σιάτιστα, προς δέ τους αρχηγούς Καραβίτην και Μακρήν απέστειλαν διά της επιτροπής την άκόλουθη επιστολή.
Α ρ χ η γ ο ύς
Μακρήν, Καραβίτην
Ταύτην την στιγμήν έλάβομεν έπιστολήν παρά της Επιτροπής Σιατίστης, δι' ής εν ονόματι τής Πατρίδος μας προσκαλούν δπως σπεύσωμεν και σώσωμεν την κινδυνεύουσαν πόλιν από ένδεχομένας εισβολάς Τούρκων. Τήν πρόσκλησιν ταύτην έθεωρήσαμεν ως απλούν φόβον τών κατοίκων, εν τούτοις σπεύδομεν νά φθάσωμεν τό πολύ μέχρι της 8ης πρωϊνής και πεποίθαμεν δτι έν περιπτώσει επιθέσεως θέλομεν εύρεθή όπισθεν τού εχθρού, όπερ και ευχόμεθα· ·..
.
Πάλαι ό κ α σ τ ρ ο ν 12 8]βρίου 1912
Μεθ' ύπολήψεως
Καούδης Δηληγιαννάκης Σεϊμένης
Η επιτροπή έφρόντισε όπως ή είδηση αύτή λάβη όσον το δυνατόν ευρύτερη διάδοση κατά τη διάρκεια της νύχτας για να καθησυχάσουν οι κάτοικοι και τα γυναικόπαιδα ιδαίτερα. Μόλις ή αυγή πρόβαλε μ' ένα χαμόγελο στο παρθενι­κό της πρόσωπο, δια νά χαιρετίση έλεύθερη πλέον τη Σιάτιστα και οι κορυφές της Τσερβένας άρχισαν νά ροδίζουν, πυροβολισμοί ακούονται προς τον ΄Αγ. Νικάνορα και μετ' ολίγον ή πλατεία της αγοράς Γερανείας πλημμυρίζει από τους αναμενόμενους όπλίτες. Νέα ρίγη ενθουσιασμού και ζητωκραυγές και πανζουρλισμός επανα λαμβάνονται υπό τού λαού.
Είναι όλοι σχεδόν ώς και οι τού Σώματος της προτε­ραίας και αρχηγοί και οπλαρχηγοί και όπλίτες τέκνα τής ήρωϊκής Μεγαλονήσσου Κρήτης. Όλοι γενναίοι και έμπειροι πολεμιστές από εκείνους πού έγραψαν τις ωραιότερες σελίδες τού Μακεδ. αγώνα.΄Ολοι γνωστές φυσιογνωμίες στή Σιάτιστα, διότι πολλάκις αυτή ευτύχησε νά παράσχη σ΄ αυτούς ώς Μακεδονο­μάχους τις ταπεινές της υπηρεσίες. Μετά την νέα αυτή πατριωτική ιεροτελεστία, τό μεν σώμα των Καούδη και Σεϊμένη κατέλυσε στη Χώρα, το δε του Δηληγιαννάκη στη Γεράνεια. Παρακληθέντες οι αρχηγοί διέμειναν ολίγες ημέρες, μέχρις δτου ό Έλλην. Στρατός κατέλαβε την Κοζάνη και ή κατάσταση διευκρινίσθηκε. Μέρες δόξας, μέρες πλούτου και ευημερίας βεβαίως είδε και θα γνωρίσει ίσως και άλλες ή Σιάτιστα. Αλλά την βαθύτατη συγκίνηση, την άγνή κατάνυξη και τον άπερίγραπτο ένθουσιασμό, τον οποίο αυτή αισθάνθηκε κατά την ήμέρα της άπελευθερώσεώς της δεν γνώρισε μέχρι τότε, ούτε θά γνωρίση ποτέ ασφαλώς στό μέλλον.

Η μάχη της 4ης Νοεμβρίου
Κατά τό εικοσαήμερο αυτό διάστημα ή κατάσταση έξελισσόταν στη Σιάτιστα ώς εξής: Την 14ην Όκτωβρ. οι ανιχνευτές ιππείς του Έλλ. στρα­τού προελαύνοντες από την Κοζάνη επισκέφθηκαν τη Σιάτιστα έπιστρέψαντες αυθημερόν. Από αυτούς πληροφορήθηκε η Σιάτιστα τά της καταλήψεως της Κοζάνης από τον Ελληνι­κό στρατό και ό κόσμος άναθάρρησε αρκετά.
Την έπόμενη μέρα τά υπό τον Δηληγιαννάκη και Καούδη σώματα, τά οποία είχον παραμείνει προς υπεράσπιση της Σιάτιστας, έβάδισαν προς τά Άνω. Μείνασα δέ ή πόλη χωρίς στρατιωτική δύναμη, διότι ή εκ 17 πεζοναυτών ώπλισμένων μέ γκρα φρουρά ήταν ανίσχυ­ρη, νά φρουρήση αυτήν διά των ιδίων δυνάμεων. Διά τούτο ή 'Εθν. Επιτροπή μετά τών προκρίτων συσκεφθέντες στην Ιερά Μητρόπολη άνέθεσε στους οπλαρ­χηγούς Σπύρο Τσαούση, Καραπιπέρη και Λιόλιον Τσα­ούση να σχημα τίσουν περιπολίες από τούς ικανότερους Σιατιστείς και να φρουρούν νυχθημερόν τίς εισόδους της πό­λεως, συγχρόνως δέ απέστειλαν τους Aθ. Κανατσούλη και I. Αποστόλου στην Κοζάνη, για να αναφέρουν στις έκεί στρατιωτικές αρχές την έπιτακτική ανάγκη της απο­στολής στρατού για την κατάληψη της Σιάτιστας. Έτσι την 19η Όκτ. τό άνεξάρτητο Σύνταγμα Ευζώνων υπό την διοίκηση του συνταγματάρχου Γεννάδη εισήλθε στη Σιάτιστα δπου του έγινε αποθεωτική υπο­δοχή από τον λαό και έψάλη δοξολογία στο ναό του Πρ. Ηλία για τήν άπελευθέρωση της πόλης. Σ’ αυτήν παρέστησαν δλοι οι άξιωματικοί του Συντάγματος, χαιρετισθέντες δι' ενθουσιώδους προσφωνήσεως από τον αρχ. επίτροπο Παπαϊωάννου Παπανικολάου, τό όποίο τήν έπομένη έπροχώρησε προς τά άνω για την ενίσχυση τών μαχόμενων εθελοντικών Σωμάτων.
Και έως εδώ μεν τά πράγματα διάβαιvαv καλά. H δεινή όμως συμφορά ή επελθούσα στήν πέμπτη Μεραρχία στη Μπάνιτσα καιτο Σόροβιτς μετέβαλε τήν κατάσταση στην περιφέρεια της Σιάτιστας και δλης της Άνασελίτσης και κατέστησε αυτήν σοβαρότατη. Τό εύζωνικό σύνταγμα άνακλήθηκε στην Κοζάνη προς ένίσχυση και οί Τούρκοι θρασυνθέντες από την επιτυχία αύτήν εξαπέλυσαν τρία τάγματα με δυο ορεινά τηλεβόλα από τη Φλώρινα υπό τον Μεχμέτ Πασά τών έθελονικών σώμα των, που δρούσαν τότε περί τήν Καστοριά, τά όποία προ τών υπέρτερων εχθρικών δυνάμεων άρχισαν να υποχωρούν διαμφισβητούντα σπιθαμή προς σπιθαμή τό έδαφος προς τον έχθρό. Και επιχειρούσε με γενναιότητα τήν άπομάκρυνση τών γυναικοπαίδων τών Έλ. Χωριών στά όποία οι Τούρκοι εισερχό­μενοι διεσκόρπιζαν τον θάνατο και τό πυρ! ΄Ολοι οι κάτοικοι τών χωριών τών καταστραφέντων και μή (Μαύροβου, Σδράλτσης, Σλήμνιτσας, Βογατσικού, Σαρμπάδων, κ.λ.π.) προσέφευγαν στη Σιάτιστα ως εις άσφαλέστερο κατάφύγιο. Τί εγίνετο κατά τις ημέρες αυτές στήν άγορά και τις οδούς της πόλης δέν περιγράφεται.΄Ανδρες, γυναίκες και παιδιά περι τις 30 χιλιάδες γυ­μνά και άνυπόδητα, πεινασμένα και κατάκοπα πλημμύρισαν τους δρόμους και έκλαιγαν γοερά. Γυναίκες ανυπόδητες και όδυρόμενες κατέφθαναν έχοντας στη ράχη τους ότι πολυτιμότερο είχαν. Τα παιδιά τους. Νεάνιδες με τη φρίκη αποτυπωμένη στά κάτωχρα πρόσωπά των εσταυροκοπούντο, διότι διέσωσαν ό,τι ιερώτερον είχον.
Τά σπήτια όμως τής Σιάτιστας δεν άργησαν να ανοίξουν τις πόρτες των και να περιμαζεύσουν τα δυστυχή αυτά θύματα τής τουρκικής άγριότητας, να περιθάλψουν φιλόστοργα αυτά και να θεραπεύσουν τις πρώτες ανάγκες των. Είναι μάλιστα θαύμα και θαύμα από εκείνα που μόνον ή άφθαστη φιλοξενία και νοικοκυροσύνη της Σιάτιστας ξεύρει να έκτελή πώς διατράφηκαν τόσες χιλι­άδες ψυχές επί έβομάδα και πλέον ενώ κάθε συγκοινωνία με τα πέριξ ήταν κομμένη.
Την 2αν Νοεμβρίου οί άνδρες τών εθελον­τικών σωμάτων μάχονται στη Λειψίστη μετά τών Τούρκων οι οποίοι ακάθεκτοι μέ τις χιλιάδες των κατήρχοντο, μόλις όμως ένύκτωσε φοβούμενοι μή καταληφθή ή γέφυρα του Αλιάκμονα, ύποχώρησαν και περί τήν 11ην τής νυκτός καταφθάνουν στη Σιάτιστα κατάκοποι και καταβεβλημένοι αρκετά και φέροντες μαζί τους τους τραυματίες.
Ή νύκτα εκείνη ενείχε κάτι τό τρομερό και άγριο και τραγικό γιά τή Σιάτιστα και τήν τραγικότητα αυτήν βα­θύτατα συναισθάνθηκαν όσοι έτυχε να παρίστανται κατά τις κρίσιμες έκείνες στιγμές στό Διοικητήριο όπου έγένετο ή συγκέντρωση τών προσερχόμενων πολεμιστών. Εδώ και λίγες μέρες παρέμεινε ό Γενικός αρχηγός των σωμάτων Γεώργιος Κατεχάκης εργαζόμενος νυχθημερόν για την άποτελε σματική άντιμετώπιση της κατα­στάσεως. Ή αλήθεια απαιτεί, να έξαρθή ή δραστηριότητα, με την οποία ένεργούσε αυτός κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές, για να αποσταλούν έγκαιρα δυνάμεις μετά πυροβολικού από Κο­ζάνη ώς και ή γενναιότητα και ή άποφασιστικότητα, με τις οποίες υπεράσπισε κατόπιν την πόλη. Διά τούτο αιώνια θά όφείλη ευγνωμοσύνη προς τον έπίλεκτο τούτον άξιωματικό για τή σωτηρία της ή Σιάτιστα.
Αυτές τις κρίσιμες ημέρες φθάνει από την Κρήτη, στην απειλούμενη Σιάτιστα, ο Αρχηγός, Μιχαήλ Αναστασάκης ιατρός, με το σώμα των Κισσαμιτών του, δυνάμεως εκατό και πλέον ανδρών, όλων εξοπλισμένων με μάλινχερ. Σχετικά με το γεγονός αυτό αναφέρει τα εξής: «Αφού κατά διαστήματα Τσέται Τούρκοι, εκ των κορυφών, μας ηνόχλουν δια των πυροβολισμών των κατά την πο­ρείαν μας, χωρίς και να ανθίστανται ποσώς εις τας κατάδιώξεις μας, εφθάσαμεν το εσπέρας εις την ιστορικωτάτην και Ελληνικωτάτην Σιάτισταν. Άνδρες, γυναίκες, και παίδες ακόμη, με χαράν ανέκφραστον μας υπεδέχοντο και καλωσώριζον, επικεφαλής έχον­τες τον Δήμαρχον Μηνάν Θεοδώρου και τον Φαρμακοποιόν Στρακαλήν, και άλλους προκρίτους. Μας ωδήγησαν, αμέσως, εις καθορισμένα εκ των προτέρων οικήματα κατάλληλα, μας παρέσχον δείπνον επαρκή και θέρμανσιν αρκούσαν, καθώς και τας λοιπάς ημέρας της εκεί διαμονής μας».
Την 3ην Νοεμβρίου οι προφυλακές δέχονται τον Βρογιστινό πρόκριτο Όσμάν Μπάτσαρο, ο οποίος έφερε την κάτωθι επιστολή: «Πρός τον λαόν Σιατίστης. Αύριον πρωί περί τήν 1ην ώραν (τουρκιστί) ν'αποστείλητε πέντε προκρίτους δια να παραδώσητε τήν πόλιν. Άλλως θα βαδίσω εναντίον αυτής και θά τήν βομβαρδίσω. Λειψίστη 2 Νοεμβρίου 1912. Μεχμέτ Πασάς. Γενικός αρχηγός του στρατεύματος." Οί πρόκριτοι κατά συμβουλήν του Άρχηγού Κατεχάκη εζήτησαν προθεσμία, για να σκεφθούν, και τούτο, για να παρελκύσουν τήν ύπόθεση.
Ο Μιχαήλ Αναστασάκης γράφει για τον Μπεκήρ και τον επικρεμάμενο κίνδυνο σσχετικά: «
Ο Μπεκήρ ήτο το φόβητρον των Σιατιστέων και των άλλων Ελλήνων των περιχώρων, διότι κατορθώσας να επανακτήση τα Γρεβενά, τόπον της καταγωγής του, ητοιμάζετο να επιτεθή και κατά της Σιατίστης. Περί την 10 π.μ. της 3 Νοεμβρίου ο Δήμαρχος, ο Φαρμακοποιός Στρακαλής και άλλοι τι­νές εκ των Προκρίτων, μας ειδοποίησαν τους αρχηγούς των Κρητι­κών Σωμάτων, ως και τον Προϊστάμενον των Εθελοντικών Σωμάτων Μακεδονίας Γεωργ. Κατεχάκην, όπως προσέλθωμεν εις το Φαρμακείον όπου θα μας εγνωστοποίουν σπουδαίον τι και επ'αυτού ν'αποφασίσωμεν. Προσελθόντες, ο Δήμαρχος μας παρουσίασεν κάποιον Χριστιανόν εξ άλλου μέρους, όστις είχε φέρει ως αγγελιοφόρος μίαν επιστολήν εις Ελληνικήν, μάλλον κακογραμμένην, προς τον Δήμαρχον και Προκρίτους, υπογεγραμμένην υπό του Μπεκήρ Γιούσμπεση του Τουρκ. Στρατού δι' ής έλεγεν: «εάν μέχρι της 12ης-μεσημβρίας αύριον δεν παραδόσητε την πόλιν και τα όπλα σας, θα επιτεθώ, θα την καταλάβω και θα την καταστρέψω, και όσους διασωθούν θα τους αιχμαλωτίσω». Μετά την ανάγνωσιν της επιστολής, πρώτος ο Κατεχάκης, ομιλήσας, είπεν, ότι «την πόλιν, ο Στρατός και οι Κρήτες θα υπερασπισθώμεν μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός μας και δεν θα την παραδώσωμεν». «Κατόπιν εγώ και οι Παπαδόπετρος, Φιωτάκης, Τζωρτζάκης και Ταβλάς, εκ συμφώνου εδηλώσαμεν ότι ημείς ήλθομεν τόσον μακράν, περάσαντες τόσην θάλασσαν και όλην την Πάλαιάν Ελλάδα δια να αγωνισθώμεν υπέρ της ελευθερίας των α­δελφών μας. Δηλούμεν επί τω λόγω της τιμής μας, ότι ενούμενοι μετά των αδελφών Σιατισταίων_και του Ελλην. Στρατού θ'αντιταχθώμεν θα πολεμήσωμεν, όπως και εις την Πατρίδα μας και εί­μεθα βέβαιοι, με την βοήθειαν του Θεού, ότι θα νικήσωμεν τους βαρβάρους και τον φαντασμένον Μπεκήρ και να του απαντήσωμεν ότι δεν την παραδίδομεν την Σιάτισταν και άν του βαστά ας τολμήση να έλθη να την καταλάβη».
Επί πλέον άρχισαν να κατάφθάνουν ενισχύσεις. Στρατιωτική δύναμη εκ 5 χιλιάδων και άνω υπό τον Συνταγματάρχην Ήπίτην ερχόταν από την Κοζάνη μετά τριών πεδινών πυροβόλων και πολυβόλων. Μεταξύ αυτών ήταν και ό λόχος τών διδασκά­λων της Κρήτης. Έσκέφθησαν (γράφει ό οπλαρχηγός Κελαϊδής) οι λει­τουργοί τών Μουσών, οι φιλότιμοι μορφωτές της νεο­λαίας, δτι ή διδασκαλία των θά άποβαίνη άγονος, εάν περιορίζηται μόνον είς τήν θεωρίαν και δεν συνδυάζεται με τήν πράξιν .... Δεν έχει άξίαν ή διδασκαλία τών πατριω­τικών ποιημάτων, αν και προς τό περιεχόμενο αυτών δεν συμμορφώνεται ό διδάσκων. Ουδέν άπλούστερον και ευκολώτερον του νά ομιλή τις περί Πάτρης, άλλά ουδέν δυσχερέστερον και έπιπονώτερον και φοβερώτερον αλλά και γλυκύτερον άμα, άμύνεσθαι περί Αυτής.
Φθάνει προσέτι και άλλη δύναμη εκ Κρητικών σωμάτων υπό τους Σωματάρχες Γεώργιον Παπαδόπετρον, Παν. Φιωτάκην, Μιχαήλ Τσόντον (αδελφόν του Καπετάν Βάρδα) κ.ά. και υπό τήν άρχηγίαν του πολύκλαυστου αξιωματικού Γεωργίου Καπετσίνη, δστις διά της ευγενείας και τών ιπποτικών του τρόπων ευθύς απέσπασε τήν έκτίμηση τών γνωρισάντων αυτόν.
Προς τό βράδυ τής 3ης Νοεμβρ. φθάνει και ό γενναίος αρχηγός τών Γαριβαλδηνών Άλ. Ρώμας μέ τό έπιτελείον του, τον ενθουσιώδη ποιητήν Μαβίλη, τον καθηγητήν Π. Κονδύλην και Γερακάρην μέ ολίγους άλλους, τό δε λοιπόν του σώμα τος έφθασε τήν έπομένη. Τήν παραιτέρω περιγραφή τών γεγονότων άφήνομε στο γλαφυρό κάλαμο
του εγκρίτου δημοσιογράφου Αρίστου Περίδη, που έλαβε μέρος στή μάχη ως εθελοντής:
«Ή πορεία είναι εσπευσμένη νά φθάσουμε στή Σιάτιστα τήν οποία απειλεί ο Μπεκήρ Αγάς μέ τάς 3 χι­λιάδας τών αγρίων του στιφών. Θά τούς βρούμε εκεί και θά τον τσακίσωμε. Προηγείται τό τάγμα του Παπαδάκη, κατόπιν έρχεται τό τάγμα μας, τρίτον τό τάγμα του Φιλιακού και ακολουθεί ή πυροβολαρχία του Κλαδά μέ τρία πυροβόλα διότι τό τέταρτο έχει καταστραφή στό Σόροβιτς. Κατά τις 9 τό βράδυ φθάνουμε προ τής πόλεως και διατάσσεται στάση. Μπροστά μας υψώνεται επιβλητικό ενα πελώριο βουνό. 'Εκείνο δλο πρέπει νά τό ανέβουμε. Μετά 12 ωρών έσπευσμένη πορεία θά προτιμούσαμε δλοι νά πέσωμε κάτω στον μικρό κάμπο και πρωί πρωί νά έπιχειρήσωμε τήν ανάβαση. Μά έλα ή διαταγή πού τόνιζε ρητώς ότι έπρεπε τουλάχιστον στις 9 νά είμεθα μέσα στή Σιάτιστα. Κάθε πυροβόλο τό σέρνουν 6 θηρία άλογα και όμως και αυτά σταματούν. Οί πυροβολητές κατέρχονται από τίς θέσεις των καί αρχίζουν νά σπρώχνουν. Μέ φωνές και σπρωξίματα κατορθώνεται τέλος πάντων ή κοπι­ώδης άνάβαση και ό ανήφορος του ενός τετάρτου εκμηδε­νίζεται μετά δυο ώρες.
Στην είσοδο τής κεντρικής όδού της συνοικίας Γερανείας παρατεταγμένοι οι μικροί μαθητές τών σχολείων Σιατίστης μας υποδέχονται μέ ζητωκραυγές και μέ πατριω­τικά άσματα γιά πρώτη φορά άκουόμενα. Αναρίθμητα τραγούδια. Που τά έμαθαν; Ποιός τους τά εδίδαξε; Άγνω­στα εντελώς για τους μαθητές τής ελεύθερης Ελλάδος. Κάθε παιδί άπ' αυτά πλησιάζει τους στρατιώτες και τους μιλά. Σιγά σιγά. Τί νά θέλουν άραγε ; ΄Εβαλα στοίχημα μέ τον Μπαμπά μου πώς θά πάω στο σπήτι μας σήμερα νά φάνε και νά κοιμηθούν 10 στρατιώτες, αν δέν έρθετε θά χάσω το στοίχημα. ΄Επειτα έκεί θά περάσετε καλά. Ό,τι έχουμε Θά φάτε. Και έλεγαν, έλεγαν οι υπέροχοι αυτοί μικροέλληνες και παρακαλούσαν νά πάμε, νά φάμε, νά κοιμηθούμε στά σπήτιά τους. Γέροι και γρηές μέ δακρυσμένα τά μάτια μας τραβού­σαν απο τό άμπέχονο γιά νά πάμε στο δικό τους τό σπήτι, που δσο φτωχικό και άν ήταν, είχε τό βρισκούμενο γιά τους μουσαφιρέους του. Και γέμισαν τά σπήτια τής ωραίας Σιάτιστας από φαν­τάρους. Άλλο 20 άλλο 15. Και τό φτωχότερο μικρόσπητο.
Αυτός ό διάλογος έγίνετο μεταξύ του επιλοχίου και τών στρατιωτών σ' ένα από τά σχολεία τής Σιατίστης οπότε έρχεται λαχανιασμένος ένας Κρητικός αντάρτης από τούς άρειμάνιους εκείνους τύπους τών πολεμιστών: Τσέ πούνε ο καπετάνιος σας αδέρφια; Έδώ είμαστε, απαντά ό επιλοχίας και τρίβων τό μουστάκι του και προτείνων τό στήθος του μια απότομη κίνηση ώστε νά φανούν τά ενός πήχεος φάρδους γαλόνια αυτού. Μά ξέρεις, τσίριε επιλοχία, θέλω τον τσίριο Ήπίτη τον Διοικητή.΄Αμ έτσι λοιπόν μίλα, κακομοίρη. Τά σκυλλιά φανήκασι τσίριε επιλοχία, τσέ γιά αυτό έρχομαι από τα καραούλια νά δώσω χαμπάρι στον αρχηγό. Είναι πολλοί, μωρέ; ΄Οσα μέ τρεις τέσσηρες χιλιάδες.. Διαταγή του λοχαγού νά παύση ή διανομή του συσ σιτίου. Ή Σιάτιστα κινδυνεύει. Ό λήσταρχος Μπεκήρ αγάς με τις χιλιάδες των ορδών του παραγγέλει ότι πρέπει να του παραδώσουμε τη Σιάτιστα άλλως θά τήν κάψη. Δώσατέ του λοιπόν την απάντηση δια της λόγχης σας, διότι μόνον αυτή ή άπάντηση του χρειάζεται. Τίποτε άλλο δεν σας λέω. Ζήτω ο λοχαγός μας, Ζήτωωω.
Έξω στούς δρόμους τής Σιατίστης, οί Σιατιστινοί με τις γυναίκες των και τά παιδιά των παρακολουθούν ζητωκραυγάζοντες και κλαίοντες από χαρά τον Ελληνικό στρατό ό όποίος ανερχόμενος τροχάδην έναν άνηφορικό δρόμο τής πόλεως παρατάσσεται στά διάφορα προ τής Σιατίστης υψώματα αναμένων τον εχθρό. Τά τόπια, τά τόπια, πού είναι τά τόπια; Ακούεται μια φωνή από χιλιάδες στόματα ανδρών, παιδιών και γυναικών. Που είναι τά τόπια; (Αυτά ήταν τοποθετημένα στην πλατεία τής αγοράς Γερανείας). Αυτά θέλουν οί Σιατιστινοί, διότι μέ αυτά είναι βέβαιοι δτι θά σαρωθή ό όχλος του Μπεκήρ Άγά. Έρχονται έρχονται, μά είναι ανήφορος μεγάλος, βλέπετε, και τά καϊμένα άλογα, κουρασμένα από τήν χθεσινή δεκάωρη πορεία, δεν μπορούν νά τά ανεβάσουν, φωνάζει ένας αξιωματικός. Να πάμε έμείς, Καπετάνιε, νά τά φέρουμε, εμείς θα πάμε. Και εντός ολίγου δλες έκείνες οι χιλιάδες τών Σιατιστινών έσπρωχναν τά 3 κανόνια. Δέν παρήλθε μισή ώρα και ευρέθηκαν και τά τρία στή θέση των έτοιμα νά υποδεχθούν μέ επισημότητα τον Μπεκήρη.
Κάποια κίνηση στις προφυλακές τών Κρητών ανταρτών και ή άφίππευση του Διοικητού μας μάς δίδει να έννοήσωμε δτι πλη­σιάζει ή εναγωνίως αναμενόμενη στιγμή. Τρικτράκ ακού­ονται τά μάνλιχερ τών στρατιωτών. Ετοιμάζονται, ετοιμά­ζονται, είναι εις δλων τά πρόσωπα ζωγραφισμένη ή χαρά. Δέν συλλογίζονται τίποτε άλλο παρά νά ύποδεχθούν δσον τό δυνατόν μεγαλοπρεπέστερα τον Μπεκήρη. Ό υπασπιστής του άρχηγού του άποσπάσματός μας κ. Ήπίτη πλησιάζει τον λαχαγό μας του δίδει διαταγές και αμέσως όλος ό λόχος εκκινεί διά νά καταλάβη τις θέσεις του· Είναι μία μετά τό μεσημέρι ακριβώς, ό ουρανός συν­νεφιασμένος και έτοιμος νά κλαύση μετ' ολίγον. Ποιος ξέρει γιατί; Ίσως διότι σέ λίγη ώρα θά δεχθή πολλούς από μάς εις τά ανεξερεύνητα δωμάτια του. Άριστερά σ' ένα ψηλό λοφίσκο έχει διαμοιρασθή ο λόχος μας καί είμεθα έτοιμοι γιά τήν υποδοχή, Ό έφεδρος ανθυπολοχαγός μας Αναστασίου πηγαινοέρχεται σέ δλο τό μέτωπο τής παρατάξεως του λόχου μας και σκορπίζει παντού τις χρή­σιμες συμβουλές του. Παιδιά, προσοχή στά φυσίγγια. Στο κρέας δλο στο κρέας, μή ρίχνετε χωρίς νά βλέπετε. Κάθε φυσέκι πρέπει νά κάμνη τή δουλειά του, μή νομίζετε πώς εκείνος που ρίχνει πειό πολλά φυσίγγια πολεμά και πειό καλά. Οικονομία δσο μπορείτε. Έννοια σας κ. Άνθυπολογαγέ. Έννοια σας.
Σε λίγο ακούεται μια κανονιά· Άμ’ αρχινάει ό γάμος του Τριτσιμπίδα, παιδιά, φωνάζει ένας Ρουμελιώτης αρειμάνιος, έτοιμασθήτε γιά τό χορό. Και πράγματι δευτέρα κανονιά και ή ζωηρά κίνηση στο δεξιό μας, μάς ειδοποιεί δτι ό εχθρός ενεφανίσθη από το μέρος εκείνο. Καλώς τον δεχθήκαμε. Κοπιάστε νά πάρετε καμμιά κουταλιά σφαίρες, κύριε Μπεκήρ. Έλα λοι­πόν, κύριε Κλαδά, έχεις τρία πεδινά και αυτός έχει δύο όρεινά τί κάθεσαι; Δέν έπρόλαβε νά τελειώση τή φράση του ένας πολυλογάς και αιωνίως παραπονιάρης φαντάρος και ήκούσθη ή βροντώδης φωνή του κ. Κλαδά. Πρώτον πυροβόλον πύρ! Τόν κρότο σκεπάζουν χιλιάδες ζήτω των κατοίκων τής Σιατίστης, οι όποίοι από ένα λόφον παρακολουθούν την εναρξη τής μάχης. Δευτέρα, τρίτη, τετάρτη κανονιά μας πείθει πλέον δτι γράφεται ό πρόλογος τής μάχης Σιατίστης ό όποίος και τελειώνει μέ μερικά σφυρίγματα σφαι­ρών του εχθρού. Τό μάνλιχερ κελαϊδεί, τό κανόνι μυκάται πλέον, καθ' όλη τή γραμή τής παρατάξεως, οι τουρκαλβανοί του Μπεκήρ πολεμούν μέ δλη τήν λύσσα τών ληστών οί όποίοι βλέπουν τά όνειρά των νά χάνωνται. Ήθελαν νά μπουν στή Σιάτιστα, στήν ώραία Σιάτιστα να αρπάξουν, νά κλέψουν, να νοίξουν τά μαγαζιά, νά βρουν όμορφα κορίτσια νά ατιμάσουν. Μά όλα αυτά, όλα είναι χαμένα και γι'αυτό αφρίζουν και τρέχουν άπροφύλακτοι, θερί­ζονται από τά πυρά μας και προχωρούν προς τόν βέβαιο θάνατο.
Εμείς τρελλοί από χαρά, γελούμε ουρλιάζουμε γιατί γνωρίζουμε καλά τό φείδι πού θά τούς φάη. Δυο ταχυβόλα υπό τόν άνθυπασπιστήν Κίτσιον και έτερο ύπό τόν εύελπιν Μεσαλιάν στημένα εκεί πλησίον θορυβούν δαιμωνιωδώς σαρώνοντα τά άγρια στίφη του Μπεκήρ. Έχουν παρέλθει τρεις ώρες από τής ενάρξεως τής μά­χης και ό εχθρός δέν έχει πεισθή ακόμη διά τό μάταιο τών προσπαθειών του∙ Σε εκατό μέτρα άπόσταση άπό τις θέσεις μας τό άνταρτικόν σώμα του καπετάν Παπαμαλέκου πλησιάζει τόν έχθρό πενήντα βήματα, οι γενναίοι Κρητικοί μάχονται πλέον μέ τά περίστροφά των και εξά­γουν τις πελώριες κάμες των.
Δυο διμοιρίες τρέχουν σε ένίσχυσή των και οι εχθροί αντιλαμβάνονται πλέον τον κίνδυνον. Άλλ' είναι αργά, ή λόγχη του Έλληνος στρατιώτου και ή κάμα του Κρητικού έχουν τό λόγο. Οι Κρητικοί δέν μάχονται, σφάζουν. Θέλουν νά δείξουν στους Αλβανούς ότι δέν απέκτησαν τήν φήμη του παλληκαριού χωρίς λόγο. Στά σέρια μωρέ τά στυλλιά. Ελάτε μωρέ, νά σάς δώσουμε τή Σιάτιστα πούχει όμορφες κοπέλλες. Ό εχθρός προ τής μανίας μας αυτής, αρχίζει νά απελπίζεται. Μεταχειρίζεται διάφορα μέσα νά μάς εξαπατήση βοηθούμενος προς τούτο από τήν πυκνή ομίχλη ή οποία δέν μάς επέτρεπε να τόν βλέπαμε. Άκούομε φωνές. Μή κτυπάτε, μορέ παιδιά, δικοί σας είμαστε, Έλληνες είμαστε. Γεώργο, Κώστα, Γιάννη! Και πράγματι πολλοί στρατιώτες άπατώμεθα και παύομε προς στιγμή τό πύρ.
Ακούεται δμως αμέσως ή βροντώδης φωνή του Παπαμαλέκου· Β
αράτε τά σκυλλιά και μουρτάτες είνε. Βα­ράτε τους. Ένα πύρ ομαδόν ολοκλήρου τής διμοιρίας μας στέλλει τόν θάνατο στούς εχθρούς· Ό Καπετάν Παπαμαλέκος ενθουσιάζεται και διατάσσει τους άνδρας του νά επιτεθούν κραυγάζων. Στά χέρια στά χέρια. Μιά σφαίρα του έχθρού κόβει τή φράση του στό μέσο και σωριά­ζει τόν λεβέντη καπετάνιο επάνω σέ κάτι θυμάρια. "Α! τά σκυλλιά έφάγανε τόν καπετάνιο μας ακούονται τά μουγ­κρητά τών παλληκαριών του, τά οποία ορμούν πλέον μέ τις κάμες εναντίον τών αφρισμένων Τουρκαλβανών, οι οποίοι προ της λύσσας φεύγουν, πηδώντες τους απότομους βράχους του βουνού σαν κατσίκια. Τά πολυβόλα μας μαί­νονται, τά κανόνια μας ουρλιάζουν και τά ταχέα πυρά τών τριών ταγμάτων μας βρέχουν τόν θάνα το στούς φυγάδες. Αρχίζει νά σκοτεινιάζη και ή βροχή δυναμώνει, είναι ή σειρά της τώρα, θά άναλάβη τό έργο της· Πρέπει νά καθαρίση τούς λόγκους και τις χαράδρες από τά αίματα. Όμως σε λίγο ξημερώνει. Πότε έπέρασεν ή νύχτα κανένας δέν κατάλαβε. Όλοι είχαμε μιά κρυφή χαρά γιατί επί τέλους θά άφίναμε τά βουνά τής Σιάτιστας καί θά μπαίναμε στήν πόλι νά βρούμε, ψωμάκι νά στεγνώσουμε τά ρούχα μας στή φωτιά καί νάχουμε κουράγιο νά κυνηγήσουμε τόν Μπεκήρ. Άν τόν έγλύτωσε χθες ή άσπρίλα τής ομίχλης καί ή μαυρίλα τής νύχτας δέν θά τόν έγλύτωνε σή­μερα τίποτε. Καμμιά δεκαριά φαντάροι φορτωμένοι μέ φορεία ψά­χνουν εκεί κοντά μας τις χαράδρες γιά κανένα τραυματία. Καί βρίσκουν πολλούς ζωντανούς ακόμη, μά καί πειό πολ­λούς πεθαμένους πού μπορούσαν νά ζουν σήμερα, άν εί­χαμε στο απόσπασμά μας γιατρούς πρώτα καί ύστερα νοσοκόμους. 'Από μπροστά μας περνά ή πένθιμος συνοδεία και μείς τούς χαιρετούμε μέ όλη τήν ευλάβεια πού χρειάζεται σέ τέτοια στιγμή. Περαστικά σας παιδιά, περαστικά σας. Ένα ευχαριστώ μόλις άκουόμενο, εξέρχεται άπό τά χείλη των και μερικά δάκρυα κυλούν άπό τά μάτια μας. Σήμερα αυτοί, αύριο εμείς! Ή πένθιμος συνοδεία χάνεται. Μετ’ολίγον και μεις μελαγχολικοί παύουμε γιά λίγα λεπτά τήν κουβέντα».
Οι Κρήτες και τά Μακεδονικά σώματα άπαλλαγμένα διατυπώσεων μόλις άκουσαν τήν φωνή «Τούρκοι έρχονται» έσπευσαν αμέσως και κατέλαβαν τις προς Βορρά κορυφογραμμές ώς και τά πλάγια τής χαράδρας, εντός τής οποίας άναρριχάται ή οδός Βρογκίστης Σιατίστης· μετ' αυ­τών συναναμίχθηκαν καί πλείστοι Σιατιστείς και ανέκο­ψαν την πρώτη ορμή του έχθρού. Οί Τούρκοι, νομίζοντες ότι οι δυνάμεις μας είναι ολίγες όπως στη Λειψίστη, έτρεχαν καί λυσσαλέοι ανέρχονταν υποστηριζόμενοι καί υπό του πυ­ροβολικού των. Ήτο ή πρώτη ίσως φορά, που δέν γνώριζαν επακριβώς τις δυνάμεις μας καί τούτο διότι δόθηκε η δέουσα προσοχή. Περί τους 10 κατάσκοποι Βαλαάδες εισήλθαν κρυφά στη Σιάτιστα τις προηγούμενες ημέρες προσποιούμενοι ότι είναι πρόσφυγες έλληνες, αλλά όλοι αναγνωρίσθηκαν υπό τών κατοίκων, συνελήφθησαν και εξαφανίσθηκαν.
Ή πυροβολαρχία στήθηκε 300 μέτρα περίπου πέραν του ναού τής Άγ. Τριάδος στή θέση Παλαιομάντρα καί ήταν αθέατος στόν έχθρό. Ό Διοικητής αυτής (λοχαγός τότε) Νικόλαος Κλαδάς, άξιωματικός σπάνιας μόρφωσης καί στρατιωτικής ικανότητας, προς τον οποίο ή Σιάτιστα θά χρεωστεί αιώνια ευγνωμοσύνη διηύθυνε μέ τόση εύστοχία τις βολές, ώστε ή πρώτη βληθείσα οβίδα έπεσε επί του ενός τών Τουρκικών πυροβόλων καί διέρρηξε αυτό. Τούτο συντέλεσε νά χάση τελείως τό ηθικό ό εχθρός, νά έπαυξήση δέ τό ηθικό τών Ελληνικών στρατευμάτων, τά οποία ακάθεκτα όρμώντα κατά του έχθρού, δεκατίζονται. Πίπτει ό γενναίος αρχηγός Καπετσίνης, ο οποίος μέ το Σώμα τών νέων Κρητών κατέλαβε τό Καστράκι, δι' επιθέσεως μέ εφ' όπλου λόγχη. Μέ τό περίστροφο στό χέρι ορμών κατά του έχθρού, που ήταν χαρακωμένος όπι­σθεν τών βράχων, βρήκε το θάνατο με σφαίρα στό μέτωπο. Πλησίον του πίπτει και ό δάσκαλος Έμμ. Φιωτάκης από το Σέλινο τής Κρήτης βληθείς με σφαίρα στό μέτωπο.
Ο ηρωϊκός γιατρός και πολέμαρχος, Μ. Αναστασάκης αναφέρει για την επική αυτή συμπλοκή: «Κρήτες πολεμισταί, πεζοναύται και στρατιώται μας ευρίσκονται αναμίξ συμπε πλεγμένοι και αλληλοφονευόμενοι δια λογχών, Κρητικών πασσαλίδων (μαχαιρών) υποκόπανων, έτι και δια πυροβολισμών. Ο Καπιτσίνης έμπροσθέν μου λαβών σφαίραν εις το μέτωπόν του έπεσεν άπνους, ο Λεωνίδας Παπαμαλέκος, Οπλαρ­χηγός Αποκορωνιωτών, φονεύεται εκεί. Ο ανεψιός τού Κ· Παπαδοπέ­τρου ωσαύτως καθώς και ο υιός του αρχηγού των Σεληνιωτών Φιω­τάκη. Σωρός πτωμάτων εις αρκετήν έκτασιν Τούρκων και ημετέρων φαίνονται ανάμικτα.
Καθ'ήν στιγμήν ο Στρατιώτης μου Αθαν. Λαδοβράκης λογχίζεται και εγώ πυροβολώ τον φονέα του Τούρκον, λαμ­βάνω και εγώ τραύμα επιπεπλεγμένον εις τον δεξιόν μηρόν και ήδη και οι τρείς κείμεθα κατά γής».
Εδώ τραυματίζεται ό Σιατιστεύς Ηρακλής Γκιολέκας. Διά νά φανή τί κακό έγινε στή θέση αυτή άναφέρεται δτι τήν έπόμενη μέρα σε χώρο 50 — 60 τετρ. μέτρων Βρέθηκαν 47 Τούρκοι φονευμένοι. Πίπτει τό καμάρι των Σφακιών Κρήτης ό νεαρός εύελπις Στυλ. Παπαδόπετρος. Πίπτουν εν δλω περί τούς 70 νεκροί και 150 τραυματίες. Πίπτουν περίπου και περί τούς 400 Τούρκοι νεκροί. Ό λόχος τών Κρητών διδασκάλων ανδρείως πολεμούσε στήν πρώτη γραμμή με τούς παραπλεύ­ρως αγωνιζόμενους εύέλπιδες μαθητές Μίκη Παύλου Με­λά, Χαρίλαο Οίκονομόπουλο, Γ. Λιούμπην, Μεσαλά (επαξίως διευθύναντα τα πολυβόλα), Γεώργιον Βίκ. Μελά καί πολλούς άλλους που έσπευσαν ώς έθελοντές νά χύσουν τό αίμα των υπέρ τής Πατρίδος.΄Ενας λόχος φρουρούσε στό σέλωμα για να προλάβη ένδεχόμενη περικύκλωση από τον έχθρό, μία δέ διμοιρία υπό άνθυπολοχαγόν ήταν επιφυλακή στήν άγορά της Γεράνειας έτοιμη νά πυροβολήση κατά παντός τυχόν ύποχωρούντος από τη μάχη είτε στρατιώτη είτε πολίτη.
Άπό τής μεσημβρίας, όμως, απόσπασμα Τουρκικής δυνάμεως βάδισε προς τό Κοντσικό νά καταλάβη τήν κορυφή τής Άναλήψεως, η οποία δεσπόζει του Βορείου μέρους τής Σιατιστας. Άλλά οί Κωντσιώτες ευρισκόμενοι στήν κορυφή θαρραλέοι επετέθηκαν κατ' αυτού. ΄Εσπευσε δέ τήν στιγμή έκείνη και ο γενναίος Καπετάν Γύπαρης με το σώμα του στον τόπο τής συμπλοκής, ευρισκόμενος στη Σέλιτσα και ό έχθρός αναγκάσθηκε νά υποχωρήση μέ πολλές απώλειες στην πεδιάδα.
Έτσι εληξε ή μάχη οί μέν Τούρκοι δηλαδή δέν κατώρθωσαν νά προχωρήσουν, άλλά και οί ΄Ελληνες δέν τόλμησαν να αντεπιτεθούν και να τους κατάδιώξουν λόγω σκότους, του εξαιρετικώς βραχώδους και ορεινού εδάφους και άλλων δυσμενών συνθηκών. Κατά τη διάρκεια της νύκτας έφυγεν ντροπιασμένος ο πρώην αλαζών Μεχμέτ Πασάς μέ τά δεινώς αποδεκατίσθέντα τά­γματά του, διερχόμενος δέ από την Λειψίστην, μας έφαγαν οι Γκιαούρηδες, είπεν στούς Μπέηδες και τό εσπέρας εφθασε στη Χρούπιστα. Εκείθεν την επομένη βάδισε στην Κορυτσά μή τολμήσας νά άντισταθή πουθενά. Τό δέ στρατιωτικόν του σχέδιον, δπως καταλάβη την Κοζάνη και αποκόψη τήν συγκοινωνία των Ελληνικών στρατευμάτων μετά τής Λαρίσσης, οικτρώς έναυάγησε. Δικαίως λοιπόν ή μάχη τής Σιάτιστας θεωρήθηκε το τελευταίο «ατού» της Τουρκίας στη Μακεδονία.
Για τη συμβολή της Σιάτιστας στη μάχη αυτή ο διοικητής της πυροβολαρχίας Νικ. Κλαδάς, στην πραγματεία του «ή Σιάτιστα», αφιερώνει τα κάτωθι:
«Οί Σιατιστείς δέν προσήλθον εις τήν μάχην ως έρασιτέχνες, θεώμενοι έκ του μακρόθεν τά γενόμενα. Οί Σιατιστείς ποοσήλθον και κατετάχθησαν ως πραγματικοί μαχηταί υπό τάς διαταγάς του λοχαγού Κατεχάκη Γεωργίου, Διοικητού των Κρητικών Σωμάτων. Αποδειξις δε της ενεργού συμμετοχής των είναι δτι έχυσαν το τίμιόν των αίμα ανά τάς ορεινάς φάραγγας και τάς δυσπροσίτους κορυφάς του πε­δίου τής μάχης τής Σιατίστης κατά την 4ην Νοεμβρη 1912. Ό Ηρακλής Γκιολέκας, ό θαραλλέος νεανίας ό τραυματισθείς σοβαρά από βολίδα κατά τόν καρπό της δεξιάς χειρός, ένεκα του τραυματισμού παρέστη ανάγκη ακρωτηριασμού ολόκληρου του βραχίονα· ο Αθανάσιος Χατζηζήσης βληθείς διά θραύσματος όβίδος και από θανών μετά μακράν άκαρπον νοσηλείαν. Ο Γεώργιος Τσίπος φονευθείς επί τόπου υπό βολίδος, ό Λάζαρος Κατσανίκος πληγωθείς είς τήν χείρα ελαφρώς, άποτελούσιν αυτα­πόδεικτα δείγματα του τί προσέφερον οι Σιατιστείς κατά τήν μάχην ταύτην». Και άλλοι Σιατιστείς προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες κατά τη μάχη αυτή κατ' άλλον τρόπο ένεργούντες με­ταξύ δέ τούτων πρωτεύουσα θέση κατέχει ό τότε Δήμαρ­χος τής πόλεως Μηνάς Θεοδώρου, Ιατρός, η Ελένη Γκαγκαράτσα και άλλοι.
΄Αντί άλλης κρίσεως περί τής δράσεως τών Κρητών και των λοιπών στρατευμάτων παρατίθεται ή ημερησία διαταγή του Διοικητού του στρατού:
«
Λαβών ύπ' δψιν μου άφ' ενός μέν τήν μέχρι τούδε δράσιν και αυτοθυσίαν ήν κατά τάς δυσχερείς ταύτας τής πατρίδος περιστάσεις τά ύπό τόν Λοχαγόν Κατεχάκην εθε­λοντικά σώματα έπεδείξαντο, αφ’ ετέρου δέ τήν ύπό πάντων τών Κρητών έπιδειχθείσαν γενναιότητα κατά τήν μάχην τής Σιατίστης, επαινώ ανεξαιρέτως πάντας τους υπό τάς διαταγάς μου τεθέντας Κρήτας, συγχαίρων αυτούς διά τά γενναία και φιλοπάτριδα αισθήματα, άτινα τους όδηγούσιν είς τόν κοινόν τούτον υπέρ τής Πατρίδος αγώνα, πεποιθώς ότι και εις τό μέλλον τήν αυτήν θέλουσιν επιδείξει γενναιό­τητα και πειθαρχίαν όντες βέβαιοι ότι ουδεμίαν ποιούμαι διάκρισιν μεταξύ αυτών και τών λοιπών υπό τάς διαταγάς μου ανδρών.΄Εχων επίσης υπ’ όψιν μου την έπιδειχθείσαν ύφ' ολο­κλήρου του υπολοίπου στρατεύματος γενναιότητα και αυτο­θυσίαν κατά τήν μάχην τής Σιατίστης συγχαίρω τους άξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτας διά τούτο, μέ την πεποίθησιν δτι και εις τό μέλλον μετά της αυτής αυτοθυσίας και γενναιότητος θέλουσιν ατενίσει πάντα κίνδυνον δστις ήθελε παρουσιασθή κατά τήν έκτέλεσιν τής ανατεθείσης ήμίν υπό τής πατρίδος εντολής, ής ή δόξα και τό μεγαλείον αποτελεί τόν τελικόν μας σκοπόν».
Αντισυνταγματάρχης
Α. Η Π I Τ Η Σ


«Έν δέ τή αναφορά του προς τό Ύπουργείον τών Στρα­τιωτικών ό Ήπίτης έκαμε εύφημον μνείαν και διά τήν συμμετοχήν τής Σιατίστης εις την μάχην». Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στις ευρείες αίθουσες του Τραμπάντζειου Γυμνασίου υπό την διεύθυνση τού λοχαγού ιατρού Σκ. Ζερβού, βοηθούντων τών ιατρών Μηνά Θεοδώρου, Μαυροβίτη Καστοριέως και τού φαρμακοποιού τής Σιατίστης, Άθ Στρακαλή, που έχορήγησε δωρεάν τά φάρμακα στόν Έλλ. στρατό κατά τις ημέρες εκείνες. Συγκινητικότατο ήταν τό θέαμα τόσων νεκρών προμάχων τής Ελευθερίας, που μετεφέρθηκαν στό Γυμ­νάσιο καί στό ναό τών 12 Αποστόλων όπου καί τό νεκροταφείο. Μεγαλειώδης δε έγινε η κηδεία των. Την παρακολού θησαν ο Αρχιερατικός Επίτροπος μετά τού Κλήρου καί χιλιάδες γυναικών καί παιδιών, οι οποίες άντικαθιστούσαν τις ατυχείς μητέρες των θρηνούσαν καί έκόπτοντο καί ασπάζονταν τά δαφνοστεφή των μέτωπα.
Ο έκ Κρήτης οπλαρχηγός και ποιητής Κ. Διγενάκης με συγκινητικότατο λόγο άποχαιρέτισε τους νεκρούς καί στο τέλος πυροβολισμοί ομαδόν ρίφθηκαν υπό των συμπολεμιστών των, μετά τήν ταφή, προς άπόδοση των κεκανονισμένων τιμών. Αιωνία ή μνήμη εκείνων, των οποίων τό αίμα έδώρησεν στη Σιάτιστα μαζύ μέ την έλευθερία και τη σωτηρία αυτής.
Αποφασίζεται τήν έπομένη ή στρατιά ολόκληρη να βαδίση εκ Σιατίστης εις Λειψίστη. Μεγαλοπρεπής ήταν ή έκκίνηση αυτή·
«Απαντες οι Σιατιστείς, γράφει ό συγγραφεύς των εθε­λοντικών Σωμάτων είχον εξέλθει πρός προπομπήν. Άπασαι αι ευγενείς Σιατιστιναί μέ δάκρυα εις τους οφθαλμούς, μη εύρίσκουσαι λέξεις καταλλήλους νά έκφράσωσι τήν ευγνωμοσύνην πρός τους σωτήρας των, έξήρχοντο εκ τών οικιών αυτών προθυμοποιούμεναι νά προσφέρωσιν αυτοίς άναψυκτικόν τι. Δεν θά λησμονήσωσι ποτέ οι τε Κρήτες και οί στρατιώται τήν περιποίησιν τών Σιατιστέων».
Ή Σιάτιστα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης πρός τους ηρωϊκούς νεκρούς, τελεί εύλαβώς έκτοτε σε κάθε επέτειο τής μάχης πάνδημο μνημόσυνο τά δε σχολεία της κατα θέτουν μεγαλοπρεπείς στεφάνους στο Μνημείο των Ηρώων.
Πάντων τούτων ούτως εχόντων, εναπομένει σε μας, τους παρευρισκομένους στον ση μερινό πανηγυρικό εορτασμό, ιερό το χρέος της απόδοσης τιμής και ευγνωμοσύνης τόσο στους μετέχοντας στις Εθνικές Επιτροπές Σιατιστείς όσο και σ΄εκείνους, τους άλλους, ημίθεους Σιατιστείς, ήρωες του 1821. Γιατί οι μεν τοπικοί Ιστοριογράφοι επιδεικτικά εσιώπησαν και απέκρυψαν τη θυσία των, οι δε τωρινοί Άρχοντες, αινικτικά και ανεξήγητα, πλην όμως λίαν επιμελώς και κατά το απλοϊστί λεγόμενον, «ποιούν την νήσσαν».
Οι αποτελέσαντες Σιατιστείς την πρώτη Έθνική Έπιτροπή ήταν οι: I.Παπίας, Άν.Αλεξίου, Ά.Οικονομίδης, Άν.Μέγας, Φίλ.Ζυγούρης, Θεόδ. Σπύρου και Βασ. Γκίμπας, οί οποίοι έμύησαν και έκάλεσαν σε συνεργασία και τους Νικ. Παπαχατζήν, Θ. Παπαδημητρίου, Ζ. Ζωγράφον, Άθ. Σπύρου, Χρ. Γκαντάγιαν, Ί. Αποστόλου, Χρ. Γκουτζιαμάνην, Ί. Σαμαράν, Άθ Παπακώσταν και Παπανικ. Δάρδαν.
Ή ούτω σχηματισθείσα Επιτροπή είργάσθη μέχρι του τέλους περί­που του 1906.

Έκτοτε όμως, ο ελθών στη Σιάτιστα ως αρχηγός της περιφέρειας, Καπετάν Ζάκας, (Γρηγόριος Φαληρεύς, αξιωματικός) διώρισε Νέα Επιτροπή Εθνικής Αμύνης τους Σιατιστείς: Άθ. Κανατσιούλη, Ί· Αποστόλου, Άθ. Σπύρου, Κ· Παπανώτα, Χρ. Γκουτζιαμάνη, Δ. Πάϊκου, Άν. Δάνα, Δημ. Μέμμο, I. Τζιβέλη, Θεόδ. Σπύρου και I. Αλεξίου. Αυτή η Εθνική Επιτροπή έδρασε μέχρι το τέλος των αγώνων.


4η Νοεμβρίου 2009-11-04
Γρίβας Αργυρός Βοκάτος


1 σχόλιο:

Tatiana Papas είπε...

Πράγματι είναι πολύτιμο το ιστορικό υλικό που δημοσιεύεται, αν αναφέρατε και τις πηγές σας και που είναι δημοσιευμένο, θα ήταν ακόμα καλύτερα!