"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΒΛΑΧΟΙ

ΑΡΜΑΝΟΙ–ΒΛΑΧΟΙ

Ο καθηγητής Ρωμανίδης είπε για την ελληνική γλώσσα:
«Η ιδέα ότι εις το λεγόμενον Βυζάντιον υπήρχεν ελληνική μονογλωσσία και πρακτική πολυγλωσσία είναι ευρωπαϊκός και ρωσικός μύθος. Οι βλαχόφωνοι, οι αρβανιτόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι ανήκουν εις την παραδοσιακήν δίγλωσσον Ρωμαιοσύνην. Η βλαχική είναι η ρωμαϊκή και η ελληνική είναι η ρωμαΐκη και η αρβανίτικη είναι η ωραιοτάτη σύνθεσις των δύο. Το ότι επεκράτησεν ως μόνη επίσημος γλώσσα η ρωμαίικη δεν σημαίνει ότι ηχρηστεύθη η ρωμαϊκή. Είναι αδιανόητον διά τον Ρωμηόν να ισχυρισθή κανείς ότι οι εν Ελλάδι Βλαχόφωνοι, αρβανιτόφωνοι, και ελληνόφωνοι δεν είναι είς λαός. Εάν ποτέ αφαιρεθούν οι Αρβανίται και Βλάχοι από τον κατάλογον των ηρώων της Επαναστάσεως του 1821, θα φύγη το ήμισυ τουλάχιστον των ονομάτων και μάλιστα ονόματα πατριωτών που δεν εγνώριζον καν ή καλώς τα ρωμαίικα.»
Ως κεντρική θεματική προς διερεύνηση, του παρόντος σημειώματος, επιλέχτηκε η προσέγγιση και μελέτη των Αρμάνων–Βλάχων. Εκτίθενται έτσι, οι αρμόζουσες προς τούτο πληροφορίες, των ιστορικών πηγών: «Βλάχος σημαίνει λατινόφων. Εξαιρέσει των λατινοφώνων της Ιστρίας, των Gici, και των Μεγλενών, των Μεγλενιτών, πάντες οι λοιποί λατινόφωνοι, ανεξαρτήτως, των επί μέρους ονομάτων, άτινα φέρουν, αποτελούν, την αξιολογωτέραν επιβιώσασαν μερίδα των εκλατινισθέντων της Βαλκανικής και είναι ευρύτερον γνωστοί ως Κουτσόβλαχοι. Αυτοί όμως ουδέν των ονομάτων τούτων χρησιμοποιούν.
Αυτοαποκαλούνται Αρμάνο, ενική ονομαστική Αρμάνος από το Λατινικό Α+ρομάνους, όπερ επεκράτησε να γράφηται Αρωμούνος.» …εις τας ελληνικάς χώρας υπό τε των ελληνοφώνων και των λατινοφώνων, αμφοτέρων γνησίων κληρονόμων και συνεχιστών του Ρωμαϊκού Κράτους και του Βυζαντίου [που ως γνωστόν αυτοονομαζόταν ΡΩΜΑΝΙΑ, από τη νέα Ρώμη- Κωνσταντινούπολη και ‘Βυζάντιο’ το ονόμασε στα 1562 ο γερμανός Ιερ. Βολφ], χρησιμοποιείται εισέτι υπό τους δημώδεις τύπους Ρωμιός και Αρμάνος της μεταξύ αυτών διαφοράς συνιστα μένης εις το ότι ο μεν φορεύς του πρώτου είχεν αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτου αλλά ωμίλει μόνον την ελληνικήν, ο δε του δευτέρου πέρα του αυτού δικαιώματος έκαμνε χρήσιν και της λατινικής, ήτοι ήτο δίγλωσσος.»
Βλάχους ή Κουτσόβλαχους ονομάζουν τους λατινόφωνους κατοίκους της Ελάδας οι συντοπίτες τους. Όμως οι ίδιοι απορρίπτουν αυτές τις προσωνυμίες και δεν τις χρησιμοποιούν στη λατινογενή τους γλώσσα στην οποία, αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι. Η λέξη Βλάχος, κατά τους ερευνητές σχηματίζεται από την σλαβική Vlah, που σημαίνει τον αλλοεθνή, τον ξένο, ή από τη γερμανική λέξη Walechen, που σημαίνει επίσης τον ξένο.
Η λέξη Κουτσόβλαχοι προέρχεται από το Τουρκικό, Κιουτσούκ Βα λάχ=Μι κρό-βλαχοι, δηλαδή κάτοικοι της Μικρής Βλαχίας. Μπουγιούκ Βαλάχ=Μεγαλό-βλαχοι, δηλαδή κάτοικοι της Μεγάλης βλαχίας. Ονοματολογία της περιόδου της Ρωμανίας (του Βυζαντίου). Την ίδια περίοδο στον Ελλαδικό χώρο, η μεν Θεσσαλία ονομαζόταν Μπουγιούκ=Βαλαχί, η δε Αιτωλοακαρνανία Κιουτσούκ Βαλαχί. Τα τελευταία χρόνια η αναφορά στους Βλάχους γίνεται με τη χρήση της προσωνυμίας Αρωμούνοι. Τον όρο χρησιμοποίησε ο εθνολόγος W.Weigand . Τη χρήση του όρου στο ελληνικό επιστημονικό κοινό εισηγήθη κε ο γλωσσολόγος Ν. Ανδριώτης. Ενώ τη χρήση της λέξης «Αρμάνοι», εισήγαγε ο ερευνητής Σ.Ν.Λιάκος.
Για τη δημιουργία όμως του λατινόφωνου αυτού ιδιώματος, της Αρμάνικης γλώσσας που αποτέλεσε το συνδετήριο κρίκο, για πολλούς αιώνες, του ελληνκού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, ο Κωνσταντίνος Κούμας, στο έργο του «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, το 1812 έγραψε: «Οι Ρωμαίοι επί οκτώ εκατονταετηρίδας από του Άλβιος έως τας ερήμους της Αφρικής, καθυποτάξαντες τα έθνη και αναμίξαντες δια των αποικιών τους ταύτας, εισήγαγον κατά φυσικόν λόγον εις αυτά και την γλώσσαν των. Η Ιλλυρία αποκατεστάθη επαρχία (Ρωμαϊκή) το 219 π.Χ., η Μακεδονία και η Ήπειρος το 167 π.Χ. και η Ελλάς το 146 π.Χ. Επί αιώνας έγεμεν από στρατεύματα ρωμαϊκά, επάρχους και άρχοντας Ρωμαίους. Αποτέλεσμα τούτων ήτο ότι οι Μακεδόνες Θεσσαλοί, Έλληνες έμαθαν την γλώσσαν των νικητών των και πολλοί έχασαν την ιδικήν των. Εις μόνον τας μεγάλας πόλεις αντείχεν η Ελληνική γλώσσα και τα βουνά της Ιλλυρίας απέκρουσαν την αλλόφυλλον, οι δε κάτοικοι χωρίων και κοιλάδων ανέμιξαν τας εγχωρίους των με την ρωμαϊκήν και ούτω κατασκεύασαν ανάμικτόν τι παρα μόρφωμα διαλέκτου, σωζόμενον εισέτι εις πολλά μέρη της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Ελλάδας. Όλοι ούτοι οι λαοί, ονομάζονται με κοινόν όνομα Βλάχοι.»
Όμως δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί και χρονογράφοι που μαρτυρούν την παρουσία των Βλάχων στα χρόνια της Ρωμανίας (Βυζαντίου). Μια μαρτυρία από αυτές είναι του Θεοφύλακτου Σιμμοκάτη, ιστορικού του 7ου μ. Χ., αιώνα. Κατ’ αυτήν, οι Βυζαντινοί εκστρατεύουν εναντίον των Αβάρων στη Θράκη (579-586 μ.Χ.). Όταν όμως το φορτίο του ζώου κινδύνευσε να βρεθεί στο έδαφος η φωνή του ημιονηγού έσχισε τον αέρα: «τη πατρώα φωνή… τόρνα, τόρνα, φράτερ, και ο μεν κύριος του ημιόνου την φωνήν ουκ ήσθετο οι δε λαοί ακούσαντες και τους πολεμίους επιστήναι αυτοίς υπονοήσαντες, εις φυγήν ετράπησαν, τόρνα-τόρνα μεγίσταις φωνές ανακράζο ντες.»
Αυτό το λατινόφωνο δείγμα γραφής, τόρνα-τόρνα-φράτερ, που σημαίνει (γέρνει-γέρνει-αδελφέ), είναι το παλαιότερο γραπτό μνημείο της Αρμάνικης-γλώσσας. Η λέξη «τόρνα=γέρνει», παράγεται από το Ομηρικό ρήμα <τορνό-ω=τορνώ=κύκλον εμαυτώ γράφω· στην Αρμάνικη-Βλάχικη γλώσσα σημαίνει: στρέφω, περιστρέφω, γυρίζω, επιστρέφω, γέρνω. Επίσης και η άλλη βλάχικη λέξη φράτερ=αδελφός, είναι Ομηρική. Η φρήτρη ( Ιων. ) αντί του φράτρα (φρά τηρ=αδελφός), Ιλ.Β 362, 363. Εξάλλου από τα τέλη του 18ου αιώνα, λόγιοι και λεξικογράφοι αναλαμβάνουν μια αξιόλογη προσπάθεια γραφής κειμένων στη βλάχικη γλώσσα, τα οποία και εκδίδουν. Εκτίθενται τα συγγραφέντα και εκδοθέντα έργα: Ο λόγιος Θεόδωρος Αναστασίου Καββαλιώτης εκδίδει στη Βενετία το 1770, την «Πρωτοπειρία». Ένα βιβλίο που περιλαμβάνει προσευχές, γνωμικά και διηγήματα. Στις σελίδες του φέρει κατάχωρισμένες, σε τρεις κάθετες στήλες, 1170 λέξεις, σε τρεις διαλέκτους αντίστοιχα: νεοελληνική, βλάχικη και αλβανική. Το 1794, ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης τυπώνει στη Βενετία την «Εισαγωγική Διδασκαλία». Το έργο επανεκδίδεται το1802. Έχει τριπλάσια ύλη και ένα τετράγλωσσο λεξικό «της απλής ρωμαϊκής (ελληνικής), της εν Μοισία βλαχικής, της βουλγαρικής και Αλβανιτικής.» Προσέτι στη Βιέννη το 1813, ακολουθεί η έκδοση της πρώτης βλάχικης γραμματικής, από τον Μιχαήλ Μποϊατζή. Αυτή φέρει τον τίτλο: «Γραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική» και είναι γραμμένη στα ελληνικά και στα γερμανικά. Οι βλάχικες λέξεις αποδίδονται με το λατινικό αλφάβητο. Λίγα χρόνια πιο μπροστά, ο Μοσχοπολίτης, Κωνσταντίνος Ουκούτα, τυπώνει στη Βιέννη τη «Νέα Παιδαγωγία, ήτοι Αλφαβητάριον εύκολον του μαθείν τα νέα παιδιά τα ρωμανο-βλάχικα γράμματα εις την κοινήν χρήσιν των Ρωμανο-Βλάχων». Το εγχειρίδιο αυτό προσφέρει τη δυνατό τητα εκμάθησης της βλάχικης διαλέκτου, με μεταφρασμένα θρησκευτικά κείμενα από την ελληνική στην αρμάνικη γλώσσα. Αλλά και στο Λονδίνο το έτος 1822 τυπώνεται η Καινή Διαθήκη στην αρμάνικη-βλάχικη γλώσσα. Και ο Ν. Γιανοβίτσης το έτος 1821, τυπώνει το: «Λεξικόν πεντάγλωσσον ελληνο-γκραικορωμανο-γερμανο-ουγγαρικόν.» Ο Ν. Γιανοβίτσης στον πρόλογο του λεξικού του γράφει πως για τα γκραικικά χρησιμοποίησε το «γλώσσαν, ως ειδήμων εκείνων, ήντλησα και προσέθηκα εξ ιδίας πηγής μου, ωσάν οπού είμαι γεννημένος Ρωμάνος, εκ της εν Μ α κ ε δ ο ν ί α Μ ο σ χ ο π ό λ ε ω ς κ α τ α γ ό μ ε ν ο ς». Άς δούμε τώρα την οδική σύνδεση της Ρώμης με τις Ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Δια των περιοχών της Μακεδονίας διερχόταν η δίκλωνη όδευση της Εγνατίας (Απολλωνία–Κορυτσά–Εδεσσα) και (Δυρράχιο–Αχρίδα–Μοναστήρι–Έδεσσα), δια της οποίας επικοινωνούσε η Αδριατική με το Αιγαίο και η Ρώμη με την Κωνσταντινούπολη. Για τους πληθυσμούς αυτούς που γειτνίαζαν με τη δίκλωνη Εγνατία, ανα φέρο νται από το Στράβωνα ως Μακεδονόγλωσσοι (VII, 7,4 και8) και από τον Πολύβιο (18,30,6). Για την κατάκτηση της Βαλκανικής ήταν φυσικό επακόλουθο να στρατο λογηθούν λεγεωνάριοι από τις περιοχές της ελεύθερης Μακεδονίας. Οι περιοχές αυτές αποτέλεσαν την Πέμπτη και Έκτη στρατηγικές επαρχίες της Ιλλυρίδος (Στραβ. XYII,3 παρ.25). Από εδώ προέρχονταν οι δύο ρωμαϊκές λεγεώνες, φρουροί του Δούναβη. Η μία από αυτές έφερε το όνομα « Πέμπτη Μακεδονική Λεγεών». Είχε έδρα το σημερινό Βιδίνι της βορειοδυτικής Βουλγαρίας. Οι υπηρετούντες σε αυτήν έφεραν το όνομά της και εκαλούντο Quin quari= Πεμπταίοι. Και κατά τη Βλαχική, Λατινομακεδονική γλώσσα Τσιντσάροι (τσίντσι= πέντε). [Σημ.γραφ: Τσίντσαρης-Τσίτσαρης-Τσίτσας]. Αλλά η εθελούσια κατάταξη πολλών αρρένων ως μισθοφόρων στις ρωμαϊκές λεγεώνες για περίοδο μεγαλύτερη από 20-25 χρόνια, συνέβαλε σημαντικά, στο γλωσσικό εκλατινισμό των κατοίκων του Ολύμπου, της Πίνδου και των άλλων ορεινών όγκων της Κεντρικής Βαλκανικής, στα ευρύτερα όρια της Μείζονος Μακεδονίας. Ο απολυόμενος λεγεωνάριος, εθεωρείτο civis Romanus = Ρωμαίος πολίτης, τιμητικά. Έτσι οι απολυόμενοι της Λεγεώνος, αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι. Χρήσιμη πληροφορία αντλούμε για το λατινόφωνο αυτό ιδίωμα από το «Ετυμολογικό Λεξικό της Κουτσοβλαχικής» του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη και το σύνολο των 6.562 λέξεων που περιλαμβάνει. Εξ αυτών: Το 52 στις εκατό είναι ελληνικής προέλευσης, το 0,26 σλάβικης, και 2657 λέξεις είναι λατινικής κατά γωγής. Μεγάλη προβάλλει η προσφορά των Αρμάνων–Βλάχων στους αγώνες του Ελληνικού έθνους. Την αποθανάτισαν ξένοι και Έλληνες ιστοριογράφοι και είναι λίγο-πολύ γνωστή. Προσφορά πολυειδή που εξακτινώνεται στον εθνικό, πολιτιστικό και οικονομικό τομέα. Από έγγραφο των Αρχείων της Βενετίας, της 27ης Ιουλίου 1423, προκύπτει ότι το 1420 Βλάχοι συμμετέχουν στην υπεράσπιση της Θεσσα λονίκης. Μάχονται κατά των επιδρομών των ορδών του σουλτάνου. Το 1453, άλλο ένοπλο σώμα 2.000 ιππέων Βλάχων από την περιοχή της Πίνδου, σπεύδει να υπερασπισθεί την πολυθρήλητη «ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ». Την Κωνσταντινούπολη. Αλλά το ύψιστο εγχείρημα φιλοπατρίας παραδίδει στους μεταγενέστερους, άλλο φυλάκιο του Έλληνισμού στο βορρά, άλλη Μακεδονική πόλη. Η μαρτυρική Μοσχόπολη. Παρουσιάζω τις πληροφορίες: «Ίνα αντιληφθεί κανείς το ηρωϊκό πνεύμα των Μοσχοπολιτών και την αντίληψιν που είχον ούτοι δια τον αγώνα του 1821, λέγομεν ως αναγράφεται εις τους κώδικας της μονής Προδρόμου και Παναγίας, εξακόσιοι δέκα οκτώ τότε νέοι της περιφερείας, εξ ών οι πλείστοι εκ Μοσχοπόλεως, θέλοντες να ενισχύσουν τον εθνικόν εκείνον αγώνα, χωρίς να υπολογίσουν κόπους, ταλαιπωρίας και κινδύνους, δεν εδίστασαν πεζή να κατέβουν στην αγωνιζομένη Ελλάδα, με μόνον κίνητρον την αγάπην δια την ελευθερίαν». Η ακριτική πόλη δίνει έντονο το αγωνιστικό της παρόν και το 1914. Να τι λένε οι πηγές: «Η Μοσχόπολις αφού έλαβεν ενεργόν μέρος εις τον βορειοηπειρω τικόν αγώνα, υπέστη τον Οκτ. του 1916, την επίθεσιν των δημίων του αλβανού αιμοβόρου Σαλή Μπούτκα, οι οποίοι με πρωτοφανή αγριότητα και αχαλίνωτον μανίαν κατέστεψεν ολοσχερώς την ανθούσαν πόλιν». Εκθέτω τώρα τις ιστορικές πηγές που αναφέρονται σε Εθνικούς Ευεργέτες: «Δι’ όσους αμφιβάλλουν δια την Εθνικήν συνείδησιν των Βλαχοφώνων τούτων Ελλήνων, μνημονεύσωμεν πως εσκέπτετο ένας από τους διαπρεπεστέρους εξ αυτών ο Σίνας, καίτι ούτος εκπατρισθείς μικρός διήλθεν όλον τον βίον του εις Βιέννην, όπου μάλιστα είχε τιμηθεί ούτος με τον τίτλον του βαρώνου». «Δεν έχω λέξεις ικανάς να δοξάσω τον ύψιστον, έλεγεν ο Σίνας, δι’ όλα τα αγαθά που μου έδωσε. Αλλά έν μόνον δεν ηδυνήθην δυστυχώς να πράξω, να δώσω όλως ελληνικήν ανατροφήν εις τον υιόν μου, και να εξοικειώσω αυτόν προς τε την γλώσσαν και προς τά πάτρια ήθη και έθιμα, ώστε να μη διακρίνηται των άλλων Ελλήνων μόνον δια τον πλούτον, αλλά μάλλον δια τον ακραιφνή και γνήσιον ελληνισμόν». Η επόμενη αναφορά που παρακάτω εκτίθεται, αποκαλύπτει την βαθιά ελληνική συνείδηση της Μοσχόπολης και τον πατριωτισμό της οικογενείας Σίνα. « Οι Μοσχοπολίται όπου και αν ευρέθησαν δεν έπαυσαν να δεικνύουν την αυτήν αγάπη προς τα γράμματα και τον ελληνισμόν. Ο επίμονος αυτός πατριωτισμός των διαδηλούται από τας τρεις γενεάς του οίκου Σίνα, τα μέλη του οποίου, αν και ετιμήθησαν με τον τίτλον του βαρώνου εις την βιέννην, δεν έπαυσαν να έχουν εστραμμένους τους οφθαλμούς των εις τας Αθήνας, όπου ίδρυσαν το Αστερο σκοπείον, και το ανώτατον πνευματικόν ίδρυμα της χώρας, την Ακαδημίαν των Αθηνών». Στην εποφθαλμιούσα την Ελλάδα, Ρουμανία υπουργός εξωτερικών είναι ο Αρμάνος-Βλάχος, Α. Αρσάκης από το χωριό Χωτάτσοβα, κοντά στο Αργυρόκαστρο. Μέγας ευεργέτης του Ελληνισμού. Όμως λίγο χρόνο νωρίτερα, ένας άλλος Βλάχος-Αρμάνος στη Ρουμανία, ο Ευάγ. Ζάπας από το Λάμποβο της Β. Ηπείρου, μέγας ευεργέτης και αγωνιστής του 1821, κάνει την πρώτη δωρεά στην Ελλάδα, για την ίδρυση και οργάνωση «Ολυμπίων εκθέσεων». Απώτερος στόχος η αναβίωση των αρχαίων Ολυμπιάδων. Ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος εκτέλεσε τη διαθήκη. Ύψωσε το Ζάππειο Μέγαρο. Ευεργέτησε την Ελλάδα και τον απανταχού Ελληνισμό. Οι δε δίγλωσσοι Αρμάνοι-Βλάχοι ως αρειμάνιοι, σκληροτράχηλοι πολεμιστές Διακρίθηκαν σε όλους τους αγώνες του έθνους. Διέπρεψαν στις τέχνες και τα γράμματα. Ξεχώρισαν ως οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες, δρέψαντες τιμές και πλούτη και αξιόλογες διακρίσεις στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Στον κύκλο τους αναγκαστικά θα αναζητηθούν και θα ευρεθούν οι μεγαλύτεροι ευεργέτες του Ελληνικού έθνους. Έχουν ως μητρική γλώσσα την Ελληνική, και ως δεύτερη το λατινόφωνο Βαλκανικό ιδίωμα, απόκτημα του στρατώνα για τους καταταγέντες στην Πέμπτη Ρωμαϊκή Λεγεώνα των Δυτικομακεδόνων για τους λοιπούς κατάλοιπο της μακρό χρονης Ρωμαϊκής κατακτήσεως. Δεν είναι Κουτσόβλαχοι· χαρακτηριστική η εκτοξευόμενη προσφώνηση, έμφορτη εμπαθείας και κακότητας. Ο αφανής υπολανθάνων συνειρμός αμφισβητεί και μειώνει την ψυχοσωματική ακεραιότητα του Αρμάνου- Βλάχου. Και προπαντός δεν είναι Ρουμανόβλαχοι. Η συμπαθής Παρευξείνια χώρα κατοικουμένη το πάλαι ποτέ από Γέτες και Δάκες, δεν διέθετε ως σημεία αναφοράς, εθνικό όνομα και ενιαία γλώσσα. Ως εθνικό της όνομα αυτοβούλως επέλεξε το «ROMANIA. Αυτό γεννήθηκε από το « c i v i ς Ro m a n u s = Ρωμαίος πολίτης». Ως γλώσσα όμως επέλεξε εκείνη του στρατώνα των λεγεωναρίων. Αυτή ήταν το λατινόφωνο βαλκανικό μόρφωμα - γλώσσα και της Πέμπτης Ρωμαϊκής Λεγεώνος, δεύτερης όμως, κοντά στη μητρική γλώσσα. Τη γλώσσα του Έθνους των Ελλήνων.
ΓΡΙΒΑΣ ΑΡΓΥΡΟΣ ΒΟΚΑΤΟΣ
23/11/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: