"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΜΕΡΟΣ Β'. ΤΟ 1821 ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ


ΜΕΡΟΣ Β΄
ΤΟ 1821 ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ
ΚΑΙ ΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Η πρώτη απόπειρα κατάπνιξης της Ελληνικής Επανάστασης εκδηλώνεται με την Κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη. Επιχειρησιακός της στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η επαναφορά της απόλυτης Οθωμανικής κυριαρχίας. Οι μαχόμενες όμως δυνάμεις του Εθνους ανακόπτουν την προς την Τρίπολη πορεία του. Μετά την απροσδόκητη ήττα του, ο υπερόπτης Τούρκος πασάς ενεργεί υποχωρητικό ελιγμό απαγγίστρωσης και διάσωσης της στρατιάς του στο Φρούριο του Ακροκορίνθου. Και βέβαια το πετυχαίνει. Θυσιάζει όμως μέρος της στρατιάς και όλες τις χρυσοφόρες αποσκευές του, όσες δεν πρόλαβε να υφαρπάσει ο Οδυσσέας. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό το αποτέλεσμα. Τίποτα δε θύμιζε την ελεύθερη πορεία του σε απόσταση ανάσας από την Τριπολιτσά. Αν στο Δράμαλη, το προυχοντοστρατιωτικό κατεστημένο-ΠΕΡΊ ΆΛΛΑ ΤΥΡΒΑΖΟΝ- του πρόσφερε ασφαλές κατάλυμα τον Ακροκόρινθο, στον Ιμπραΐμ πρόσφερε την ίδια την ακμάζουσα και ευημερούσα, την ελεύθερη, την Καστροζωσμένη ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ. Αυτό συνέβη γιατί το Στρατιωτικό και πολιτικό κτεσημένο είχε άλλους στόχους και προσδοκίες. Κινητήρια δύναμή του αποτελούσε η αρχομανία, η φιλοπρωτία και η φιλαργυρία. Εξάλλου Ό συνασπισμός τών προκρίτων καί των στρατιωτικών αρχηγών βασίζονταν πάνω σε μια σιωπηρή αξίωση τήν οποία υπέθαλπαν: Να σχηματίσουν έδαφική άριστοκρατία στο Μοριά. Κάτω από αυτήν την επίφαση ενεπλάκησαν στους δυο εμφύλιους πολέμους και ανάλογα διαχειρίστηκαν τα δυο Εθνικά Δάνεια του μαχόμενου Ελληνισμού, υπερχρεώνοντας το Ελληνικό κράτος. Τό πρώτο Έλληνικό δάνειο χορηγήθηκε στις αρχές του 1824. Οι Ελληνες έλαβαν 300 χιλιάδας λίρες στερλίνες, καί ύποσχέθηκαν νά πλη­ρώνουν ετήσια 40 χιλιάδες λίρες ώς τόκο, καθόσον τό κεφάλαιο του δημιουργηθέντος χρέους ήταν 800 χιλ. προς πέντε τοις εκατόν. Οι δανειστές έρριψοκινδύνευσαν τά χρήματά των προς άπελευθέρωση της Ελλάδας, καί δέν ελαβαν ποτέ ένα σελλίνι τόκο, ή μία λέξη ευγνωμοσύνης άπό τις χιλιάδες ανθρώπων τούς οποίους ο χρυσός των έσωσε κι έπλούτισε. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους νικητές των εμφυλίων πολέμων να είναι αισχροκερδείς τόσο, όσο και οί ήττηθέντες ήταν φιλάρπαγες. Τά μέλη του Εκτελεστικού έφθειραν τά προϊόντα τών δανείων με ατιμία όσο καί σπατάλη· καί ή ανώμαλος κατάσταση στην οποία περιήλθε ή Ελλάδα από ηλιθιότητα τής κυβερνή­σεώς της, δέν δύναται σαφέστερα νά παρασταθή παρά μόνο με την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο καταναλώθηκαν τά χρήματα. Οί ΄Ελληνες άκουσαν με αδιαφορία τις παρασκευές τις γενόμενες στούς ναυστά θμους της Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας. Θεωρούσαν τή φημιζόμενη σύμπραξη του Σουλτάνου και του Αιγύπτιου πασσα ώς αδύνατη. Ηδη ό εμφύλιος πόλεμος του Κολοκοτρώνη πίκρανε τούς τελευταίους μήνες της ζωής του Βύρωνα, δι' αμφιβολιών περί του αν έσύμφερε νά έμπιστευθούν στούς ΄Ελληνες μεγάλα ποσά χρημάτων. Προέβλεπε ότι ή ιδιοτέλεια θά εύρισκε περισσότερη τροφή στα ξενικά δάνεια παρά ή φιλοπατρία.
Τά μέλη του Εκτελεστικού δεν είναι καλύτεροι άπό κοινούς κλέφτες. Ή εσωτερική ιστορία της Ελλάδας, άπό την ήττα του Δράμαλη μέχρι την άφιξη του Βασιλιά Όθωνα, έπιμαρτυρεί τήν άλήθεια της αυστηρής αυτής απόφανσης. Ή χώρα καταστράφηκε άπό εμφύλιες έρι­δες, που άφορμή είχαν τήν ιδιωτική πλεονεξία. Μεταξύ τών αταξιών τούτων, προεξέχουσα θέση κα τέχουν οι δύο έπαίσχυντοι εμφύλιοι πόλεμοι, που κατανάλωσαν τό προϊόν τών Αγγλικών δα νείων, εγκατέλειψαν τά Ψαρά και τήν Κάσο που τα κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Προετοίμασαν δε την υποταγή του Μοριά στον Ίμπραΐμ Πασσά.
Ό πρώτος τών εμφυλίων τούτων πολέμων ονομάσθηκε ό πόλεμος του Κολοκοτρώνη, γιατί αυτός ύπήρξεν ό πρωτουργός του. Άρχισε τον Νοέμβρη του 1823 και έληξε τον Ίούνη του 1824. Σταμάτησε αμέσως μόλις έμαθαν οί εμπόλεμοι ότι μία δόση του πρώτου Αγγλικού δανείου έφθασε στη Ζάκυνθο. Ό Πάνος, πρωτότοκος γιός του Κολοκο­τρώνη, που κατείχε τό Ναύπλιο, αμέσως τό παρέδωκε στήν Εκτελε­στική εξουσία αφού έλαβε μερίδα από το Άγγλικό δάνειο. Ή συναλλαγή αυτή συνέβη τήν 24 Μαΐου 1824.
Ό δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, ή πόλεμος τών προκρίτων, δέν υπήρξε μακροχρόνιος. Ό Ζαΐμης ήταν ό πρωτουργός του άνομου τούτου κινήματος, καί ό σκοπός του ήταν ν' αποστερήση τον Κουντουριώτη καί τούς υποστη­ρίζοντες τήν κυβέρνηση του πλούτου καί τής επιρροής, τήν οποίαν άπολάμβαναν διαθέτοντας τά προϊόντα τών Αγγλικών δανείων.
Ό δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, καλούμενος ό Πόλεμος τών Προυχόν­των, ανέδειξε τον Κωλέττη αρχηγό τής Ρουμελιώτικης στρατιωτικής φατρίας, καί κατέστησε τη φατρία αυτή τό ισχυρό τατο κόμμα στην Ελλάδα.
Οί δύο εμφύλιοι πόλεμοι άποτελούν μελανές κηλίδες στην ιστορία τής Ελληνικής Επανάστσης. Είναι αδικαιολόγητοι όσοι έλαβαν τα όπλα κατά της κυβέρνησης και στους δυο εμφυλίους. Όμως στόν δεύτερο πόλεμο ή διαγωγή τών προκρίτων ήταν άξιόμεμπτη. Ή φιλοπατρία βέβαια δεν είχε τίποτα το κοινό σε μία πάλη στην οποία συνέπρατταν κατόπιν συμφωνίας ό Ζαΐμης καί ό Λόντος μέ τόν Κολοκοτρώνη. Η Φιλαρχία και η απληστία ήταν τά μόνα κινούντα αίτια. Ό συνασπισμός τών προκρίτων καί τών στρατιωτικών αρχηγών βασίζονταν πάνω σε μια σιωπηρή αξίωση τήν οποία υπέθαλπαν. Για να σχηματίσουν έδαφική άριστοκρατία στο Μοριά. Οί ήγέτες τών ανταρτών γνώριζαν ότι τό μέγα πλήθος του λαού δυσφορούσε καί επιθμούσε διακαώς νά σχηματίση έθνική άντιπροσωπεία ικανή νά έξελέγχη τό έκτελεστικό σώμα καί νά επιβάλλη τήν οικονομική εύθύνη.
Ετσι σταθερά ο συνασπισμός των προκρίτων και των στρατιωτικών αρχηγών πρόβαλε ορατό το στόχο της συγκρότησης και του σχηματισμού εδαφικής αριστοκρατίας στο Μοριά, αγνοώ ντας το λαϊκό αίτημα και διαψεύδοντας τις προσδοκίες του μαχόμενου ελληνισμού από την Κρήτη ως τον Ολυμπο και τη Νάουσα και στα πολύπαθα νησιά του Αιγαίου. Στην Πελοπόν νησο πνέει ο άνεμος της ελευθερίας , εξαιρουμένης της Πρωτεύουσας των Αχαιών, όλα τα κάστρα έχουν αλωθεί. Μυστράς, Μεθώνη, Κορώνη, Αρκαδιά, Τρίπολη, Ναύπλιο, Ακροκόρινθος, είναι Ελληνικά ύστερα από μακραίωνη δουλεία.
Ο Σουλτάνος όμως και ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου έχουν άλλα σχέδια. Η Αίγυπτος αναλαμβά νει την πάταξη της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αποφασίζεται κοινή δράση. Ως Αντάλλαγμα προσφέρεται από Οθωμανικής πλευράς η Κρήτη και η Πελοπόνησσος. Ετσι Όταν στα 1824 ο Μεχμέτ δέχτηκε την πρόταση του σουλτάνου, ν’ αναλάβει την καθυπόταξη της επαναστατημένης Ελλάδας, έκρινε ότι ο Ιμπραήμ ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο να αναλάβει τη δύσκολη αυτή επιχείρηση. Ήταν τότε 35 χρόνων. Διορίζεται από το σουλτάνο Μαχμούτ, Βαλής της Κρήτης και του Μοριά, και συγκροτεί με τους Γάλλους οργανωτές του, στρατό και στόλο αποτελούμενο από 100 πολεμικά πλοία με 2.500 κανόνια και 300 μεταγωγικά. Ο στρατός του πάλι περιλάμβανε 30.000 πεζούς, 10 πυροβολαρχίες, 2.000 Ιππείς, ένα σύνταγμα μηχανικού και 1.500 άτακτους Άλβανούς.
Στις 4 Ιουλίου 1827 η αρμάδα του Ιμπραήμ με 17.000 άνδρες απέπλευσε με προορισμό την Κρήτη. Το επιτελείο του αποτελείτο αποκλειστικά από γάλλους αξιωματικούς, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ντε Σεβ, που έλαβε τον τίτλο του Πασά με το όνομα Σολεϊμάν. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε τη συνδυασμένη επίθεση του Τουρκικού και Αιγυπτιακού στόλου στα επαναστατημένα νησιά του Αιγαίου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για απόβαση στην Πελοπόννησο. Έτσι, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατέστρεψε τα Ψαρά (20 Ιουνίου 1824) και προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Σάμο, αφού συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον ελληνικό στόλο στη Ναυμαχία του Γέροντα (28 Αυγούστου 1824). Τοτε, ο Ιμπραήμ αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει στη Σούδα και να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις την άνοιξη του 1825. Στις 26 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Μεθώνη με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς και κατέλαβε το κάστρο της πόλης. Τις επόμενες μέρες ενισχύθηκε με νέες δυνάμεις και ο συνολικός αριθμός του πεζικού του έφθασε τις 15.000. Μέχρι τα τέλη Απριλίου είχε καταλάβει τα στρατηγικά κάστρα της Κορώνης και της Πύλου (Νεόκαστρο), αφού προηγουμένως είχε νικήσει τους Έλληνες στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825).
Ο Ιμπραήμ κατατρόπωσε τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (19 Μαΐου 1825) και άνοιξε τον δρόμο για την Τριπολιτσά, την οποία κατέλαβε στις 11 Ιουνίου 1825. Την επομένη βάδισε κατά του Άργους και του Ναυπλίου, αλλά τον σταμάτησε ο Μακρυγιάννης στους βάλτους των Μύλων (12 Ιουνίου 1825). Έκτοτε δεν επιχείρησε άλλη εκστρατεία στην περιοχή. Τον Νοέμβριο του 1825 άφησε την Τρίπολη και μετέβη το Μεσολόγγι για να βοηθήσει τον Κιουταχή που πολιορκούσε την Ιερή πόλη. Μετά την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Τον Ιούλιο του 1826 επιχείρησε να καταλάβει τη Μάνη. Με την Επιστροφή των πελοποννήσιων στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών από το χώρο εκτόπισης, στην Τρίπολη, ο Θ. Κολοκοτρώνης ανακηρύσσεται Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου. Τον πανίσχυρο Αιγύπτιο αντιμετώπισε ο Γενικός Αρχηγός σε τρεις μάχες. Οι 'Ελληνες ηττήθηκαν και στις τρείς.
Ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης έγραψε σχετικά: «Με το στράτευμα αυτό των Τουρκοαιγυπτίων, το οποίο έφτασε στην Πελοπόννησο διοικούμενο από τον γιό του Μεχμέτ Αλή τον Ιμπραήμ, οι υπό τον Κολοκοτρώνη Πελοποννήσιοι συγκρούσθησαν, από τις συ γκρούσεις δε αυτές ο Κολοκοτρώνης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι αδύνατον να νικήσουν τον Ιμπραήμ. Συνέστησε να ζητηθεί βοήθεια από τους Άγγλους γιατί μόνο με τη βοήθεια των Άγγλων είναι δυνατόν να ελευθερωθεί η Ελλάδα. Οι υπό τον Κολοκοτρώνη Έλληννες στην Τραμπάλα, στο Παρθένι, στα Τρίκορφα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το στρατό του Ιμπραήμ. Και τις τρεις φορές υπεχώρησαν προ του αντιπάλου.» Υπό την πίεση της ανάγκης ο Κολοκοτρώνης απευθύνεται στους Μανιάτες και προσπαθεί με εγκώμια να τους πείσει να επιτεθούν κατά του Ιμπραήμ. Στην επιστολή που έστειλε τονίζει: "Η Μάνη, εν ω δια τας αρχαίας ανδραγαθίας και ηρωϊκά της κατορθώματα φημίζεται το άνθος της Ελλάδος, αδιαφορούσα δε ήδη εις τον κλονισμόν της Πελοποννήσου αμαυρώνει όλην της την υπόληψιν… μεγάλη ασπλαχνία μέγα κακόν θεωρείται την σήμερον από το μέρος της Μάνης! Αύτη βλέπει την πατρίδα κλονιζομένην και δεν την βοηθεί".
Όμως ο Καρατάσιος στο Σχοινόλακα, οι Αρκαδινοί στο Λάπι Τριφυλίας, ο Πολιτάρχης του Ναυπλίου Μακρυγιάννης, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Μαυρομιχάλης, ο Τόλιος Λάζου στους Μύλους της Λέρνης, κατέρριψαν την εκπεφρασμένη διαπίστωση του Γ. Αρχηγού. Εκείνοι όμως που συνέτριψαν τον Ιμπραήμ και τον ανάγκασαν ντροπιασμένο να γυρίσει στην πρσφερθείσα φωλιά του την Τριπολιτσά, ήταν Οι Μανιάτες.
Ο Donald McPhail έγραψε για τη ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ:
Βέργα-Διρός-Τριήμερη μάχη Πολυάραβου.

Η ΤΡΙΗΜΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΑΡΑΒΟΥΗ σημασία των εκστρατειών που πραγματοποίησε ο Αιγυπτιακός στρατός το 1826 εναντίον της Μάνης με την αρχηγία του Ιμπραήμ Πασά είναι πολύ μεγάλη. Εκείνη την εποχή οι Έλληνες πολιτικοί για την εξυπηρέτηση των δικών τους φιλοδοξιών και συμφερόντων είχαν ήδη (από το 1824) αρχίσει τις ραδιουργίες. Η τότε Κυβέρνηση δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του Έθνους. Οι δυνάμεις της ξηράς αλληλοεσφάζοντο ο δε Ελληνικός στόλος αδρανούσε λόγω αδιαφορίας των αρμοδίων για την επάνδρωση και τον ανεφοδιασμό του.
Η ΤΡΙΗΜΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΑΡΑΒΟΥ.
Η σημασία των εκστρατειών που πραγματοποίησε ο Αιγυπτιακός στρατός το 1826 εναντίον της Μάνης με την αρχηγία του Ιμπραήμ Πασά είναι πολύ μεγάλη. Εκείνη την εποχή Ο Ιμπραήμ εκμεταλλευόμενος τις Ελληνικές αδυναμίες, αποβιβάσθηκε στη Μεθώνη και κατέλαβε τη Μεσ σηνιακή χερσόνησο και το Ναυαρίνο. Με επιδρομές νίκησε στο Μανιάκι, στη Στερεά Ελλάδα και κατέκτησε το Μεσολόγγι. Ενώ ο Κιουταχής ταλαιπωρούσε την Στερεά Ελλάδα ο Ιμπραήμ διέτρεχε την Πελοπόννησο χιαστί. Η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Η Μάνη ήταν η μοναδική αξιόλογη περιοχή της Ελλάδας, από άποψης έκτασης, πληθυσμού, πολεμικού δυναμικού και γεωργικής θέσης, που παρέμενε ακόμη ελεύθερη και δεν είχε πέσει στην κατοχή των Τούρκων ή των Αράβων του Ιμπραήμ που εκστράτευαν για λογαριασμό των Τούρκων.
Εφόσον η Μάνη παρέμενε ελεύθερη στερούσε στον Ιμπραήμ και την Τουρκική διπλωματία του επιχειρήματος ότι τάχα κατέβαλαν την επανάσταση των Ελλήνων στη Μάνη και δια της Μάνης όλη τη χώρα. Στις 22 Ιουνίου 1826 ο Ιμπραήμ επιτέθηκε εναντίον της Βέργας (Μεσσηνιακή - Έξω Μάνη) με 8.000 περίπου άντρες. Οι Μανιάτες τους απέκρουσαν. Στις 25 Ιουνίου 1826 επιχειρείται δεύτερη επίθεση εναντίον της Μάνης αυτή τη φορά στο Διρό (Μέσα Μάνη). Και αυτοί τους απέκρουσαν.
Αποφάσισε λοιπόν να κάνει μία τελευταία επίθεση δυναμικότερη από τις άλλες εναντίον της Μάνης. Ήλπιζε να βρει τις ορεινές διαβάσεις του Ταΰγετου αφύλακτες. Μέσω των χωριών Αρχο ντικό, Μέλισσα, Κόκκινα Λουριά και Άγιο Νικόλαο που κατέλαβε, έφθασε τον Αύγουστο του 1826 στον Πολυάραβο. Το σχέδιό του ήταν εμφανές. Επεδίωκε να μπει στη Δυτική Μάνη από την κορυφογραμμή του Ταϋγέτου που βρίσκονται νότια της κορυφής Ζίζιαλη υψ. 1468μ. και διέρχονται μέσα από τα χωριά Πολυάραβος και Σκυφιάνικα, οδηγούν δε στην περιοχή των χωριών Κελεφάς και Οίτυλο. Εάν ο ελιγμός αυτός του Ιμπραήμ πετύχαινε και κατελάμβανε την Κελεφά και το Οίτυλο θα διχοτομούσε τη Μάνη και θα μπορούσε να την κατακτήσει εύκολα. Μάταια όμως. Επί τρεις ημέρες προσπαθούσαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ να σπάσουν τις αμυντικές γραμμές των Ελλήνων στον Πολυάραβο. Η επιθετική διάταξη του Ιμπραήμ ήταν σύμφωνα με τις τότε επικρατούσες αντιλήψεις από την πείρα των Ναπολεόντειων πολέμων. Από τις 12.000 στρατό που έφθασαν στην περιοχή, έστειλε αρχικά 3.000 σαν εμπροσθοφυλακή για να ανοίξουν το δρόμο. Καθ οδόν προς Πολυάραβο συνάντησαν μεγάλη αντίσταση από την οικογένεια Σταθάκου που ταμπουρωμένοι στον πύργο τους στη Δεσφίνα καθυστέρησαν σημαντικά την προέλαση δίνοντας χρόνο στους Έλληνες που άρχισαν να συγκεντρώνονται στον Πολυάραβο να καταλάβουν τις προθέσεις του Ιμπραήμ και να λάβουν αμυντικές θέσεις. Οι Έλληνες στην πρώτη αμυντική γραμμή που δημιούργησαν στη θέση Προφήτης Ηλίας του Πολυάραβου, απώθησαν εύκολα τους Άραβες που στάλθηκαν σαν ανιχνευτές. Τους εξόντωσαν όλους πλην δύο οι οποίοι γυρίζοντας πίσω στο κυρίως σώμα περιέγραψαν την κατάσταση. Έξαλλος ο επικεφαλής των Αράβων διέταξε ολομέτωπη επίθεση της εμπροσθοφυλακής αλλά απέτυχε και αυτός να σπάσει την αμυντική γραμμή των Ελλήνων. Οι επιθέσεις αυτές επαναλήφθηκαν άλλες δύο φορές. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες δεν είχαν ορίσει κανέναν Γενικό Αρχηγό των επιχειρήσεων, ούτε διέθεταν ενιαία τακτική αλλά όλες οι ομάδες απαρτίζονταν από ντόπιους και άλλους οπλαρχηγούς ή αρχηγούς οικογενειών. Υποχωρώντας ο επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής Χουσνί Μπέης ενημέρωσε τον Ιμπραήμ για την κατάσταση που επικρατούσε και αυτός αφού επανεκτίμησε την κατάσταση αποφάσισε να επιτεθεί μία ακόμα φορά με περισσότερο αυ τή τη φορά στρατό. Μέχρι όμως να ανεβασθούν τα πυροβόλα με τα χέρια στις θέσεις βολής και να οδηγηθούν τα τμήματα στη γραμμή εξόρμησης η ώρα πέρασε και όσες επιθέσεις έγιναν (το σούρουπο πλέον) αντιμετωπίσθηκαν. Τα Αιγυπτιακά στρατεύματα παρέμειναν επί τόπου έτοιμα να επιτεθούν ξανά με το χάραμα. Όταν όμως έπεσε το σκοτάδι οι Έλληνες οπλαρχηγοί συνεννοήθηκαν με ταξύ τους και τραβήχτηκαν στη δεύτερη γραμμή άμυνας χωρίς να τους αντιλη φθούν οι Άραβες. Με το χάραμα οι Άραβες δεν βρήκαν τους Έλληνες εκεί που τους άφησαν την προηγούμενη αλλά τους είδαν ταμπουρωμένους ψηλότερα στη θέση από Λάκκα του Στεφανάκου μέχρι την έξοδο της στενωπού Δερβέν Φούρκα. Προ της έκπληξης του Ιμπραήμ για την αλλαγή των σχεδίων του διέταξε ένα τάγμα να βαδίσει κυκλικά κατά του χωριού Πολυάραβου ενώ επιχείρησε ολομέτωπη επίθεση κατά της δεύτερης γραμμής άμυνας. Εκεί όμως τον περί μεναν οι Έλληνες που τους αποδεκάτισαν χτυπώντας τους από τρεις μεριές συγχρόνως. Οι Άραβες σε αντιπερισπασμό άρχισαν να βάλουν με τα κανόνια τους εναντίον των θέσεων των Ελλήνων αλλά λόγω της μεγάλης κλίσεως του εδάφους και της δυσκολίας να κινηθούν οι τροχοί στην ανωμαλία του εδάφους δεν κατόρθωσαν και πολλά πράγματα. Οι Άραβες υστερούσαν επίσης γιατί αναγκαζόντουσαν να πολεμούν ακάλυπτοι, σε ανωφέρεια και σε πολύ δύσβατο έδα φος. Οι Έλληνες τουναντίον ήσαν καλά ταμπουρωμένοι και ευρίσκοντο σε πλεονεκτικότερη θέση. Ο Ιμπραήμ ευρίσκετο επί τόπου και διηύθυνε πλέον ο ίδιος τις επιχειρήσεις. Σε μία νέα προσπάθεια διέταξε παραπλανητική μετωπική επίθεση κατά των αμυνομένων στη θέση Δερβέν Φούρκα, ενώ ο ίδιος με την υπόλοιπη δύναμή του δια της ατρα πού Στενοδιάβατα και της ημιονικής οδού Πέρα Κάμπου βάδιζε κυκλικά προς τη Λάκκα Στεφανάκου για να βγει στα νώτα των Ελλήνων αμυνομένων. Είχε δώσει διαταγή, μόλις έφθανε εκεί να ενταθεί η μετωπική επί θεση των άλλων και να επιτεθούν συγχρόνως και δυναμικά εναντίον των αμυνομένων. Αν και το σχέδιο ήταν πολύ έξυπνο, ο συντονισμός δεν πέτυχε διότι το σώμα εκείνο που επετίθετο μετω πικά καθυστέρησε λόγω της αντίστασης των αμυνομένων και έπιασε η νύχτα. Έτσι η συντονι σμένη και ταυτόχρονη επίθεση, μετωπική και πλευρική των εχθρικών τμημάτων εναντίον των αμυνομένων τελικά δεν έγινε.
Οι Έλληνες παρακολουθώντας τις κινήσεις του Ιμπραήμ εγκατέλειψαν τη νύχτα τη δεύτερη γραμμή άμυνας και ταμπουρώθηκαν στο χωριό. Έχοντας το πλεονέκτημα της νέας αμυντικής θέσης τους και το ηθικό πολύ ανεβασμένο σε αντίθεση με τους Άραβες που ήσαν πολύ κουρασμένοι, διψασμένοι και με ηθικό πολύ πεσμένο, η Τρίτη μέρα του πολέμου ξημέρωσε με τον Ιμπραήμ να έχει ανεβάσει όλο το στράτευμά του στον Πολυάραβο και αποφασισμένο να ξεμπερδεύει με το πρόβλημα του Πολυάραβου για να βαδίσει μπροστά και να χωρίσει τη Μάνη στα δύο.
Οι Ελληνικές δυνάμεις βέβαια ολοένα και ενισχύοντο από μαχητές που έφθαναν από όλα τα μέρη της Λακωνίας και τις γύρω περιοχές. Στις 8 το πρωί της Τρίτης μέρας ο Ιμπραήμ επετέθη μετωπικά, πλευρικά και με το πυροβολικό να βάλει από τη θέση Λάκκα του Στεφανάκου. Κατά τις 11 η ώρα οι Άραβες έφθασαν πλησιέστερα στους Έλληνες σε απόσταση βολής και άρχισαν να πυροβολούν ενώ κατά τις 2 είχαν καθηλωθεί εκεί που ευρίσκοντο λόγω των συνεχών βολών των αμυνομένων. Αφού είδαν οι Έλληνες ότι οι Άραβες ήσαν σε αυτή την κατάσταση και πολύ κουρασμένοι, βγήκαν από τα ταμπούρια τους και τους επιτέθηκαν με κραυγές αναγκάζοντές τους να υποχωρήσουν κυνηγώντας τους μέχρι την πρώτη θέση άμυνας κοντά στον Προφήτη Ηλία, έξω από το χωριό. Κάποιο τάγμα που επιχειρούσε πλευρική επίθεση από τα βουνά, μόλις έμαθε ότι οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν, διαλύσανε και αυτοί φεύγοντας προς διάφορες διευθύνσεις για να σωθούν. Μερικές μεμονωμένες διεισδύσεις που έγιναν στο χωριό και ιδιαίτερα προς την πηγή για νερό αντιμετωπίσθηκαν χωρίς πρόβλημα. Η φιλόδοξη εκστρατεία του Ιμπραήμ δεν ευόδωσε και η Μάνη έμεινε για μία ακόμα φορά αδούλωτη. Κατά την τριήμερη μάχη του Πολυάραβου οι απώλειες των Αράβων ήσαν 1.100 νεκροί και 1.400 περίπου τραυματίες οι δε των Ελλήνων (χάρη στο οχυρό της θέσης τους), 28 νεκροί και 75 τραυματίες από τους οποίους 5 γυναίκες.
Ο Ιμπραήμ Πασάς, μία ισχυρή φυσιογνωμία της εποχής του, υπέστη νέα μεγάλη ταπεινωτική ήττα από τους Μανιάτες κατά την τριήμερη μάχη του Πολυάραβου. Ντροπιασμένος, συγκέ ντρωσε τα στρατεύματά του και υπό το φως των γεγονότων και τις πρόσφατες οδυνηρές εμπει ρίες του, επανεκτίμησε τη γενική και την ειδική κατάσταση που αντιμετώπιζε. Αντιλήφθηκε ότι η πολεμική αξία των Μανιατών σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα του εδάφους της Μάνης, ορεινού, διακεκομμένου, δύσβατου και χωρίς συγκοινωνίες διέγραφε για τον στρατό του πολύ σοβαρό κίνδυνο για την ανάληψη παρόμοιων επιχειρήσεων όπου οι Μανιάτες απέδειξαν ότι υπερείχαν κατά πολύ των Αράβων, καθιστάμενοι σχεδόν αήττητοι, αποφάσισε λοιπόν να εγκαταλείψη την Μάνη και αποσύρθηκε στις Κροκεές και ακολούθως στο Έλος και Μονεμβασιά. Στη συνέχεια επανήλθε στην Τρίπολη εγκαταλείποντας οριστικά την Λακωνία. Τον Νοέμβριο του 1826 πήγε στη Μεθώνη για να βγάλει τον χειμώνα μετά δε τη γνωστή ναυμαχία του Ναυαρίνου εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα και γύρισε στην Αίγυπτο.

O Μιχάλης Λαγουδάκος γράφει για τον Καρατάσο: "Σε ενίσχυση των Ελληνικών δυνάμεων κατέφθασε ορμώμενος από την Περιοχή Βερμίου Ναούσης ο «Κολοκο τρώνης του Βορρά» υπέρ εξηκοντούτης Τάσος Καρατάσος. Πληγώθηκε ο εγωϊσμός του όταν έμαθε ότι τον αγνόησαν. Στην πραγματικότητα ήταν ο πλέον άξιος, να αναλάβει την αρχιστραηγία γιατί ήταν εμπειροπόλεμος και στη θάλασσα και στην ξηρά. Είχε πολεμήσει στη Σερβία, Νάουσα, Θεσσαλονίκη, Βέρροια, Τρίκερι, Σκιάθο και σε πολλά άλλα μέρη. Πως ήταν δυνατόν να δεχθεί μιά τέτοια προσβολή...Ο Σκούρτης γνώριζε μόνο ναυτικά παραγγέλματα και «σουταβέ ντο διέταττε», γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στην εκτέλεση διαταγών. Ετσι ο Καρατάσος πήρε τους υπόλοιπους διακοσίους Μακεδόνες και κατευθύνθηκε για το Νιόκαστρο για να συναντήσει τους άλλους πεντακοσίους που είχε στείλει από πρίν. Φθάνοντας μέσα στο χωριό Σχοινόλακα στρατοπέδευσε στα λίγα σπίτια και τους στάβλους των χωρικών που του προσέφεραν κάθε βοήθεια. Ο Ιμπραήμ όμως που γνώριζε ποιός ήταν ο Καρατάσος, είχε πληροφορηθεί τις κινήσεις του και έτσι την άλλη ημέρα 15 Μαρτίου 1825, πήγε με εξι χιλιάδες στρατό, ιππικό και καλογυμνασμένους αξιωματικούς, να αντιμετωπίσει τον Καρατάσο. Ο Καρατάσος που γνώριζε τα σχέδια του Ιμπραήμ, μετέτρεψε τους σταύλους και τα σπίτια σε πρόχειρα οχυρά και ετοιμάστηκε να τον... υποδεχθεί. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να αντισταθεί με κάθε θυσία. Τούτον, κατά την ταπεινή μας γνώμη, ζήλεψε αργότερα ο καλά οχυρωμένος σε Ταμπούρια Παπα φλέσσας. Η επέτειος της νικηφόρας μάχης της Σχοινόλακας εορτάζεται και κάθε χρόνο την 15ην Μαρτίου, με κάθε επισημότητα. από το 1994 από ενέργειες του Κώστα Μπαλαφούτη, βασισμένες ιστορικά σε πολλές πηγές και μελέτες. «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 'Η ΘΑΝΑΤΟΣ.» Την 15ην Μαρτίου το πρωί, ημέρα Κυριακή, στις εννέα η ώρα, άρχισε η επίθεση. Ο Καρατάσος τους περίμενε να φτάσουν σε απόσταση βολής. Έδωσε το σύνθημα και ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Η ημέρα δεν ήταν καλή για τους αραπάδες. Ανοιξε ο ουρανός τους ασκούς του και η βροχή αχρήστεψε τις μπαρούτες τους που δεν έπαιρναν φωτιά. Ντουφεκιά δεν έρριξαν. Ο Καρατάσος, που δεν έχασε το ηθικό του παρότι δέχτηκε τρείς επιθέσεις, ακόμη και από τον ίδιο τον Ρισβάν Μπέη, που ήταν το πρωτο παλίκαρο του Ιμπραήμ, δεν λύγισε. Είχε ζητήσει βοήθεια και πράγματι ήλθε, αλλά δεν την έλαβε δράση ποτέ γιατί όσοι έσπευσαν έπαθαν πανωλεθρία από το Ιππικό του Ιμπραήμ, πριν φτάσουν στο χωριό. Στις σημερινές θέσεις Μνήματα και Σκοτωμένου, έπεσαν περίπου εκατόν πενήντα Ελληνες και κανένας μέσα στο χωριό. Συμπερασματικά, μειώθηκαν οι δυνάμεις του Ιμπραήμ. Έχασε αρκετό οπλισμό, τον οποίον απέκτησαν οι Έλληνες και τον έστει λαν στην Τρίπολη. Αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων που ήταν καταρρακωμένο. Καθυστέ ρησαν οι επιχειρήσεις του Ιμπραήμ για είκοσιτρείς ημέρες, ώσπου να ετοιμαστεί γιά νέα επίθεση. Η βοήθεια που ζήτησε ο Καρατάσος ήλθε από το χωριό Κρεμμύδια μέσω Κουκουνάρας. Όταν έφτασε όμως σε απόσταση δεκαπέντε λεπτών από το χωριό ισχυρή δύναμη του ιππικού του Ιμπραήμ την απέκρουσε με αποτέλεσμα να οπισθοχωρήσει αφήνοντας αρκετούς νεκρούς. Η τοποθεσία ακόμη ονομάζεται ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΥ. Εκεί σήμερα υπάρχουν οι τάφοι που υποθέτουμε ότι είναι των αγωνιστών που θάφτηκαν στην περιοχή. Η ερευνητική μας ομάδα επισκέφθηκε την περιοχή και φωτογράφησε τα οστά που βρέθηκαν σε πέτρινο επιφανειακό περίβλημα."

Ο ΤΑΞΙΑΡΧΟΣ ΤΣΑΜΠΟΥΡΗΣ γράφει για τη μάχη στο Λάπι.
ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΛΑΠΙ (
22 Απριλίου 1827)."Τον Απρίλιο του 1827 ο Ιμπραήμ επιχειρεί εισβολή στην ορεινή Τριφυλία. Οι δυνάμεις που είχε ο Ιμπραήμ ήταν πεζοί, ιππείς και πυροβολικό. Προσπαθεί να διαλύσει τη δύναμη των Ντρέδων, γιατί ήταν απειλή στα πλευρά του και διότι άρπα ζαν άλογα, βόδια, καμήλες και αιγοπρόβατα που έβοσκαν γύρω από τα στρατόπεδά του. Στο Λάπι είχαν συγκεντρωθεί όλες οι δυνάμεις Τριφυλίας και Ολυ μπίας. Παρόντες και οι Ντρέδες με στρατηγό τον Δημήτριο Παπατσώρη. Αθανάσιος Γρηγοριάδης. Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης με υπαρχηγό τον Παπατσώρη και με 2000 στρατό οχύρωσαν τα σπίτια στο Λάπι, προτού έρθει ο εχθρός. Ο αδελφός του Γεώργιος και ο Αδάμ Παπατσώρης διατάχτηκαν να καταλάβουν με 500 στρατιώτες τους λόφους δεξιά του χωριού, ενώ ο θείος του Παπαθεοδώρου και ο Αναγνώστης Παπατσώρης με 300 στρατιώτες οχυρώθηκαν αριστερά του χωριού. 'Aλλοι οπλαρχηγοί με 700 στρατιώτες φυλούσαν τα μετόπισθεν. Η συνολική δύναμη του στρατού εκείνου ανερχόταν σε 3000 άντρες. Στις 22 Απριλίου ήρθε ο Ιμπραήμ με 15000 πεζούς Αιγυπτίους, 2000 Αλβανούς, 150 Μαμελούκους και 25 πυροβόλα. Πριν ξεκινήσει η μάχη, είχε στείλει μια πολύ κολακευτική επιστολή με υποσχέσεις για στρατιωτικούς βαθμούς και χρηματική βοήθεια αν υποταχτούν. Την επιστολή αυτή είχαν φέρει στον Αθανάσιο Γρηγοριάδη στις 16-4-1827 τρεις διάσημοι Αλβανοί αρχιστράτηγοι, ο Γαλίπ Μπέης, ο Μουσταφά Μπέης και ο Ασλάν Μπέης με συνοδεία μόνο 100 Αλβανών στρατιωτών και κρατώντας λευκή σημαία. Αφού φιλοξενήθηκαν, έλαβαν την απάντηση των Ντρέδων και επέστρεψαν στρατόπεδό τους. Η απαντητική επιστολή των Σουλιμοχωριτών ήταν η ακόλουθη: Αρχιστράτηγε Ιμβραήμ Πασά, Ελάβομεν την επιστολήν σου και σου αποκρινόμεθα ότι περιφρορούμεν τας περί υποταγής προτάσεις σου, διότι κι εγώ και οι λοιποί συμπατριώται μου έχομεν απόφασιν ορκισθέντες να ελευθερώσωμεν την κινδυνεύουσαν πατρίδα επειδή ματαίως κοπιάζεις. 'Aκουσον όλα αυτά που σου γράφομεν σήμερον και μη επιμένης διότι και ημείς όλοι θα επιμείνωμεν περισσότερον, και η ζημία θα είναι εναντίον σου. Λοιπόν σε περιμένομεν προθύμως δια να πολεμήσωμεν και να μάθης και πάλιν τι είναι Αρκαδίων τουφέκι. Από του εν τη κώμη Λάπι Γενικού στρατοπεδαρχείου των Αρκαδίων. Ο γενικός στρατιωτικός Αρχηγός Αθανάσιος Γρηγοριάδης Οι υπαρχηγοί Δ. Παπατσώρης Δ. Παπαθεοδώρου Γεώργ. Γρηγοριάδης Αδάμ Παπατσώρης Αναγν. Παπατσώρης Γεώργιος Συρράκος και Γεώργιος Γκότζης. Όταν ο Ιμπραήμ έφτασε απέναντι από το χωριό, είχε στα δεξιά του το Αλβανικό και αριστερά του το Αιγυπτιακό πεζικό με τα πυροβόλα. Ο ίδιος με το ιππικό έμεινε πίσω έτοιμος να καταδιώξει τους Έλληνες που ήταν βέβαιος ότι θα υποχωρήσουν. Η μάχη κράτησε επτά ώρες και αποκρούστηκαν εννέα έφοδοι των Αιγυπτίων. 700 Αιγύπτιοι στρατιώτες σκοτώθηκαν και 360 τραυματίστηκαν. Οι απώλειες των Αρκαδίων ήταν 52 νεκροί και 24 πληγωμένοι. Με τη δύση του ήλιου ο Ιμπραήμ υποχώρησε και στρατοπέδευσε σε μια πεδιάδα, σε απόσταση μιάμισης ώρας από τα Σουλιμοχώρια. Οι Αρκάδιοι με Γενικό Αρχηγό το Γρηγοριάδη στρατοπέδευσαν στο χωριό Ψάρι. Εκεί δόθηκε η επόμενη μάχη στις 24 Απριλίου 1827."
Πηγές: ΤΑΞΙΑΡΧΟΣ ΤΣΑΜΠΟΥΡΗΣ.
Οι ήρωες της εξόδου του Μεσολογγιού κατακλύζουν τ΄ΑνάπλιΠρος την Επιτροπήν του προαιρετικού Εράνου της Φρουράς του Μεσολογγίου
Εκ μέρους των Δυτικοελλαδιτών διορίζονται οι Στρατηγοί Ραλλάκης Πάνου, Γιαννάκης Πάνου και ο Χιλίαρχος Νικόλαος Κασομούλης
να συνενωθούν με τους διορισμένους των Σουλιωτών και να αποφασίσουν την διανομήν του πράγματος, και αφού γένει η διατα ή με όποιον όποιον τρόπον τότε θέλει περιλάβουν και το πράγμα από την Επιτροπήν και να μοιρασθή αναλόγως εις τά διάφορα σώματα.
Την 3-Ιουνίου 1826-Ναύπλιον
Οι Πατριώτες
Γεώργιος Βαλτινός
Κώστας Βλαχόπουλος

Το Α΄Σώμα Στρατού με έδρα το Ναύπλιο απαντά στην αναφορά του Χιλιάρχου Νικολάου Κώνστα Κασομούλη, στα Τρίκαλα Κορινθίας.

Τον Γενναιότατον Καπ. Νικόλαον Κασουμούλην
Εις Τρίκκαλα-
Γενναιότατε αδελφέ
Ελάβομεν το γράμμα σου και είδομεν τα εν αυτώ, και ότι το Γενικόν Δημογεροντείον μετά της Γενναιότητός σου μεταβαίνει εις Τρίκκαλα δια να βάλουν πρεπόντως εις πράξιν τας διαταγάς του αρχηστρατήγου μετά άλλων προκριτοδημογερόντων της Κορινθίας. Η Επιτροπή αυτή δεν έχει τι νεώτερον να σας αναγγέλη και της Γενναιότητός Σας και του Δημογεροντίου. Αλλ΄ ελπίζει να ίδη την απαιτουμένην προθυμίαν εκ μέρους της επαρχίας, εις τας κοινάς ανάγκας του φρουρίου και Στρατοπέδου αι οποίαι ωφελούν∙ α) την επαρχίαν, η οποία ελπίζομεν να μείνη εις το εξής η γή της Κορινθίας αμύαντος και απάτητος από τα μυαρά βήματα του εχθρού ….ομίλησον, παράστησον, ενέργησον, πληροφόρησον, τας ειλικρινάς διαθέσεις και αδι κήματά μας, εις τι αποβλέπουν…και ότι το ίδιον φρούριον, και ημείς είμεθα δια το κοινόν συμφέρον. Είσθε ικανός και σε αρκούν…σήμερον ελάβαμε και έτερον γράμμα του Γ. αρχηγού Κολοκοτρώνη… να πέμψωμεν χιλίους στρατιώτας…ότι θέλομεν γράψει προς τον αρχηστράτηγον να αποφασίση…μένωμεν.
Τα μέλη της επιτροπής χθες εισήλθον εις ναύπλιον ο τζιαβέλας-Χριστόδουλος. Χ. πέτρου – Γιώτης εστάλησαν προς την διοίκησιν εις ναύπλιον.
Η Επιτροπή του Α΄Σώματος της Στερεάς Ελλάδος και ακροκορίνθου »νάκος πανουργιά » κώστας χορμόβας » σπύρος μήλιου.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΦΡΟΥΡΑΣ ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟΥ.
Η Διοίκηση της φρουράς Ακροκορίνθου στέλνει την 11η Ιουλίου 1827 επιστολή υπογραφόμενη από τους Κήτζιο Τζιαβέλα και Νάκο πανουριά: «Προς τους αδελφούς μας Καπ. Νικόλαον Κασο μούλη και Αντώνιον Γεωργαντά, αδελφοί ασπαζομέν σας αδελφικότατα» και με αυτήν ζητά από τους απεσταλμένους στη Διοίκηση να γυρίσουν την επομένη το βράδυ στο φρούριο με Διαταγές αναγκαίες για το Φρούριο και την εποπτείαν της Επαρχίας, αλλά και με 100.000 γρόσια. Στη Σημείωση ο Ν.Κ.Κ., αναφέρει: «Έπεται έγγραφον επίσημον της αναγνωρισθείσης Επιτροπής δι’ ων εξάγεται εκ των θέσεων, ο αριθμός των Στρατιωτών του Ν. Κασομούλη». Η Επιτροπή του Σώματος της Στερεάς Ελλάδος και της Ακροκορίνθου/ προς τον Γενναιότατον Καπετάν Νικόλαον Κασομούλην». Η διαταγή αυτή εκδίδεται την 25ην Σεπτεμ. 1827 στην Ακροκόρινθο και διατάσσει τον Καπετάν Κασομούλη να παραλάβει την ντάμπια που φυλάσσουν οι άνδρες του Καναβού, και να την παραδώσει στους Ηπειροσουλιώτες. Τον Καναβό να τοποθετήσει σε άλλη ντάμπια. Την υπογράφουσα επιτροπή στελεχώνουν οι Κήτζιος τζιαβέλας, Ν. Πανουργιά, Κ.Χορμόβας.
Το μαχόμενο Ελληνικό ‘Εθνος ζητά την παρέμβαση της Αγγλίας τον Ιούνιο του 1825.
«Α'.) Το Ελληνικόν Έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.»

Πράξη της υποτέλειας(ΑΙΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΤΙΡΟΣ ΤΟ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΟΝ)
Ο Κλήρος, οι Παραστάται, οι Αρχηγοί, Πολιτικοί και Στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης, του Ελληνικού Έθνους.Αον Παρατηρούντες ότι δια τα ανεξάλειπτα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και κυριότητος, δια τας επικρατούσας αρχάς της Θρησκείας και Ελευθερίας και δια το εκ φύσεως έμφυτον, του να διατηρή και ασφαλίζη έκαστος την ιδίαν ύπαρξιν, οι Έλληνες ενωπλίσθησαν με τα όπλα της Δικαιοσύνης και εις διάστημα πλέον των τεσσάρων ετών υπέστησαν αποφασιστικώς και σταθερώς κατά των Δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής και της Αιγύπτου, πεζών τε και ναυτικών, και εις όλους τούτους τους κινδύνους τώρα ηφάνισαν και τώρα άμπωσαν τας κολοσιαίας δυνάμεις των εχθρών, και, τελευταίον, στερημένοι παντός μέσου ανήκοντος εις τοιούτον υψηλόν εγχείρημα, καθιέρωσαν ούτοι δια του αίματος των τα πολύτιμα αυτών δικαιώματα και έδωκαν εις τον εκπεπληγμένον κόσμον όχι τόσον κοινάς αποδείξεις, δι' όσον είναι ικανός ένας λαός, εκ φύσεως γεννημένος δια να ζη ελεύθερος και όστις ήδη εδυνήθη να διάσπαση τους βρόχους μιας ικανώς πολυχρονίου καταθλιπτικής δουλείας.
Βον Παρατηρούντες, ότι εκ των αποτελεσμάτων μιας πάλης ούτως ανόμοιου, απέκτησαν οι Έλληνες την απαράμιλλον απόφασιν της πολιτικής αυτών κατα­στάσεως.
Γον Σκεπτόμενοι, ότι πράκτορες τίνων ηπειρωτικών Δυνάμεων, αν και χριστιανών, δεν διεφύλαξαν οδηγίαν, συνεχομένην με τας αρχάς, τας οποίας αυτοί εστερέωσαν, αλλά από μέρους των αυτών δεν έλειψαν να εκβώσιν συνεχώς αντιρρήσεις πολιτικαί πολυμόρφου ουσίας και χαρακτήρος.
Δον Παρατηρούντες, ότι τινές τούτων των πρακτόρων παίζουν δια των απεσταλμένων των εντός της Ελλάδος, ώστε να εισχώρηση εις τινός Έλληνας η κλίσις, δια να συστήσουν νέους σχηματισμούς πολιτικούς, αρμοδίους προς το πνεύμα και τα τέλη των τοιούτων παρακινητών.
Εον Παρατηρούντες, ότι όχι ολίγους κατατρεγμούς και παρεκβάσεις υποφέ­ρει η νόμιμος και τακτική κίνησις του ελληνικού Ναυτικού από τους Αρχηγούς των Θαλασσίων Δυνάμεων τινών Βασιλειών, οίτινες κατά πάντα τρόπον πειρά­ζουν τα καθήκοντα της διακηρυχθείσης ουδετερότητος από τας Αυλάς των εις τας Συνελεύσεις του Λέϊβάχ και Βερώνης.
ςον Παρατηρούντες με μεγάλην θλίψιν αυτούς τους Χριστιανούς οπλιζομένους εναντίον των οπαδών του Ευαγγελίου και εις βοήθειαν εκείνων του Αλκορανίου, εις τρόπον, ώστε, στρατιώται ευρωπαίοι, εναντίον πάσης αρχής αληθούς πολιτικής και ηθικής σπεύδουν να διδάξουν, διορίσουν και οδηγήσουν τα στίφη των βαρβάρων, διευθυνόμενα να λεηλατήσουν την ιεράν εκεί νην γην, ήτις σκεπάζει ανάμικτα και συγκεχυμένα τα αθάνατα κόκκαλα των Κιμώνων, των Τσαμαδών, των Λεωνιδών, των Βοτσαρών, των Φιλοποιμένων, των Νικηταραίων και Κολιαίων, όπερ εμποδίζει τας προόδους της ιεράς υποθέσεως της Ελλάδος.
Ζον Παρατηρούντες, ότι η Διοίκησις της Μεγάλης Βρεττανίας, ευτυχής εις το να διευθύνη λαόν ελεύθερον, είναι η μόνη, ήτις διετήρησε μέχρι λεπτού καθαράν την ουδετερότητα, περιφρονούσα να μιμηθή τας αναφανδόν βίας ή τας νεφώδεις διαχειρίσεις, αι οποίαι απ' άλλους αδιακό πως επράχθησαν και πράττο­νται εις την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολιν και Αίγυπτον.
Ηον Σκεπτόμενοι, ότι η Βρεττανική αδιαφορία δεν αρκεί να αντιρροπήση τον ήδη επηυξημένον εξωτερικόν κατατρεγμόν προς βλάβην της Ελλάδος.
Θον Παρατηρούντες, ότι η Ελλάς, όχι από χαύνωσιν δυνάμεων, ούτε από αδυνατισμένην απόφασιν, δεν ηδυνήθη μέχρι τούδε να προσεπιχειρή, αλλά δια τα προρρηθέντα αίτια και μά λιστα την πηγάζουσαν από του να μην έλαβε ποτέ Διοίκησιν υπερτέραν των παθών και σχέσεων.
Ιον Παρατηρούντες, ότι οι Έλληνες, εις τοιαύτην γενναίαν μάχην, ή πρέπει να εκβώσιν από ταύτην νικηταί, ή θέλουν είσθαι τελείως αφανισμένοι, επειδή ουδέν μέσον είναι, το οποίον να δύναται να τους απόσπαση από ταύτην την απόφασιν. ήτις ήδη κατήντησεν από τας φοράς του πολέμου και του χρόνου άφευκτος
ΙΑον Παρατηρούντες, τελευταίον, ότι αν από υπερτάτην χάριν της Προνοίας, ευρίσκωνται στερεωμένοι πλησίον μας αι βρεττανικαί δυνάμεις, χρεωστεί η Ελλάς εις την παρούσαν αυτής κατάστασιν να ωφεληθή από τούτο εγκαίρως, ως και να έλπιση εις την ευθύτητα και φιλανθρωπίαν της ισχυρής αυτής Διοικήσεως.
Όθεν, προς ασφάλειαν των ιερών δικαιωμάτων της του Κράτους ελευθερίας και ικανώς στερεάς πολιτικής υπάρξεως, η Ελλάς, δια της παρούσης δημοσίας πράξεως, προσδιορίζει, θεσπίζει, απο φασίζει και βούλεται τον επόμενον Νόμον
Α'.) Το Ελληνικόν Έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.
Β'.) Η παρούσα αύτη οργανική Πράξις του ελληνικού Έθνους συνοδεύεται με επί τούτω διπλούν υπόμνημα προς την Σεβασμίαν Διοίκησιν της Αυτού Βρεττανικής Μεγαλειότητος κατ' ευθείαν εις Λονδίνον και συγχρόνως αποστέλ­λεται εμμέσως δια της Αυτού Εξοχότητος του Λόρδου Μεγάλου Αρμοστού της Αυτού Μεγαλειότητος εις τας Ενωμένος επαρχίας των Ιονι κών Νήσων.
Γ'.) Οι Πρόεδροι των εύτακτων Βουλευτηρίων του Κράτους, ξηράς και θαλάσσης θέλουν ετοίμως εκπλήρωση τον παρόντα ΝΟΜΟΝ.
(Υπό το πρώτον τούτο πρωτόγραφον, ως και υπό το τελευταίον, φέρεται χρονολογία:)
Εν Πελοποννήσω τη... Ιουνίου 1825.
(Και μία υπογραφή:)
Ο Πρόεδρος των κατά ξηράν εύτακτων Βουλευτηρίων του Ελληνικού Κράτους και Γενικός Αρχηγός των κατά γην Δυνάμεων θ. Κολοκοτρώνης.
(Τα λοιπά τέσσαρα φέρουσιν εν τέλει το εξης:)
Ο Πρόεδρος των εύτακτων συσσωματώσεων των Νήσων του Αιγαίου Πελάγους και λοιπών μερών του Ελληνικού Κράτους και αρχιναύαρχος των κατά θάλασσαν Δυνάμεων.
(Έχουσι δε ταύτα χρονολογίας: Το μεν 26 Ιουλίου 1825, τα έτερα τρία απλώς: Ιουλίου 1825 και το τελευταίον 14 Ιουλίου 1825). ( Υπό το πρώτον υπάρχει η υπογραφή:
Ανδρέας Μιαούλης » και μετ' αυτήν αι λοιπαί υπογραφαί, ως εξής:)
Ανατολική και Δυτική Χέρσος Ελλάς
Ο Κλήρος
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Πορφύριος, Νικοπόλεως και πάσης Αιτωλίας, ο Επίσκοπος Ρογών
(Αρχείο Ρώμα- Α΄σ. 592-595)
Η Πράξη της Υποτέλειας προβλημάτισε τους πολέμαρχους του ολοκαυτώματος της Ιεράς Πόλης του Μεσολογγίου.΄Επτά μήνες γονάτισαν την πανίσχυρη πολεμική μηχανή του Μπραήμη. Πρόκριτοι, στρατιωτικοί, άμαχοι, γυναικόπεδα. Είχαν το χρόνο. Δεν την εγκατέλειψαν. Δεν δραπέτευσαν. Δεν του την πρόσφεραν χωρίς να ματώσει. Ετσι γενναίοι και περήφανοι οι ΑΝΔΡΕΙΟΙ, ξιφήρεις πηδούν το «ΦΡΑΧΤΗ». Λυγίζουν τον εχθρό. Περνούν. Άλλοι οδεύουν για το περιβόλι τ΄ουρανού. Άλλοι πεζοπορούν, ανήσυχοι να προλάβουν να ασφαλίσουν «Τα Κάστρα του Μοριά.» Και το πετυχαίνουν. Μπαίνουν στο Ναύπλιο και στον Ακροκόρινθο. Ο φόβος άλλαξε δρομολόγιο. Τώρα επισκέπτεται το Ιμπραϊμικό στρατόπεδο. Τώρα οι Αιγύπτιοι νοιώθουν σε κάθε βήμα τους την καυτή ανάσα εκείνων που δεν δραπέτευσαν και προπαντός δεν διαλύθηκαν. Κράτησαν τη θέση τους και κατάφεραν να ευτελήσουν και να διασύρουν την πιο σύγχρονη, εκπαιδευμένη και εξοπλισμένη πολεμική μηχανή της Ευρώπης. Νοιώθουν γύρω τους την ανάσα των Νικητών: Μανιατών, Αρκαδινών,(Μακρυγιάννη,Υψηλάντη, Μαυρομιχάλη, Τόλιου Λάζου), Καρατάσου, Φρουράς Μεσολογγίου.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ(Β)
Γρίβας Αργυρός Βοκάτος
Ν. Ψυχικό -Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: