"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

ΤΟ 1821 ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ.

ΤΟ 1821 ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ
ΚΑΙ ΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ
Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ
Στα Απομνημονεύματά του, ο Γέρος του Μοριά, όπως αποκλήθηκε, ο Θ. Κολοκοτρώνης, από τον Σ. Μελά, αναφέρεται στο στάδιο της εισόδου του στον Εθνεργετικό Αγώνα, ως κατωτέρω εκτίθεται.
«ΤΕΛΟΣ πάντων, το μυστήριον της Εταιρίας άρχισα να διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους, και καλούς και κα­κούς, και εβιασθήκαμε να κινήσομε μίαν ώραν αρχήτερα την επανάσταση. Ο Ντιόγος το εμαρτύρησε εις τον Αλή πασά. Έτσι λοιπόν εις τας 3 Ιανουαρίου ανεχώρησα από την Ζάκυνθον και εις τας 6 Ιανουαρίου έφθασα εις την Σκαρδαμούλα, εις του πατρικού μου φίλου καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου. Το κίνημα μας έγινε εις τας 22 Μαρτίου, εις την Καλαμάτα. Από τας 6 του Ιανουαρίου, έως εις τας 22 Μαρτίου, επρο σπάθησα, ενέργησα εις την Μάνην να ενώσομε διάφορα σπί­τια Μανιάτικα κατά την συνήθειάν τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώσαμε. Έστειλα και εις τας επαρχίας της Μεσση­νίας, Μιστράς, Καρύταινας, Φαναριού, Λεονταριού, Αρκα­δίας, της Τριπολιτσάς, και ήλθαν εκεί οπού ευρισκόμουν, και τους έλεγα, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθεί εναντίον των Τούρκων των τοπι­κών, και να τους πολιορκήσουν εις τα διάφορα φρούρια, κα­θώς οι Αρκαδιανοί να πολιορκήσουν το Νεόκαστρο, οι Μοθωναίοι την Μοθώνη. Και ούτω καθεξής.
Αφού επροετοιμάσαμε και συναγροικήθημεν, ο Ζαΐμης με τους άλλους, αναγκασμένοι να υπάγουν εις την Τριπολιστά ή να μείνουν έτσι, εκτύπησαν τον Βοϊβόδα των Καλαβρύτων. Οι Τούρκοι με έμαθαν ότι ήλθα και με ενόμιζαν ότι ήλθα με πέ­ντε με έξη χιλιάδες, εγώ ήμουν με τέσσερους. Ήλθαν Αρκα­διανοί και Μιστριώται Τούρκοι με ραγιάδικα σκουτιά ενδυμένοι, και ήλθαν να ιδούν με πόσους ήμουν, και εγώ έπαιζα τες αμάδες και εγύρισαν οπίσω και έλεγαν, ότι: «Ευρήκαμε ένα γέρο και έπαιζε τες αμάδες». - Επήγα εις τον Μούρτζινο, ως φίλο μου πατρικό. Ο Μαυρομιχάλης είχε το όνομα Μπέης, αλλ ο Μούρτζινος είχε τη δύναμη εις την Μάνη. Ερωτήθη τό­τε ο Μαυρομιχάλης δια τον ερχομό μου, και αυτός απεκρίθη, ότι εδυστύχησε εις την Ζάκυνθο και ήλθε εις τη Μάνη δια να τον βοηθήσουν οι φίλοι του και να επιστρέψει οπίσω. Και εις αυτό εφέρθηκε πολλά καλά, αλλά δεν είναι αληθινό ότι με επρόδωσε εις τους Τούρκους. Δε είχε την δύναμιν να το κά­μει και αν ήθελε, και εκτός της φιλίας οπού είχαμε με τον Μούρτζινο, είναι συνήθεια εις τη Μάνη να υπερασπίζονται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των.
Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους εις την Κα­λαμάτα, τον Αρναούτογλη, σημαντικό τούρκο της Τριπολιτσάς. Είμεθα δύο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος· Δυτική Σπάρτη».
Οι Πηγές και τα γεγονότα που ακολουθούν αποκαλύπτουν τον εμπαθή και άδικο λιθοβολισμό του Πετρόμπεη από τον Γέρο του Μοριά. Η υπό την αιγίδα του Μαυρομιχάλη όμως συμφωνία των Μανιάτικων οικογενειών στις Κιτριές, ο 'Ορκος των Μανιατών στις 17 Μαρτίου του 1821 στην Αρεόπολη και η απονομή του τίτλου του Αρχιστρατήγου, στον Πρόκριτο της Μάνης Μαυρομιχάλη, διαψεύδουν τον Γενικό Αρχηγό, Θ. Κολοκοτρώνη.


Εκτίθεται Η συμφωνία των Κιτριών:
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΙΤΡΙΩΝ 1819.
ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΟΜΟΝΟΟΥΝΤΕΣ ΗΓΟΥΝΤΑΙ
ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ.
«Διά του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ' όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών Πίστεως και με την δύναμιν του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως δια την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να φυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας.
Α. Ημείς αι τρεις γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοριάνοι και Τρουπάκηδες, ως δυνατώτεραι και αξιώτεραι από τας άλλας γενεάς της πατρίδος μας Σπάρτης, υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων, να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματά μας, μια ψυχή, μια σύμπνοια, μια θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν ούτε εξωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον Ιερόν δεσμόν.
Β. Ο κύριος και καθολικός μας σκοπός ενός τοιούτου δεσμού δεν αποβλέπει ούτε γίνεται δι’ άλλο τι, ειμή μόνον δια την κοινήν της πατρίδος μας ωφέλειαν, και δια να είμεθα έτοιμοι συμφώνως και προθύμως να πράξωμεν, τα όσα ήθελε προσταχθώμεν από τους ανωτέρους και εγκρίτους του Γένους μας, δια το γενικόν συμφέρον της πατρίδος μας Ελλάδος, ωσάν όπου είμεθα υπόχρεοι και ενταυτώ ωρκωμένοι να χύσωμεν και την υστερινήν ρανίδα του αίματος μας οπόταν η χρεία το καλέση.
Γ. Επειδή και τοιούτοι Ιεροί δεσμοί συμβαίνει κάποτε να διασείωνται και ανατρέπωνται από εξωτερικάς και εσωτερικάς καταδρομάς καί διχονοίας, καθώς τινες πάσχουν να αρπάξουν την Ηγεμονείαν και άλλοι να ταράττουν την κοινήν ησυχίαν της πατρίδος μας, παρακινούμενοι από φυσικήν τους κακίαν και πλεονεξίαν, δια τούτο ημείς συμφώνως θέλει επιμελούμεθα να καταπαύωμεν τα τοιαύτα, όσον το δυνατόν, με τους πλέον ήσυχους, επιτηδείους ή και φοβεριστικούς τρόπους. Ειδέ όλα αυτά ήθελε φανούν αδύνατα, τότε εκ συμφώνου πρέπει με τα άρματα εις χείρας να εκριζώνωμεν τα τοιαύτα, και χρείας τυχούσης και εις την ιδίαν Αυλήν να αντισταθώμεν, χωρίς ποτέ να κλίνωμεν εις καμίαν άλλην αλλαγήν της Ηγεμονείας, όπου ήθελεν αποφασίσει η Πόρτα.
Δ. Κάθε Ιερός δεσμός, και μάλιστα εκείνος όπου γίνεται υπέρ Πίστεως, Πατρίδος και Γένους, δια να μείνη ακλόνητος και άσειστος, πρέπει να βάλλη δι' αρχήν και θεμέλιον την αλήθειαν και δικαιοσύνην. Όθεν ημείς υποσχόμεθα να φυλάξωμεν αυτάς τας αρετάς απαρασαλεύτους, αι οποίαι όχι μόνον τας ειδικάς μας γενεάς θέλει δοξάσουν, αλλά και την ιδίαν μας πατρίδα θέλει ευτυχήσουν και στερεώσουν. Τέλος πάντων την τιμήν και ατιμίαν και κέρδος και ζημίαν του πλέον μικρότερου συμπατριώτου μας, ή και ομογενούς μας θέλει στοχαζόμεθα ως ίδια ιδικά μας
Ε. Όποια προσταγή ήθελε μας παρουσιασθή ή Βασιλική ή του Γένους μας, όπου να αποβλέπη προς όφελος της κοινής πατρίδος, να θεωρήται και ενεργήται προθύμως και θερμώς από ημάς τους ιδίους, χωρίς όμως να αδικήσωμεν τινά από τους αξιωματικούς της πατρίδος μας, δηλαδή τους λεγόμενους Καπετανέους, αλλά κατά την αξίαν και αρετήν του καθενός να τον μεταχειρισθώμεν, χωρίς τίνα φιλοπροσωπίαν και πάθος έξω μόνον μένουν αμέτοχοι, από όσα μυστικά θέλει εμπιστευθούν εις ημάς τους ίδίους δια το κοινόν όφελος. Ομοίως τα τοιαύτα μυστικά θέλει είναι αγνώριστα και εις τα ιδικά μας παιδία και αδελφούς και εξαδέλφους, οπόταν γνωρίζωμεν, ότι δεν είνε άξιοι και ικανοί να τα φυλάξουν.
ΣΤ. Καθώς μόνοι μας θέλει εχομεν όλον το βάρος της πατρίδος μας δια την καλήν της κυβέρνησιν. ομοίως και κάθε άλλην προσταγήν από το Γένος μας θέλει την δεχόμεθα και ενεργούμεν ως χρέος μας απαραίτητον χωρίς τινος δισταγμού και αντιστάσεως. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον πάλιν ημείς οι ίδιοι θέλει ανταποκρινώμεθα εκ μέρους όλης της Σπάρτης με το Γένος μας δια κάθε μερικόν της πατρίδος μας ή και γενικον της Ελλάδος συμφέρον, έξω μόνον τας μικράς υποθέσεις και διαφοράς της πατρίδος και των γειτόνων θέλει τας θεωρεί και διορθώνει ο ίδιος Ηγεμών.
Ζ. Αγκαλά και εις το άλλο κοινόν γράμμα περί της πατρίδος μας υποσχόμεθα να φυλάξωμεν απαρασάλευτα όλα τα συμφωνηθέντα μολονούτο υποπτευόμενοι εις την μικρότητα του νοός μερικών, και εις τα ξεχωριστά πάθη οπού τους κυριεύουν και κατασύρουν, δια τούτο εκρίναμεν συμφέρον και αναγκαίον δια την ασφάλειαν και δόξαν της πατρίδος μας, και δια την έκπλήρωσιν του χρέους μας και αυτοπροαιρέτου όρκου προς την γενικήν πατρίδα και μητέρα ημών Ελλάδα, να κάμωμεν την παρούσαν ξεχωριστήν και αδιαίρετον ομοψυχίαν των τριών ημών οικογενειών δια χαλινόν και παιδείαν των ενδεχομένων συμβεβηκότων.
Η. Όθεν εν ενί στόματι, μια ψυχή και μια σύμπνοια και αδιαιρέτω δεσμώ υποσχόμεθα να φυλάξωμεν τας ρηθείσας συμφωνίας ανελλιπείς και απαρασαλεύτους. Εαν δε τινας εξ ημών (το οποίον δεν τον πιστεύομεν ποτέ!) ήθελε φθάσει εις τόσον βαθμόν παρανομίας και ασεβείας, να φανή παραβάτης και επίορκος των τοσούτων ωφελίμων πράξεων της πατρίδος μας, εκείνον τον παραδίδομεν πρώτον εις χείρας θεού ζώντος, δεύτερον εις τας αράς της εδικής μας πατρίδος, τρίτον εις τους δικαιότατους απροσωπολήπτους νόμους της γενικής ημών πατρίδος Ελλάδος, το δε όνομα της οικογενείας του να μείνη αιωνίως άτιμον, υβρισμένον, μισητόν από όλην την πατρίδα και γένος. Διό γίνονται τέσσαρα όμοια και απαράλλακτα γράμματα, υπογεγραμμένα ιδιοχείρως και εσφραγισμένα με τας ιδίας μας σφραγίδας, από τα οποία το εν κρατεί ο ενδο ξότατος Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, το άλλο ο ενδοξότατος πρώην Αντώνμπεης Γρηγοριάνος, το τρίτον ο ευγενής Καπετάν Παναγιώτης Τρουπάκης το δε τέταρτον ο Κύριος Χριστόφορος Περραιβός δια απόδειξιν και παράστασιν προς το Γένος μας, τα οποία αυτά θέλουν έχει όλον το κύρος και την ισχύν αναμεταξύ ημών και έμπροσθεν των απροσωπολήπτων νόμων του Γένους μας.
Κυτριαίς α’ Οκτωβρίου 1819.(ΤΣ Τουρκικοίς γράμμασι) Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης βεβαιόνω τα άνωθεν.(ΤΣ Τουρκικοίς γράμμασι) Πρώην Άντώνμπεης Γρηγοράκης επιβεβαιώ.(ΤΣ Ελληνικοίς γράμμασι) Καπετάν Παναγιώτης με τον υιόν μου και εδικούς μου βεβαιόνω το άνωθεν.Καβαλιέρ Δημήτριος Γρηγοράκης βεβαιόνω το άνωθεν.(ΤΣ Ελληνικοίς γράμμασι) Μπας Καπετάν Τζικούριος


ΟΡΚΟΣ ΜΑΝΙΑΤΩΝ ΣΤΙΣ 17 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821. ( ΑΡΕΟΠΟΛΗ ).
Όρκος Μανιατών στις 17 Μαρτίου 1821
Στις 17 Μαρτίου του 1821 στην Αρεόπολη συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών. Εκεί μετά τη δοξολογία, μπροστά στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών, ύψωσαν το λάβαρο του Αγώνα, δηλαδή τη Μανιάτικη Σημαία. Η σημαία ήταν λευκή, με μπλε σταυρό στη μέση. Στη πάνω πλευρά έγραφε «ΝΙΚΗ Η’ ΘΑΝΑΤΟΣ» και στη κάτω το ένδοξο «ΤΑΝ ‘Η ΕΠΙ ΤΑΣ». Εκεί κήρυξαν το πόλεμο στην Τούρκικη αυτοκρατορία, γι’ αυτό η σημαία τους έγραφε «ΝΙΚΗ Η’ ΘΑΝΑΤΟΣ» και όχι «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ», επειδή η Ελευθερία για τους Μανιάτες ήταν δεδομένη. Επανάσταση έκαναν οι υπόλοιποι Έλληνες που διεκδικούσαν την Ελευθερία τους. Τον παρακάτω όρκο απάγγειλε ο ιερός κλήρος και επαναλάμβαναν οι αρματωμένοι Μανιάτες: «Ορκίζομαι, εις το όνομα του Παντοδύναμού μας Θεού, εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδος, να χύσω και την υστέραν ρανίδα του αίμα τός μου, υπέρ πίστεως και Πατρίδος. Ορκίζομαι,να μη βλέψω εις τα όπισθεν εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος και της Θρησκείας μου. Ορκίζομαι,«Ταν ή επί Τας» και «Νίκη ή Θάνατος»υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Και τον τήρησαν τα Σπαρτιατόγκονα, όπως αποκαλεί η μοιρολογίστρα τους Μανιάτες, τόσο το 1821, όσο και στους μετέπειτα Εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. Διάσπαρτα οι κάμποι και τα βουνά της χώρας μας από τάφους και μνημεία Μανιατών, που έχυσαν το αίμα τους για να διαφυλάξουν το «ΤΑΝ ‘Η ΕΠΙ ΤΑΣ». Πάντοτε η Μάνη υπήρξε για την Ελλάδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η Ελλάδα υπήρξε για τη Μάνη. Αυτό είναι φανερό από την αντιμετώπιση της Μάνης, από τους κρατούντες και έχοντες, παλαιότερα αλλά και πρόσφατα. Ενδεικτικά αναφέρεται το γεγονός της έκδοσης από τη Βουλή των Ελλήνων, αναμνηστικών μεταλλίων για τα 180 χρόνια από την Εθνεγερσία του 1821, απ’ όπου όμως απουσιάζει η μορφή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Παράλληλα στο έντυπο που εκδόθηκε το 2002 με τίτλο «Ανθολόγιο των σημαντικότερων γεγονότων της Επανάστασης του 1821», απουσιάζει η οποιαδήποτε αναφορά στις μάχες της Βέργας, του Δυρού και του Πολυαράβου, που στην ουσία έσωσαν την επανάσταση που έσβηνε από τις ορδές του Ιμπραήμ.

Προσφέρεται τώρα για ανάγνωση η προκήρυξη προς τον Αμερικανικόν λαό:
Η προκήρυξις της Μεσσηνιακής Συγκλήτου προς τον Αμερικανικόν λαόν.
"ΑΝΔΡΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ!
Αποφασίζοντες να ζήσωμεν ή να άποθάνωμεν διά την έλευθερίαν, συρόμεθα προς εσάς απόδικαίαν συμπάθειαν• διότι εις τον τόπον σας έδιάλεξε να κατοικεί ή ελευθερία, από μόνους εσάς λατρευομένη καθώς έλατρεύετο από τους πατέρας μας. Όθεν επικαλούμενοι το όνομα αυτής έπικαλούμεθα έν ταυτώ το ιδικόν σας, πεποιθότες ότι μιμούμενοι εσάς θέλομεν μιμηθή τους προγόνους μας και δειχθή άξιοι εκείνων,. αν φθάσωμεν να σας όμοιάσωμεν. Αι άρεταί σας, ώ Αμερικανοί μας προσεγγίζουν εις εσάς, μ’ όλον ότι μας χωρίζουν ευρύτατοι θάλασσαι. Ημείς σάς νομίζομεν πλησιεστέρους παρά τά γειτονεύοντα μέ ημάς έθνη, και σας έχομεν φίλους συμπολίτας και αδελφούς, διότι είσθε δίκαιοι, φιλάνθρωποι και γενναίοι, ότι πολιτεύεσθε κατά το Ευαγγέλιον. 'Η ελευθερία σας δεν έπιστηρίζεται εις άλλων εθνών δουλείαν, ούτε ή ευδαιμονία σας εις ξένας συμφοράς και ταλαιπωρίας• άλλ' έξ εναντίας, ελευθέρως και ευτυχώς ζώντες επιθυμείτε νά μετέχωσιν όλοι οί άνθρωποι άπο τά αυτά αγαθά, και ν' απολαύωσιν οσα δικαιώματα ή φύσις είς όλους εξίσου έμοίρασεν. Εσείς πρώτοι εκηρύξατε τά δικαιώματα ταύτα και πάλιν πρώτοι εσείς έσεβάσθητε, αποδίδοντες εις τους άποκτηνουμένους Αφρικανούς άνθρώπινον αξίωμα. Κατά το παράδειγμά σας κατέλυσεν ή Ευρώπη την αίσχράν έκείνην και απάνθρωπον σωματεμπορίαν, και άπό εσάς ακόμη διδάσκεται δικαιοσύνη και μανθάνει να καθαιρεί ατόπους και θανατηφόρους συνηθείας. Η δόξα αύτη, Αμερικανοί, εις μόνους έσάς ανήκει, και σάς ανυψώνει υπεράνω όλων των φημισθέντων διά της ευνομίας και ελευθερίας εθνών.Υμέτερον είναι, ώ άνδρες! νά επιθέσετε τον κολοφώνα εις την δόξαν σας, βοηθούντες μας νά καθαρίσωμεν την Ελλάδα άπό τους μολύνοντας αυτήν έκ τετρακοσίων ετών βαρβάρους. ΄Αξιον υμών αναντιρρήτως είναι νά πληρώσετε των πολιτισμένων λαών το χρέος, νά διώξετε την αμάθειαν και τυραννίαν απότήν πατρίδα των τεχνών και τής ελευθερίας. Δεν θέλετε μιμηθή βέβαια την άξιοκατάκριτον άδιαφορίαν, η μάλλον πολυχρόνιον άχαριστίαν τινών Ευρωπαίων. Όχι, ό λαός του Γουλιέλμου Πένν, του Γουασιγκτώνος και του Φραγκλίνου δεν θέλει άρνηθή βοήθειαν είς τους απογόνους του Φωκίωνος, του Θρασυβούλου, του Αράτου, του Φιλοποίμενος. Έσείς εδείξατε ήδη προς αυτούς τιμήν και έμπιστοσύνην, πέμποντες τά τέκνα σας είς τα σχολεία των. Ηξεύρετε, μέ ποίαν άγαλλία σιν τά ύπεδέχθησαν, και τήν σταθεράν προς αυτά εύνοιαν εκείνων και περιποίησιν. Αλλ' άν ούτως έπραξαν δεδουλωμένοι μέ πόσην φιλίαν και ζήλον θέλουν φέρεσθαι προς έσάς, όταν δια τής συνεργασίας σας συντρίψωσι τάς άλύσεις των; Η Ελλάς τοτε θέλει σάς δίδει κέρδη, τά όποια μάτην ήθέλετε προσμένει άπο τυφλούς και αγρίους δεσπότας. Οί δεσμοί τής αδελφότητας και τής ευγνωμοσύνης θέλουν ενώνει διά παντός τους ΄Ελληνας μέ τους Αμερικανούς. Τά συμφέροντα ημών είναι τοιαύτα, ώστε νά δυναμώνουν πάντοτε την πρός αλλήλους συμμαχίαν, θεμελιωμένην εις τήν έλευθερίαν και τήν άρετήν."
Έν Καλαμάτα,• 15 Μαίου, 1821.
Η ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΣΥΓΚΛΗΤΟΣ Η ΕΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ
ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αρχιστράτηγος. .
Την προκήρυξη των Επαναστατών, προς τον Αμερικανικό Λαό, προσυπογράφει ο αδιαμφισβή τητος ηγέτης τους, ο Αρχιστράτηγος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.

Μανιάτες μάχονται στο πλευρό του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία.
Στο σημείο που είχαν φτάσει τα πράγματα στη Μάνη, αλλά και στην άλλη Πελοπόν­νησο, δεν επέτρεπαν αναβολή της Επαναστασεως. Οι Τούρκοι είχαν τις πληροφορίες τους και θα παίρνανε τα μέτρα τους. 0 Χουρσίτ θα φρόντιζε για την ασφάλεια της Τρι­πόλεως στέλνοντας στρατό και σύντομα θα γύριζε και ο ίδιος με το σύνολο του στρατού του, αφού η αντίσταση του Αλή Πασά φαινότανε πως φτάνει στο τέλος της. Η κάθοδος του Χουρσίτ θα δημιουργούσε ανυπέρβλητες δυσκολίες στην εξέγερση των Ελλήννων. Εν τω μεταξύ ο Α. Υψηλάντης για τους γνωστούς λόγους κήρυξε την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, με τις τραγικές συνέπειες. Από την τραγωδία της καταστροφής εκείνης δεν λείψανε οι Μανιάτες.
Από επιστολή που σώθηκε στο Αρχείο Τζανετάκη μαθαίνομε ενδιαφέροντα πράγματα για τα γεγονότα εκείνα και για τη συμμετοχή των Μανιατών:
«Την Ευγενία σου καπετάν Γεωργάκη ασπάζομαι. Την σήμερον πήρα τό γράμμα τής αφεντιάς σου καί μέ ευχαρίστησε ή καλή σας υγεία σας. Είδα νά γράφης γιά τό πρίτζιπα καί νά μ' εξου σιάζης νά νιτεριαστώ γιά λόγου σου μέ τήν αφεντιά του· αυτά μηνεύονται γιά τό πολυκαιρινό πού μου γράφεις, άλλέως μάθε ότι φωτιά χιούθη στή φυλή μας καί χάθημε. Οί Μόσκοβοι πατή σανε τίς ύποσκέσες τους καί κάμασι ψυχαδερφοσύνη μέ τους απίστους. Τό λοιπόν τίς προ­άλλες, ό Υψηλότατος πρίντζιπάς μας θ' άγροικηθή από τήν αφεντιά σου, σήκωσε παντιέρα καί ξέγραψε τή πόρτα από τή Βασιλεύουσα καί από τήν Ελλαδική γρεκιά. Άπό τό κάμωμα του πρίντζιπα, πολύ κακοφανισμός του Σουλτάνου καί του Όφφικιάλουνε καί λοβοφέρσιμο καί *κινήσασι λεφούσια νά πιούσι γρεκικό αίμα καί νά μας έρημάξουσι. Κάνασι γραφή καί στό Μόσκοβι· τίς πρό άλλες βαρέθημε στή Βλαχία· κείνοι μερμήγκια·· μας φάγασι· τά παιδιά του ίερού όρδίου ξεκληρήθηνα·· τά πλειότερα χαντακωμένα καί ψυχομαχητό καί αγκομαχητό· πό­νος καρδιάς. Ό κπ. Γεωργάκης καί κπ. Θανάσης χάθηκαν. Τόν κπ. Φαρμάκη τόν έφάγασι μέ χωσία του ποσκέθηνα λευτεριά· πίστεψε, βγήκε καί τόν έφάγασι άτιμα. Χάθηνα στό στέκο του τόπου καί ό Αναγνώστης ό Μπεηζαντάκος Παναγιωτάκης. Τρεις λαβωμιές στό κεφάλι ό δάσκα­λος. Βολίμι στη γκαρδιά ό Θοδωρής Ξαρχάκος, καί λαβώθηνα ό κπ. Τζωρτζάκης Γρηγοριάνος από τό ίερό ορδί του πρίντζιπα. Λαβώθη μέ βολίμι πέρα περού στά νεφρά κατάψαχνα καί έναι στά ρούχα. Ό Καβαλιεράκης τόν έκοψε ζαλωτά μέχρι τό σταυρί γιατήτανε άμετασάλοτος. Ό καλόγερας του 'βαλε αλοιφή καί πάει καλλιώτερα ή λαβωμιά. Ά δεν τόν έσήκωνε ό Κωσταντής, πήγαινε μαγκουφιασμένος. Οί λυσσιάρηδες άπι­στοι σκιούζανε τους λαβωμένους καί πατούσασι στά κορμιά τους. Κατά­καψέ τους Άγιε Χριστέ μέ φωτιά καί πύρι. Ό Παπαχρήστος είχενε φαγωμένους πολλούς κι ενα όφφικιάλο- λαβώθη ξόπετσα. Ό Δημητράκης Ντερεβάκος λαβώθη. Τόν έφέραμε κουβαλητά μέ τό Γιώργη Θωμιάκο· δέ βάσταξε, ξεψύχησε όχτές· μούγκριζε από τά κοψίματα·· τόν έθάψαμε. Είχε βολίμια δύο στή κιουλιά καί τό 'να έπιασε μπόχα. Του 'βαλε ό καλόγερας φασκιά- μαζεύτηνα χαημός σκουλίκια, δέ σώθη, έκάηνα τά σωτικά του. Μ' άφησε μία μπιστόλα, δύο άσημοπάτρονα κ' ενα χατζάρι τούρκικο νάν τά δώκω στο (ρφανό) του γιά νάν τονέ δικιώση. Ό Δημη­τράκης Καπετανάκος βάρεσε, βαρέθη βερέμικα, έφαγε Τουρκόπαπα, βαρέθη άπό γύφτο Όβραο. Ό πρίντζιπας μέχρις τελευταία ώρμήνευε, απέ έγινε άοικος, λέει ό Καλόγερας πάει στό Μόσκοβι, ένας λαβωμένος του όρδίου λέει πάει στή Φράντζα. Οί Μόσκοβοι εναι κερατάδες, ξέκαρδοι, αντίχριστοι καί θά πληρώσουνε τές ζευγαρωτές ατιμίες τους. Αυτά αδελ­φέ καί άμποτες βολευτούνε οί λαβωμένοι, ερχόμαστε. Ταύτα μένω.»
Τή φαμελιά σας προσκυνώ:
Της εύγενίας σου δούλος Τζαννέτος Κυβελάκος.
Από "Αγιον Γεώργιον Ιουλίου 2, 1821».
ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ Γ. ΚΟΥΤΣΙΛΙΕΡΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Ο Ἰωάννης Κολοκοτρώνης — ο γιός του Γέρου του Μοριά- γράφει, ὅτι oἱ πρόκριτοι τῆς Μάνης πῆραν, στὶς 17 Μαρτίου, τὴν ἀπόφαση νὰ σηκώσουν τὰ ὅπλα. Πάντως, στὶς 23 Μαρτίου μπῆκαν στὴν Καλαμάτα οἱ πρῶτοι Μανιάτες καὶ ἀκολουθοῦσε, μὲ δυὸ χιλιάδες ἄνδρες, ὁ Πετρόμπεης, ὄχι πιὰ ὡς ἡγεμών τῆς Μάνης, ἀλλὰ ὡς «ἀρχιστράτηγος τῶν Σπαρτιατικῶν στρατευμάτων»• καὶ εἶχαν ἑνωθῆ μὲ τοὺς Μανιάτες καὶ ὁ Ἀναγνωσταρᾶς καὶ ὁ Παπαφλέσσας καὶ ὁ Νικηταρᾶς καὶ ὁ Κεφάλας καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Εξάλλου ο Διονύσιος Κόκκινος σημειώνει ότι: «Μαζὶ μὲ αὐτοὺς συνεβάδιζε κρατῶν μακρὰν ράβδον καὶ χωρὶς ὅπλον καὶ φέρων τὸ ἐρυθρὸν ἔνδυμα τοῦ ἀξιω ματικοῦ τῶν ἑπτανησιακῶν ταγμάτων ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὡσὰν ἀλλόκοτος ὁδοιπόρος, μεταξὺ τῶν ἐνόπλων.»

Ο ΘΕΌΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
ΞΕΚΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ
«ΕΙχον γράψει (ώς άνω είρηται) προς τον Παπατσώνην καί Πετρόμπεην ότι άμα υπάγουν είς την Καλαμάταν καί ξεσχισθή τό προσωπείον νά στείλουν ένα καλόν καπετάνιον τους μέ 200 ή 300 στρατιώτας Μανιάτας νά ανέβουν είς τον κάμπον της Καρύταινας καί Λεονταρίου, νά εμψυχώσουν τους εκεί κατοίκους όντας άψυχους έκ του οθωμανικού ζυγού καί απειροπόλεμους. Έδιόρισαν λοιπόν (μετά τήν τελετήν) τον καπετάν Βοϊδήν (δστις έπεσεν ενδόξως πολεμών μετά του Παπαφλέσια είς τήν έν Μανιάκι κατά τών Αράβων μάχην 1825 Μάϊον) μέ 150 συντρόφους του καί τον Μπουκουβαλέαν μέ 60 καν εβδομήντα νά ξεκινήσουν διά τάς επαρχίας Λεονταρίου καί Καρύταινας, άλλά μη γνωρίζοντες οι είρημένοι τον τόπον καί τάς θέσεις, άλλ' ουδέ τους ανθρώπους, έζήτησαν ένα όδηγόν. Ό γέρων Μούρτζινος έπρότεινε νά ύπάγη ό Κολοκοτρώνης, τον όποίον έφερεν από την Σκαρδαμούλαν με ενα ψυχογιόν του, ως καταγόμενον από εκείνα τα μέρη και γνωρίζοντα καλώς και τον τόπον και τους ανθρώπους. Τον ανήγγειλαν αυτόν τον διορισμόν του, άλλ' άπήντησεν οτι δεν εχει ούτε ίππον ουτε έξοδα και υπάρχων εις αυτήν την κατάστασιν δεν δύναται νά άκολουθήση. Αλλά ό Παπατσώνης του έπρόσφερεν αμέσως ενα καλόν ίππον με τήν ίπποσκευήν του και εκατόν ρουμπιέδες χρυσούς. Του έδωκαν και οί αδελφοί του Πετρόμπεη άλλος πέντε και άλλος δέκα τάλληρα, ώστε μή δυνηθείς ν' άποφύγη αυτόν τον διορισμόν απεφάσισε και άνεχώρησαν αμέσως μετά των άνω ειρημένων και έφθασαν τό εσπέρας εις τό χωρίον Σκάλαν της Μεσσηνίας, και εις τάς 25 ανέβηκαν εις τό χωρίον Δεδέμπεη του κάμπου της Καρύταινας διά των Δερβενίων.»
( Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα )
Στις μέρες μας είναι ευχερέστερη η πρόσβαση στις πηγές της Επαναστάσεως αλλά και η από κτησή τους. Εκδοτικά Συγκροτήματα προσφέρουν σε πολυτελείς τόμους τη δραστηριότητα, «Των Πρωτεργατών της Ελληνικής Επαναστάσεως» και Τηλεοπτικοί Σταθμοί προβάλλουν το έργο τους. Ανάμεσά τους και ο Γέρος του Μοριά. Ο πιο καλότυχος και ευτυχέστερος Πρωτε ργάτης του Ιερού Αγώνα των Ελλήνων. Γιατί, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν πήγε στην Τροία μακάρισε τον Αχιλλέα που έτυχε να έχει τον ΄Ομηρο κήρυκα της υστεροφημίας του έτσι και ο Θ. Κολοκοτρώνης απέκτησε πολλούς υμνωδούς που μεγεθύνουν και προβάλλουν το έργο του. Φυσικά τα έργα τους αποτελούν πολύτιμες πηγές του Αγώνα. Πρόκειται για τους ιστοριο γράφους από τους οποίους αντλούν συνήθως πληροφορίες όσοι συνθέτουν εργασίες για τον αγώνα της Εθνεγερσίας. Τα πιο γνωστά έργα είναι του Οικονόμου γραμματέως του Θ. Κολο κοτρώνη, του Φωτάκου υπασπιστού του Κολοκοτρώνη, του Φραντζή και του Σπηλιάδη, στενών φίλων του στρατηγού. Σ΄ αυτούς προσετέθηκε και ο Φιλήμων. Ευρύτατη διάδοση έχουν τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη αλλά και τα Υπομνήματα του γιου του Γιάννη, του λεγομένου Γενναίου. Απομνημονεύματα έγραψαν και οι Στρατηγοί Μακρυγιάννης, Κ. Δεληγιάννης, Περραιβός, Σπυρομήλιος. Οι Συνταγματάρχες Γεώργιος Φίνλεϋ και Νικόλαος Κασομούλης. Ο Στρατάρχης Γ. Καραϊσκάκης, ο Ρήγας Παλαμήδης, πολιτικός και στρατιωτικός και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.
Η επιλεκτική όμως μνήμη των ιστοριογράφων αποφεύγει να στρέψει την έρευνα στα άλλα μείζονα θέματα του Αγώνα. Ποιοί άραγε υφήρπασαν και καρπώθηκαν τα αμύθυτα πλούτη της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου; τι έγινε στους εμφυλίους πολέμους; Που και πως ξοδεύτηκαν τα Εθνικά Δάνεια; Πώς αντιμετώπισε η Επαναστατημένη Πελοπόννησος τον Ιμπραήμ και πώς απαλλάχτηκε από αυτόν; Σε Μερικά από αυτά ευελπιστεί να δώσει απάντηση, κατά το δυνατό, το παρόν σημείωμα, αρχής γενομένης από τη μάχη της Καρύταινας.

ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ
Όπως ο ίδιος Θ. Κολοκοτρώνης έγραψε, ότι προχώρησε στο εσωτερικό της Πελοποννήσου με τριακόσιους, οι διακόσιοι ήταν του Μούρτζινου, οι εβδομήντα του Μπέη και αυτός είχε μαζί του τριάντα. Στον Άγιο Αθανάσιο της Καρύταινας, με αυτούς τους τριακόσιους, πέτυχε να εμποδίσει τους Τούρκους του Φαναρίου να περάσουν τη γέφυρα του Αλφειού και αναγκάστηκαν να περάσουν από το ποτάμι με πολλές απώλειες. Στη συνέχεια όμως ήρθε, σε επικουρία των πολι ορκημένων, τουρκικός στρατός από την Τριπολιτσά και οι Έλληνες διαλύθηκαν. Ο Παπα φλέσσας, βλέποντάς τον στο Χρυσοβίτσι μόνο του, παρότρυνε το Δημήτρουλα Δραγώνα από τη Σέλιτσα (Άνω Βέργα) να μείνει κοντά του, για να μην τον φάνε οι λύκοι.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του για τη Μάχη στον ’Αγιο Αγιο Αθανάσιο της Καρύταινας:
«Ό Θ. Κολοκοτρώνης άμα είδε τήν συμπλοκήν έκείνην άπήλθεν άνωθεν του όχυρώματος τών Μανιατών μέ τον ψυχογιόν του, ειπών προς τον Βοϊδήν καί Μπουκουβαλέαν, δτι απέρχεται έκεί νά βλέπη τά κινήματα τών έχθρών, νά μήν τους πάρουν τές πλάτες, νά τους είδοποιή πόθεν νά φυλάττωνται καί νά ρίπτουν τήν προσοχήν τους, άλλ' ίδών τήν όρμήν καί την άπελπισίαν τών Τούρκων άνέβη παραπάνω εις εν τσιουμπάρι καί ήτο θεατής μακρόθεν της μάχης, χωρίς νά δυνηθή ούτε κάν νά τους ειδοποιήση».

ΒΑΛΤΕΤΣΙ
«Στο Βαλτέτσι οι ΄Ελληνες οχυρώθηκαν σε πέντε ταμπούρια στα οποία εδέχθησαν την λυσσα λέα επίθεση του πολεμάρχου Κεχαγιάμπεη. Στο πρώτο ταμπούρι μπήκε ο Κυριακούλης Μαυρο μιχάλης ο οποίος ήταν και αρχηγός των Ελλήνων στη μάχη αυτή. Στο δεύτερο και στο τρίτο ο Ηλίας και ο Γιάννης τα παιδιά του Πετρόμπεη. Στο τέταρτο και στο πέμπτο ο Τσαλαφατινός και ο Κατσανός. Μαζί τους οι Μανιάτες και οι άλλοι Πελοποννήσιοι που απεφάσισαν να θυσια σθούν μαζί με τους Μανιάτες. Να νικήσουν ή να πεθάνουν. Η μάχη κράτησε περί τις 17 ώρες. Ο Κεχαγιάμπεης αντελήφθη ότι τα εύστοχα πυρά των οχυρωμένων θα αφανίσουν το στρατό του και διέταξε υποχώρηση των Τούρκων. Κλείστηκαν στην Τρίπολη την οποίαν παρέδωσαν στους ΄Ελληνες έπειτα από τρίμηνη πολιορκία. Η άλωση της Τριπόλεως πρώτη σημαντική επιτυχία, εσήμαινε εδραίωση του αγώνα και εχαιρετίσθη ως πρώτη ανταύγεια της Ελευθερίας. Τη συμβο λή των Μανιατών στη νίκη ετόνισαν όλοι οι σεβόμενοι τον εαυτό τους και την Ιστορία. Ο Κολοκοτρώνης κατά την έναρξη της μάχης εχτυπήθη από το ιππικό του Κεχαγιάμπεη και οι άντρες του σώματός του διελύθησαν. Ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του λέει: “Eμείς οι 800 δυναμώσαμε τον τόπο για να μην μας πάρουν τα οπίσθια οι Τούρκοι”. Δηλαδή υποχωρή σαμε.» ( Ανάργυρος Κουτσιλιέρης ).
Ακολούθησε ο νικηφόρος πόλεμος στο Βαλτέτσι της 12-13 Μαΐου, όπου το μεγάλο βάρος του αγώνα κράτησαν στους ώμους τους οι κλεισμένοι στα ταμπούρια Μανιάτες, Μεσσήνιοι και λίγοι Αρκάδες, αλλά για τη νίκη άλλοι προβάλλονται. Το σώμα του Θ. Κολοκοτρώνη δεν έχει να επιδείξει καμία ιδιαίτερη επιτυχία, απλώς κράτησε τη θέση του. Ο ίδιος αναφέρει: "...εφθά σαμεν και ημείς εις ταις πλάταις των Τούρκων, ρίξαμεν μίαν μπαταριάν να εμψυχωθούν οι μέσα και οι μέσα εχάρηκαν και έρριξαν και εκείνοι, έρριξαν και οι Τούρκοι, έγεινε κρότος μεγά λος...Ημείς οι 800 εδυναμώσαμεν τον τόπον για να μη μας πάρουν τα οπίσθια οι Τούρκοι...".
Ανάργυρος Κουτσιλιέρης
Ο Γεώργιος Φίνλεϋ γράφει:
«Η έλλειψις συστήματος ήτις έκράτει παντού δπου ό Κολοκοτρώνης ήρχεν, ή άντεποιείτο τήν αρχήν, παρεκώλυσε τούς 'Ελληνας του νά καταλάβωσι μονίμους σταθμούς καί νά έγείρωσι προμαχώνας, τό όποίον θά έβίαζε τον έν 'Αργει στρατόν νά υποκύψη είς πάντα δρον τον όποιον θά έκρινον εύλογον οί 'Ελληνες να επιβάλωσιν. 'Εάν ό Κολοκοτρώνης είχε στρατηγικήν τινα ικανότητα, θά ήδύνατο ν' άποκόψη τήν άποχώρησιν του Δράμαλη, καί νά προασφαλίση τήν άμεσον παράδοσιν τής Ναυπλίας. 'Από ώρας είς ώραν ηύξανεν ό αρι­θμός τών Ελλήνων. Σχεδόν παν χωρίον έπεμψεν άγημα ένοπλων ανδρών είς τό μέρος όπου εγχώριος τις αρχηγός έθεώρει τήν άρίστην θέσιν όπως άποκόψη μερίδα τινά εκ της αποσκευής του σερασκέρη. Ή εμπροσθοφυλακή του Όθωμανικού στρατού συνίστατο έκ χιλίων Αλβανών. Οί άνδρες ούτοι, οίτινες είχον σπουδάσει τήν χώραν καθ' όσον προέβαινον μετά τού ενστίκτου φιλοπολεμων ορεινών, έτράπησαν τήν δυτικήν όδόν διά τής κοιλάδος τής Νεμέας, καί ειχον τόσον άγρυπνον τό όμ­μα, ώστε κατώρθωσαν νά παρέλθωσι τό στράτευμα του Κολοκοτρώνη τό τεταγμένον είς "Αη-Γιώργην άνευ ουδεμιάς αψιμαχίας. Δύσκολον νά εξα­κριβώση τις άν οί Μοραΐται έξέλαβον τούς Αλβανούς τούτους ώς σώμα Ελλήνων οπλιτών λόγω τής όμοιότητος του ενδύματος, ή άν άπέφυγον τήν συμπλοκήν προς παλαίμαχους πολεμιστάς, κ' επέτρεψαν αύτοίς νά διέλθωσιν ανενόχλητοι. Σώμα ιππέων του Δράμαλη, σταλέν περί τον αυτόν χρόνον όπως καταλάβη τό Δερβενάκι, εύρε τούς "Ελληνας περιχαρακωμένους είς τό στενόν. Ή πρώτη μοίρα τών Τούρκων έτράπη διά τούτο προς τήν όδόν τήν διά του Αγίου Σώστη. Οί προεξάρχοντες ιππείς σχεδόν εί χον φθάσει τήν άνοικτήν κοιλάδα κάτω του χωρίου Αη-Βασίλη, όταν ό Νικήτας, όστις ειχε σπεύσει ν' αντιμετωπίση αυτούς έξ Αγινόρους, έπέπεσεν είς τό πλευρόν των, κ' έρρίφθη είς τήν κοιλάδα πρό αυτών. Ό Νικήτας κατέλαβε θέσιν δεσπόζουσαν τής ζεύξεως τής όδού του "Αη-Σώστη μέ τήν έκ τών Δερβενακίων προκύπτουσαν. Τό λοιπόν του Ελληνικού στρατεύματος, τό όποίον ήκολούθει τον Νικήταν, ύπό τον Δίκαιον και Ύψηλάντην, προσέβαλε τών Τούρκων τό δεξιόν. Τό Όθωμανικόν ίππικόν προήλασε τολμηρώς, άλλ' έκάμφθη ύπό τό πυκνόν πυρ του εκλε κτού σώματος τών σκοπευτών έπί του χθαμαλού υψώματος τού καταληφθέντος ύπό του Νικήτα. Ό μικρός λόφος υπερείχε χαράδρας, δι' ής οί Τούρκοι έβιάσθησαν νά διαβώσιν. Α­γρία πάλη συνήφθη εις τό μέρος τούτο. Οί Ντελήδες έπροσπάθουν νά βιάσωσι τον δρόμον των μέ άπηλπι σμένην ανδρείαν, άλλ' οί "Ελληνες παρημπόδισαν τον δρόμον διά τής χαράδρας φονεύσαντες πλήθος ίππων, καί είτα σώρεύσαντες έπ' αυτών τά πτώματα τών ιππέων των. Ή προσβολή πολλάκις έπανελήφθη, καί έπί τέλους τοιούτοι αριθμοί έπίεζον είς τά πρόσω έκ τών όπισθεν, ώστε πάσα ύποχώρησις κατέστη αδύνατος. Έν άπηλπισμένον σώμα εκλεκτών ιππέων έξέφυγε τότε τούς 'Ελληνας, καί διά του ανοικτού εδάφους εις τήν πεδιάδα Κορτέσσα, κατώρθωσε νά σωθή είς Κό­ρινθον. Έπί τής χαράδρας τρομερά ήτο ή σφαγή. Σύγχυσις διεδόθη άνά πάσαν τήν γραμμήν τών Τούρκων. Οί 'Ελληνες πλευρικώς προσβάλλον­τες ταύτην έκάλυψαν τήν όδόν μέ τεθνεώτας καί τραυματίας. Τό πρώτιστον άντικείμενόν των ήτο ν' άποκόψωσι τάς άποσκευάς, νά βάλλωσι σκευοφόρους ήμιόνους, καί νά έξασφαλίσωσι τήν λείαν. Οί Τούρκοι έφυγον άλλοι άλλαχόσε, καταλείποντες τήν άποσκευήν των όπως άναχαιτίσωσι τήν καταδίωξιν του εχθρού. Όλίγοι ήδυνήθησαν νά προχωρήσωσιν αρκετά είς τήν άνωφέρειαν δύσβατου όρους, καί πας θάμνος έφαίνετο νά γέννά όπλίτας διά νά τούς κυνηγώσι. Πολλοί έγκατέλιπον τούς ίππους των, κ' έπέτυχον νά εύρωσι διά νυκτός τήν είς Κόρινθον άγουσαν. Μακραί σειραί σκευοφόρων ήμιό νων καί καμήλων, καί ικανοί ίπποι μέ πολυτελή έφίππια καί φάλαρα, συνελήφθησαν. Αμέτρητος ύπήρξεν ή λεία. Ή διαγωγή του Νικήτα εις τήν περίστασιν ταύτην άξίως έτυχε πολ­λών επαίνων. Έξετέλεσεν εύστοχον στρατήγημα μετά τάχους καί γενναιότητος. Ήρατο δέ καί τό γέρας προσωπικής ανδρείας έν τη μάχη, όρμήσας ξιφήρης εναντίον σώματος Τουρκικού πεζικού, τό όποίον έπροσπάθει νά σχηματίση όγκον όπως προσβάλη τήν θέσιν εκείνου. Οί στρατιώταί του τω έδωκαν τό όνομα Τουρκοφάγος, Οπως οί λεγεωνάριοι τής 'Ρώμης προσηγόρευον τον στρατηγόν των αυτοκράτορα' καί ό τίτλος αυτός άνεγνωρίσθη ύφ' όλων τών Ελλήνων. Ό Κανάρης, ό Μιαούλης, ό Μαρκο-Βότσαρης καί ό Νικήτας υπήρξαν άνδρες τούς οποίους ή ιδία ανδρεία και ή φιλοπατρία ανύψωσαν υπεράνω του φθόνου. Ή ήττα αύτη κατέπληξε τον Δράμαλην, μείναντα άργόν έπί όλην ήμέραν. Άλλ' επειδή ήτο αδύνατον νά παραμείνη είς τό πεδίον του 'Αργους, έπροχώρησε τήν 27 Ιουλίου διά τής όδού του Άγινόρους. Ή οδός αύτη έφρουρείτο υπό του άρχιμανδρίτου Δικαίου. Καθώς οί Τούρκοι σχολαίως α­νήρχοντο τήν άπότο μον άνωφέρειαν τής Κλεισούρας, ό αρχιμανδρίτης τούς έναντιώθη κατά μέτωπον, ό δέ Νικήτας καί Υψηλάντης, οίτινες είχον βα­δίσει προς ύποστήριξίν του έξ Αγίου Σώστη καί Αγίου Βασίλη, έπέπεσαν κατ' αυτών έκ τής αριστεράς πλευράς. Οί Τούρκοι τάχιστα έπεσον είς σύγχυσιν. Οι ‘Ελληνες κατά τήν περίστασιν ταύτην κατηύθυναν τήν προσοχήν των αποκλειστικώς είς τήν κτήσιν τής αποσκευής· κ' ένώ ήσχολούντο ν' άποκόψωσιν αυτήν άπό τής γραμμής τής αποχωρή σεως, έκλεκτόν σώ­μα Ντελήδων επέτυχε διά λαμπράς έπελάσεως νά καθάρη τό μέτωπον, καί κατέστησεν ίκανόν τον Δράμαλην, μετά του κυρίου σώματος, νά σωθή είς Κόρινθον. Άλλ' ό σερα σκέρης ήγόρασε τήν προσωπικήν του σωτηρίαν διά τής εγκαταλείψεως τών στρατιωτικών κιβωτίων του, καί τής όλης αποσκευής του στρατού του είς τούς 'Ελληνας.'Εάν οι 'Ελληνες είχον συνδυάσει τάς κινήσεις των μετά δεξιότητος, ουδέ εις άνήρ του Τουρκικού στρατού θά ήδύνατο νά διαφύγη. Ή άποχώρησις του σερασκέρη προεβλέπετο πολλάς ημέρας πριν άρχίση, καί έκαστος τών αρχηγών έλαβε μέτρα όπως προασφαλίση δι' εαυτόν καί τούς οπαδούς του μεγάλην ώς δυνατόν μερίδα λαφύρων άλλά γενικά μέτρα δέν έφηρμόσθησαν προς καταστροφήν του Τούρκικου στρατού, καί ουδέ πληρο­φορία μετεβιβάσθη περί τών κινήσεων του έχθρού άπό σώματος είς σώμα. Αί τιμαί τής νίκης πολλάκις επιτυγχάνονται ύπ' εκείνων οίτινες μικρόν μετέχουσι τής πάλης. Είς τήν παρούσαν περίστασιν, καίτοι τά στρατεύμα­τα τά ύπό τάς άμέσους διαταγάς του Κολοκοτρώνη δέν είχον μερίδα εις τά κλέη τής διημέρου μάχης, έκέρδησαν μεγάλην μερίδα έκ τής λείας, και ο Κολοκοτρώνης, επειδή έκαλείτο ό αρχιστράτηγος τής Πελοποννήσου, ένομίσθη ώς ό νικητής του Δράμαλη. Χιλιάδες Μοραΐται επέστρεψαν είς τά γενέθλια χωρία των πλουτισμένοι έκ τών λαφύρων, καί άπέδωκαν τήν καλήν τύχην των είς τήν στρατηγίαν του Κολοκοτρώνη. Τά φανταστικά στρατηγήματα του γηραιού κλέφτου έλέγοντο ύπό τών άμαθών οπαδών του ότι επέφεραν τον όλεθρον κραταιάς στρατιάς 30κισχιλίων ανδρών. Ή ιστορία, ήτις συχνά γίνεται ήχώ κομματικών παθών καί εθνικών προλή­ψεων, επανέλαβε τον μύθον.»
Πηγές: Γεωργίου Φίνλεϋ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ

Ο εκαντόταρχος Φραντζής γράφει για τα Δερβενάκια:
«Εις τας δύο συγκροτηθείσας αυτάς μάχας της 26ης και 27ης Ιουλίου μεταξύ των εχθρών και των Ελλήνων εις τα Δερβενάκια, είναι παράδοξον, κανείς Έλλην δεν εφονεύθη εκτός μόνον τρι ών ή τεσσάρων πληγωθέντων ελαφρά και ιαθέντων ακολούθως».
Ο Συνταγματάρχης Ζαμάνος έγραψε:
Στις 26 Ιουλίου οι Τούρκοι είχαν περίπου 4.000 νεκρούς. Το πώς συνέβη το έγραψε στρατιω τικός που μελέτησε το θέμα. Ο συνταγματάρχης Ζαμάνος, ο οποίος μελέτησε τα συμβάντα στα στενά των Δερβενακίων τονίζει "ούτε οι Έλληνες ούτε οι Τούρκοι επολέμησαν εις τα πολυθρύ λητα εκείνα στενά. Οι πρώτοι έσφαζαν τους δεύτερους". Δηλαδή οι αγουρίδες κάνανε το θαύμα τους. Οι Τούρκοι κρατούσαν τις κοιλιές τους και οι Έλληνες τους κόβαν τα κεφάλια.

Ο Ρήγας Παλαμήδης γράφει για τα Δερβενάκια:
«Ό Δράμαλης απελπισθείς άκούσας τήν άρνησιν του Μαυρομιχάλη καί στενοχωρηθείς έτι μάλλον άπό τήν έλλειψιν τών τροφών, απεφάσι­σε ν'άναχωρήση άπό τό 'Αργός. Τούτο μαθόντες οί 'Ελληνες ήτοιμάσθησαν νά τόν όδοκοπήσουν. "Οθεν συμπαραλαβών ό Υψηλά ντης τόν Κατσανόν, άδελφόν του Σαλαφατίνου, γνωρίζοντα τάς θέσεις τών Με­γάλων Δερβε νιών, τά όποία οί Δερβενοχωρίται έκυρίευσαν άπό τούς εχθρούς άφαιρέσαντες συγχρόνως άπό αυτούς καί τά κανόνια των, εκί­νησε πρός εκείνο τό μέρος. Άλλά φθάσας είς τό Στεφάνι (χωρίον είς τό στενόν τών μικρών Δερβενιών μεταξύ Κορίνθου καί Ναυπλίας, ολίγον υψηλότερα τών Κλεωνών), εύρε τόν Γρηγόριον Δικαίον καί τόν Νική­τα έλθόντα άπό τήν Στερεάν Ελλάδα. Ό Δράμαλης άφήσας τό Άργος καί τόν Άλή πασα είς τό Ναύπλιον, έστρά τευσε διά τά Δερβενάκια' ό Θ.Κολοκοτρώνης ευρισκόμενος έκεί διώρισε τόν Άντώνιον Κολοκοτρώνην μετά τών Άλωνιστιωτών καί Βυτινιωτών νά σταθώσι είς τό στενόν, αυτός δέ μετά τών σωματοφυλάκων του άνέβη είς τήν ράχιν του όρους νά όδηγή τόν πόλεμον. Οί Τούρκοι είς τήν πρώτην μεγάλην όρμήν των διέβησαν ώς 1600 τό στε­νόν καί έφθασαν είς θέσιν Κουρτέσα λεγομένην. Οί γενναίοι Άλωνιστιώται μετά τών συντρόφων των καί του άρχηγού των Ά. Κολοκο­τρώνη επιπίπτουν κατά τών λοιπών, κατακόπτουν πολλούς καί τούς οπισθοδρομούν, μή δυνάμενοι δέ νά διαβώσι κατέφυγον είς τό άλλο στενόν του Στεφανιού, άλλ' ό Υψηλάντης, ό Δικαίος καί ό Νικήτας κατέλαβον εμπρός τήν διάβασίν των. Οί Τούρκοι κατησχυμμένοι άπό άπελπισίαν καί πείσμα έν ταυτώ όρμούντες ν' ανοίξουν τό στενόν έπιπτον σωρηδόν. Μέ τόσον πείσμα έμάχοντο 'Ελληνες καί Τούρκοι, ώστε ήρχοντο καί είς πάλην. Ό Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Δικαί­ου, ήλθεν είς χείρας μέ ένα Σκοδριάνον καί ένώ έπάλαιον τίς νά ρίψη τόν άλλον εις άλλος φονεύει τόν Τούρκον. Βλέποντες οί Τούρκοι τόν μέγαν όλεθρόν των ώπισθοδρόμησαν, άλλ' είς τόν δύσβατον καί στενόν δρόμον οί "Ελληνες τούς κατεδίωξαν. Αυτοί τρέχοντες νά σωθώσι κατέπιπτον εις έπί του άλλου, άλλοι κρημνιζόμενοι καί άλλοι πυροβολούμενοι. Σωρός φονευμένων έμεινεν έκεί. Οί διασωθέντες άπό αυτήν τήν μάχην Τούρκοι επέστρεψαν είς τήν Γλυκείαν.Τήν άλλην ήμέραν ό Δράμαλης έδραμεν ν' άναβή τό Άγινόρι, διά νά διαβή εκείθεν είς τήν Κόρινθον. Ό Υψηλάντης, ό Νικήτας καί ό Δικαίος κατάσκοπεύσαντες τό κίνημα του έβγήκαν έμπροσθέν του. Άλλά οί Τούρκοι απεφάσισαν επιμόνως ή νά διαβώσιν ή όλοι νά μείνωσι εκεί. Κάμηλοι, ίπποι, ζώα φορτηγά καί οί φονευμένοι έμειναν είς τούς νικητάς, οίτινες υπερεπλούτησαν καί άπό χρήματα καί άπό άλλα λάφυ­ρα. Ό Δράμαλης έσώθη είς Κόρινθον. Ό Γεώργιος, ό Ιωάννης, ό Κατσάκος Μαυρομιχαλαίοι έτρεξαν είς αυτήν τήν μάχην, άλλά δέν έπρόφθασαν. "Οθεν ήλθον είς Κλένια μετά του Δικαίου. Οί Τούρκοι τρεις περίπου χιλιάδες μετ' ολίγας ημέρας ήλθον είς Καλύβια νά λάβωσι τροφάς, αποτυχόντες δέ ήρχισαν τόν πόλεμον, πλήν κατεδιώχθησαν κακώς έχοντες έως είς τούς Μύλους του μοναστηρίου.

Ο Στρατηγός Κανέλλος Δεληγιάννης μαρτυρεί:
Ό γέρων Μαυρομιχάλης καταλυπημένος καιρίως διά τον θάνατον του αδελφού του Κυριακούλη, άμα ειδοποιηθείς άπό τήν Κυβέρνησιν τήν κατά της Πελοποννήσου τρομεράν έκείνην έκστρατείαν του Δράμαλη καί αισθανόμενος τον κίνδυνον της πατρίδος, παραβλέψας δλα τά πολιτικά λάθη, άτινα προέκυψαν, συλλέξας αμέσως υπέρ τους 300 Μανιάτας καί 200 Πελοποννησίους, έξεκίνησε μετά τών αδελφών του Αντωνάκη καί Κωνσταντίνου καί μετά του υίού του Γεωργάκη καί έφθασαν εις τό 'Αργος (προ της εισβολής του Δράμαλη καί πριν του εις Τριπολιτσάν ερχομού του Κολοκοτρώνη). Συγχρόνως έφθασε καί ό Κρεββατάς μέ έπέκεινα τών χιλίων, ό Παπατσώνης μετά εξακοσίων, οι δύο αδελφοί μου Αναγνώστης καί Πανάγος μετά τριακοσίων, ό Σωτήρης Χαραλάμπης, ό Θεοχαρόπουλος καί ό Φωτήλας μέ έπέκεινα τών χιλίων, καί δλοι οί πρόκριτοι ευρέθηκαν έτοιμοι είς τήν έκστρατείαν έκείνην. Καί ένώ ό Κολοκοτρώνης έπιλάτευε τήν Γερουσίαν καί τήν κατεβασάνιζε μέ διαφόρους άπειλάς καί άλόγους απαιτήσεις καί τήν κατήντησεν ώστε απεφάσισε τήν διάλυσίν της, έφθασεν ή λυπηρά αγγελία, δτι ό Δράμαλης έφθασεν είς τό πεδίον τών Θηβών μέ έπέκεινα τών τεσσαράκοντα χιλιάδων Τούρκων καί έτι περισσοτέρων ζώων φορτηγών καί δτι φρίκη κατέλαβεν τους δσους είδον τοιούτον στρατόπεδον μακρόθεν. Η Εισβολή του Δράμαλη στην Αργολίδα αναγκάζει την Κυβέρνηση να Διατάξει την άμεση Αναχώρηση του Θ. Κολοκοτρώνη για το Μέτωπο. Άλλ' ό Κολοκοτρώνης, ή μή θέλων, ή έπροσποιείτο νά πιστεύση τάς αγγελίας ταύτας, μάλλον έσκληρύνετο καί άπαιτούσεν έκδίκησιν από την Κυβέρνησιν και άλλας μυρίας απαιτήσεις έπρότεινεν εις τήν Γερουσίαν. Αύτη δε διά τον επικείμενον κίνδυνον απεφάσισε νά κάμη πάσαν θυσίαν καί της αξιοπρεπείας της καί της θέσεως της, έκολάκευσε διαφοροτρόπως τήν ματαίαν φιλοδοξίαν του, διά νά μήν άκολουθήση καμμία ρήξις καί καταστραφή ή πατρίς. Άλλ' ουκ ήβουλήθη συνιέναι! Έφθασε καί δευτέρα είδησις, δτι ό εχθρός διήλθε διά τών Δερβενίων άνευ προσκόμματος ή αντιστάσεως από τά ευρεθέντα εκεί στρατιωτικά σωμάτια άτινα διεσκορπίσθησαν έκ τής φρίκης καί του τρόμου καί άπήρχοντο εις τά ίδια καί δτι έφθασεν εις τήν Κόρινθον! Καί τούτο πάλιν δεν ήθελε νά τό πιστεύση καί έμενεν ακίνητος είς τήν Τριπολιτσάν καί εμπόδιζε τρεις σχεδόν χιλιάδας στρατιώτας. Ότε δε έφθασε καί ή τελευταία αγγελία δτι έφθασαν οί εχθροί εις τήν Αργολίδα, καί ενα σώμα εισήλθεν εις τό φρούριον του Ναυπλίου, καί είδεν τους πολίτας δλους κατεταραγμένους, τους λαούς απελπισμένους καί τους στρατιώτας καταλυπημένους, τότε καί ή Γερουσία έτόλμησε πλέον καί τον ώμίλησεν μέ πολλήν αυστηρότητα λέγων προς αυτόν, δτι πρέπει έκείνην τήν στιγμήν νά αναχώρηση εκείθεν, καί ούτως άνεχώρησεν άκων διά τον Άχλαδόκαμπον. Ο Κολοκοτρώνης Συναντά τους Αρχηγούς, στην καμμένη γη της Αργολίδας. Αρνείται να συμπαραταχθεί. Μετέβη στη Νεμέα. Τέσσερες ώρες μακράν του Πεδίου Σύγκρουσης και 'Ηττας της στρατιάς του Δράμαλη. Τον Υψηλάντην, τον Παπατσώνην καί άλλους έκ τών προκρίτων, έκαστος μέ εν μέρος στρατιωτών, οίτινες τον παρέστησαν τό μέγεθος του κινδύνου, λέγοντες προς αυτόν άπαντες άποτόμως, δτι νά παύση από τοιούτους παραλογισμούς, καθότι είς τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν, άν διαλυθή καί αυτή ή μικρά εκείνη σκιά τής Κυβερνήσεως, καθώς αυτός έφρόνει τότε, άπόλλυται ή πατρίς καί άλλας πολλάς φρονίμους παρατηρήσεις. Φθάσας ούν εκεί εύρε τον Πετρόμπεην, τον Θάνον Κανακάρην, τον του έκαμαν κολακεύοντες εύσχήμως την κουφόνοιάν του, ώστε πειθόμενος και αυτός ιδίως δτι δεν ήδύνατο νά κατορθώση τι περισσότερον, καθότι και αυτοί οί ύποθετόμενοι φίλοι του, ή μάλλον οί κόλακές του, βλέποντες τον άναπόφευκτον δλεθρον της πατρίδος και μη έλπίζοντες πλέον τίποτε από αυτόν ή από άλλον, άν οί Τούρκοι κατέκτων την Πελοπόννησον, τον είπον πλέον και αυτοί, ότι νά παύση άπό τοιούτους παραλογισμούς, και νά ρίψουν όλοι την προσοχήν τους διά τήν σωτηρίαν μόνον τής πατρίδος. Τέλος συσκεφθέντες άπαντες απεφάσισαν ώστε νά καταλάβουν τάς όχυρωτέρας θέσεις, τάς όρεινάς πέριξ του 'Αργους, νά συγκεντρωθούν έκεί διά νά άπαντώσι πάν κίνημα του έχθρού άμυντικώς και πάσαν προσβολήν, νά τον έπασχολούν μεχρισότου φθάσουν όλων των επαρχιών τά στρατεύματα και τότε κοινή γνώμη νά γίνη τό γενικόν σχέδιον μιας συστηματικής μάχης. Απεφασίσθη δέ παρά πάντων νά καταλάβουν και τό έρειπιωμένον φρούριον Λάρισαν, κείμενον άνωθεν του Αργους, νά συγκεντρώσουν και έκεί μικράν τινα δύναμη προς άντίκρουσιν τών κινημάτων του έχθρού,.. και τον βράχον άνωθεν τών Μύλων εις τον Κεφαλάρην ή Κεφαλόβρυσον του 'Αργους. Και αμέσως κατέλαβον τό φρούριον ό Αντώνης Κουμουστιώτης, ό Καραγιάννης Μανιάτης, και ό Αναγνωστόπουλος Ανδριτσάνος μέ έπέκεινα τών 100 στρατιωτών. Συγχρόνως δέ έτρεξε φιλοτιμούμενος και ό 'Υψηλάντης, λαβών μεθ' έαυτού και τον Πάνον Κολοκοτρώνην, ευρεθέντα τυχαίως έκεί, επίσης και οί δύο υιοί του Πετρόμπεη Γεωργάκης και Ιωάννης, όλοι αυτοί μέ έπέκεινα τών 300 αλλά ούτε τροφάς είχον ουδέ νερόν παρά μ' όσα φυσέκια είχεν έκαστος επάνω του. Ό γέρων Μαυρομιχάλης μ' όλους τους άνω είρημένους προκρίτους έσύστησαν τό γενικόν στρατόπεδον και συνεκεντρώθηκαν άνωθεν το Κεφαλάρη. Αλλά προτού καταλάβη ό εχθρός τήν Αργολίδα και προτού αναχωρήση ό Κολοκοτρώνης από την Τριπολιτσάν έστειλαν αυτοί άπαντες εκ συμφώνου και κατέκαυσαν δλα τά δεμάτια του 'Αργους και δλων των χωρίων του κάμπου, τά οποία έάν εύρισκαν οί εχθροί ήθελον προμηθεύσει ενός έτους τροφάς του στρατοπέδου των."Οσα λοιπόν στρατεύματα ήρχοντο από τάς επαρχίας συνεκεντρούντο άνωθεν του Κεφαλάρη, ό δε Κολοκοτρώνης διέμενεν εισέτι εις τον Άχλαδόκαμπον μέ χιλίους ως έγγιστα στρατιώτας της απείθειας και αναρχίας, οίτινες τον ήκολούθουν κατά την ανέκαθεν συνήθειάν του, κατά την κοινήν παροιμίαν (μακράν από τά μουρτάρικα) και άφού τον έγραφον τετράκις και πεντάκις της ημέρας οί ανωτέρω νά προφθάση και αυτός εις τό Γενικόν Στρατόπεδον, αναγκασθείς δε και άπό τους οικείους του, άνεχώρησε μεν εκείθεν, άλλ' αντί νά υπάγη εις τον Κεφαλάρην δπου ήτον ή ανάγκη, απήλθε λοξώς προς τό δυτικοβόρειον μέρος του 'Αργους και ύπήγεν εις τον Αγιον Γεώργιον (Νεμέαν) τεσσάρας ώρας απέχων του 'Αργους, διά νά προσέχη δήθεν εκείθεν (ώς έλεγε και έγραφε) τά κινήματα του έχθρού!
Ο Χριστόφορος Περραιβός μαρτυρεί:
Ό δέ Δημήτριος "Υψηλάντης, μετά πολλάς νουθεσίας και παραγγελίας πατριωτικάς, έπεμψε πρός αυτόν εγγράφως τούς τελευταίους τούτους λόγους. «"Αθεό­φοβε ! επήρες τήν πατρίδα είς τόν λαιμόν σου΄ οί Τούρκοι εμβήκαν είς τήν Κόρινθον και αύριον ίσως είναι έδώ" όψει έν ήμερα κρίσεως». Μετά δέ τήν παραλαβήν του αισθαντικού τού­του γραμματίου, διέβη άπό Τριπολιτζάν είς "Αργός. Ό Ύφηλάντης δμως, διά νά ρίψη δλην τήν προσοχήν του έχθρού είς τό παρημε λημένον φρούριον του "Αργούς, άφού έμβήκε μέ τε­τρακόσιους "Ελληνας, έχων μεθ' έαυτού και ένα υίόν του Πέ­τρου Μαυρομιχάλη και έτερον του Κολοκοτρώνη, παρήγγειλε νά καλέσουν τά δπλα άφ' δλων τών επαρχιών της Πελοποννή­σου και νά μήν αφήσουν τόν έχθρόν νά προχώρη ση περαιτέρω, διότι αδύνατοι οδσαι αί έπαρχίαι και μεμονωμένοι άφανίζονται μία κατόπιν της άλλης. Βλέπων ό εχθρός τότε τάς καθημερινάς στρατολογίας τών Ελλήνων, απεφάσισε νά κυρίευση μέ εφοδον τό ρηθέν φρούριον. Άλλ’ οσάκις έφώρμησε πάντοτε απέ­τυχε μέ ίκανήν ζη μίαν΄ άφ' δσας δέ τροφός έφερε μαζί του μέ καμήλους και φορτηγά ζώα, μέρος μέν ίκανόν επεμ ψεν είς τούς έν Ναυπλία λιμώττοντας έκ της πρό μικρού διαλυθείση; πολιορκίας, αί δέ λοιπαί, δια τάς συνήθεις καταχρήσεις των, ολίγας ημέρας διήρκεσαν επειδή είχε βεβαίας πληροφορίας δτι έξεκίνησαν αλλαι πλειότεραι άπό τήν Θεσσαλίαν, καθώς και τωόντι ην αληθής ή είδησις. Άλλ' ό Όδυσσεύς, και αν δέν έδυνήθη νά εμπόδιση τήν εσοδον τών Τούρκων, ουσαν πολυά ριθμον, τάς τροφάς δμως δλας ήρπασε μετά ταύτα καθ' όδόν' και οδτω τό στρατόπεδον, στερού μενον τροφών, κατήντησε νά τρώγη φύλλα τών αμπέλων και διαφόρων δένδρων. Ή ελεεινή αύτη κστάστασις τους εφερεν εις τοιαύτην άμηχανίαν και χαύνωσιν, ώστε τό στρατιωτικόν άρχισε νά γογγύζη κατά τών αρχηγών και δέν ύπήκουε πλέον τάς διαταγάς των και ούτως απε φάσισαν τήν γενικήν διάλυσιν τού στρατοπέδου και φροντίδα διά τήν ασφαλή εξοδον τών στρατευμάτων.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΕΡΡΑΙΒΟΥ- ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ( Α ).

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ιμπραήμ-Μανιάκι-Μακρυπλάγι-Τρίπολη-Μύλοι-Τρίκορφα.

Ό αρχιμανδρίτης Δίκαιος (Παπά Φλέσσας) διετέλει εισέτι υπουργός τών Εσωτερικών. Ήτο ό πλέον ανήθικος άνθρωπος του κόμματός του, και είχε χρηματίσει, μετά του Κωλέττη, ό βιαι ότερος διώκτης τών Πελοποννησίων αρχηγών. Ή καθολική άγανάκτησις, ή εκφραζόμενη τανυν κατά τής διαγωγής του, τόν έπεισεν ότι θά ήτο έπι κίνδυνον δι' αυτόν νά μείνη έν Ναυπλίω, όπου ό ακόλαστος βίος και ή μεγάλη πλε ονεξία του τόν επεδείκνυον ώς τό πρώτον άντικείμενον τής έκδικήσεως του λαού, και τόν αποδιοπομπαίον τράγον τών αμαρτιών τών συναδέλφων του. Ό άρχιμανδρίτης ήτο άμοιρος ιδιωτικής αρετής και πολιτικής χρηστότητος, άλλ' ήτο άνθρωπος δραστήριος και γενναίος. 'Ισως, προσέτι, κατά τήν κρίσιμον ταύτην στιγμήν συναίσθημα τι αισχύνης τόν ώθησε νά εξαγόράση τάς προτέρας κακοπραγίας του διά τίνος πράξεως φιλο πατρίας. Έζήτησεν άδειαν νά βαδίση εναντίον τών Αιγυπτίων, καυχηθείς δτι θά νικήση τόν Ίμπραΐμ ή θ' άποθάνη έν τή μάχη. Ή άδεια προθύμως εδόθη, καίτοι μι­κρά έκράτει εμπιστοσύνη έπί τήν στρατιωτικήν διαγωγήν του. Κατέλιπε τό Ναύπλιον έν μεγάλη παρατάξει, συνο δευόμενος ύπό σώματος παλαιών στρατιωτών καί όταν έφθασεν εις τό χωρίον Μανιάκι, έπί τών ανατο­λικών λόφων τών Γαργαλιάνων, ή δύναμίς του υπερέβαινε τούς τρισχιλίους.Ό παράτολμος ιερεύς δέν είχε στρατιωτικήν γνώσιν, άλλά μόνον άνδρείαν.'Εταξε τά στρα τεύματα του εις κακώς έκλεχθείσαν θέσιν, κ' έπερίμεινε τήν έπίθεσιν του Ίμπραΐμ, όστις έπρο χώρησεν αυτοπροσώπως προς άλωσιν τής θέσεως, ηγούμενος έξακισχιλίων ανδρών, τήν 20 Μαΐου. Πολ­λοί έκ τών οπλιτών του Παπαφλέσσα, βλέποντες τήν ύπέροπλον δύναμιν τών Αιγυ πτίων, έλιποτάκτησαν διά νυκτός, καί μόνον χίλιοι πεντακόσιοι έμειναν. Οί τακτικοί του πασσά ώδηγήθησαν ίνα κυριεύσωσιν έξ εφόδου τά Ελληνικά χαρακώματα έν γενναία τάξει, βραχεία δέ καί άπηλπισμένη πάλη έπηκολούθησεν. Οί 'Ελληνες έξεβιάσθησαν έκ τής θέσεώς των πριν φύγουν. Ή μάχη ύπήρξεν ή άριστα συγκροτηθείσα κατά τόν πόλεμον, διό­τι χίλιοι 'Ελληνες έπε σον ύπό τάς Άραβικάς λόγχας, καί τετρακόσιοι 'Α­ραβες έκειντο νεκροί έπί του πεδίου. Μεθ' ό λην τήν ήτταν καί τήν βαρείαν ζημίαν ην υπέστησαν οί Ελληνες, απεκόμισαν κλέος καί θάρσος έκ τής μάχης του Μανιακίου. Τό έθνικόν φρόνημα, τό όποιον μεγάλως ειχεν έκπέση έκ τής φυ γής τών Ρουμελιωτών, καί έκ τής ευκολίας μεθ' ης οί Αιγύπτιοι είχον κυριεύσει τήν Σφακτη ρίαν, πάλιν άνεζωπυρήθη ώς είδον τόσω μεγάλην φθοράν προξενηθείσαν έπί τής στρατιάς του Ίμπραΐμ ύπό σώματος ανδρών συνισταμένου κατά μέγα μέρος έξ ένοπλων Μοραϊτών χωρικών. Όλίγιστα άνεμένοντο άπό τόν Δίκαίον ώς στρατιωτικον άρχηγόν. Είχεν εκλέξει κακώς τήν θέσιν του, καί δέν έγνώριζε πώς νά κατασκευάση κατάλληλα χαρακώματα, άλλ' είχε δώσει εις τούς οπαδούς του παράδειγμα λαμπράς γενναιότητος, καί άπέθανεν ευγενώς εις τήν θέσιν του. Τό αποτέλεσμα έπεισε τούς 'Ελληνας ν' άναμένωσι μεγάλην νίκην, όταν οί Πελο ποννήσιοι όπλίται θά κατήρχοντο εις τό πεδίον ύπό τόν δεδοκιμασμένον πρό μαχόν των Κολοκοτρώνην.Ό ακάματος Ίμπραΐμ δέν έχασε καιρόν νά ώφεληθή έκ τής νίκης του. 'Αφού έπέτρεψεν εις τούς στρατιώτας του νά λαφυραγωγήσωσι τήν πόλιν Άρκαδίαν, έβάδισε προς κατάληψιν του Νησιού καί τών Καλαμών, τά οποία οί Μανιάται, οί Σπαρτιάται αύτοκαλούμενοι, έγκατέλιπον εις τήν προσέγγισίν του. Τήν 29 Μαΐου έκαμε μικράν έπιδρομήν εις τήν Μάνην, αλλά βλέπων τούς ορεινούς παρεσκευασμένους νά τω διαφιλονικήσωσι τήν πρόοδον, δέν έπροχώρησε περαιτέρω τών Κιτριών.Ό Κολοκοτρώνης ήτο νυν έπί του πεδίου. Λέγεται δτι ηθέλησε νά κατεδαφίσει τά τείχη καί τήν άκρόπολιν τής Τριπολιτσας, άλλά τό έκτελεστικόν σώμα ήρνήθη νά έγκρίνη τό μέτρον τούτο, φόβω μήπως θά έτεινε μάλλον εις τό νά καταστήση τόν Κολοκοτρώνην κύριον του Μορέως ή προς ύπεράσπισιν τής χώρας εναντίον τού Ίμπραΐμ Πασσα!. Ό Κολοκοτρώνης ενήργησε τάς ετοιμασίας του προς ύπεράσπισιν τών διόδων τών μεταξύ Μεσσηνίας καί Αρκαδίας, ίδρύσας άποθήκας εις Λεοντάρι, καί πήξας τό στρατηγείο του εις Μακρυπλάγι, Οπου τά στρατεύματά του κατεσκεύασαν τά ταμπούρια των ή λίθινα όχυρώματα προς κάλυψιν τής κλεισωρείας. Ή δύναμίς του ήτο πολυάριθμος, άλλ' αυτός ήτο άνεπιτήδειος να τήνμετα χει ρισθή επωφελώς. Χίλιοι 'Ελληνες είχον ταχθή εις Πολιανήν, χωρίον δεσπόζον δύσκολου τινός παρόδου έπί τών βορείων κλιτύων του Ταϋγέτου. Πλήν μεθ' όλον τό πλεονέκτημα του ε δάφους, ό Κολοκοτρώνης έθηκε τάς διατάξεις του τόσον κακώς, ώστε έπέτρεψεν εις τούς Αιγυ πτίους νά κάμψωσι τό πλευρόν του. Ό αρχιστράτηγος τής Πελοποννήσου πάντοτε έφαίνετο άδαέστερος τής Ελληνικής τοπογραφίας ή ό Αίγύπτιος πασσάς. Τό στράτευμα εις Πολιανήν αφέθη χωρίς τρόφιμα. Οί άξιωματικοί του, οίτινες συνήθως πορίζονται μέγα κέρδος έκ τών προσθέτων μερίδων τάς οποίας λαμβάνουσιν, έσπευσαν εις Μακρυ πλάγι διά νά ελέγξωσι τόν Κολοκοτρώνην διά τήν παράλειψίν του, τήν οποίαν άποδίδουν εις τήν φιλαργυρίαν του. Ό Ίμπραΐμ έπωφελήθη έκ τής αταξίας ταύτης. Προχωρήσας δι' άβάτου σχεδόν ορεινής άτραπού, κατέλαβε τήν Πολιανήν καί τήν 4 Ιου νίου έβίασε τούς 'Ελληνας νά έγκαταλίπωσι τήν πόν Μακρυπλάγι. Ή υπεροχή του Ίμπραΐμ έπί του Κολοκοτρώνη ως στρατηγού, καί τό υποδεέστερον τών άτακτων Ελληνικών στρατευμάτων προ τών τακτικών Αραβικών ταγμάτων, ουδέποτε έπεδείχθη κατά τρόπον άποφασιστικώτερον. Οί 'Ελληνες είχον εκλέξει τάς ιδίας θέσεις εις χώραν σχεδόν άβατον, μέ τήν οποίαν ήσαν έξω κοιωμένοι. Καί κατετροπώθησαν ύπό ξένης δυνάμεως, ήτις δέν ήδύνατο νά κάμη χρήσιν του ιππικού καί του πυροβολικού της, καί έπί εδάφους όπου καί τακτικόν πεζικόν ήτο βιασμένον νά ένεργήση έν αραιά τάξει εις άκροβολισμούς. Ό Κολοκοτρώνης ήτο ίσως καλλίτερος στρα τιωτικός αρχηγός άπό τόν Παπαφλέσσαν, άλλ' έστερείτο τής ανδρείας και τής φιλοπατρίας εκεί νου.Ό Ελληνικός στρατός έφυγεν εις Καρύταιναν, καταλιπών άνυπεράσπιστον τήν εις Τρίπολιν όδόν καί ό Ίμπραΐμ, φθάσας εις τήν πόλιν ταύτην, τήν εύρεν έγκαταλελειμμένην άπό τούς κατοίκους καί τήν φρουράν της. Περιείχε μεγάλας άποθήκας τροφίμων, τάς οποίας οί φρουραρχοΰντες είχον παραμελήσει νά καταστρέψωσι. Χωρίς νά χάση στιγμήν, ό πασσάς έβάδισε προς τήν πεδιάδα του Άργους μετά πεντακισχιλίων περίπου αν­δρών, έλπίζων νά κυριεύση τό Ναύπλιον ή δι' έξαφνισμού ή διά προδοσίας.Τήν 12 Ιουνίου έφθασεν εις τούς Μύλους τής Λέρνης. Τό Ναύπλιον είχε περιέλθη εις κατάστασιν αλλόκοτου συγχύσεως διά τής απροσδόκη­του εμφανίσεως του. Φήμη περί προδοσίας διεσπάρη μεταξύ τών πολιτών, καί διάφορα πρόσωπα κατηγορούντο ώς έχοντα άνταπόκρισιν προς τόν έχθρόν. Μεταξύ τούτων ήτο ό Γεώργιος Όρφανίδης, φίλος του Κωλέττη, όστις έδικάσθη καί ήθωώθη. Ή φιλοπατρία του λαού έξηγέρθη εις τήν αίσθησιν του μεγέθους του κινδύνου, του έπικρεμαμένου εις τήν πατρίδα. Ό Καπετάν Μακρυγιάννης, καί ό Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ό ύστερον φονεύς του Καποδίστρια, μετά τριακοσίων καί πεντήκοντα περίπου στρατιωτών, έσπευσαν νά ύπερασπισθώσι τούς Μύλους τής Λέρνης ευθύς ώς άνεφάνησαν έπί τών υψωμάτων οί Αιγύπτιοι. Ό πρίγκιψ Δημήτριος Υψηλάντης καί ικανοί Φιλέλληνες ήκολούθησαν ώς έθελονταί. Μεγάλη ποσότης σίτου εις προμήθειαν τής Ναυπλίας ήτο αποταμιευμένη έν Λέρνη. Ή απώλειά της θά διεκύβευε τήν άσφάλειαν τής όχυράς εκείνης πόλεως.Οί Μύλοι τής Λέρνης ήσαν περικυκλωμένοι διά λιθίνου τείχους, πλη­σίον του οποίου κείται ή περίφημος λίμνη μετά βαθέος τενάγους. Ή φρουρά ύπεστηρίζετο ύπό δύο κανονιοφόρων ήγκυροβολημένων εντός βολής τουφεκίου άπό τής ξηράς. Ύπήρχεν εντούτοις μικρόν ρήγμα είς τό τείχος, τό όποιον οί 'Ελληνες, μέ τήν συνήθη όλιγωρίαν των, είχον παραμελήσει νά επισκευάσουν. Διά του χάσματος τούτου λόχος Αρά βων έδοκίμασε νά εισχώρηση είς τόν περίβολον. Συνηθροίσθησαν έπί του ρήγματος, καί προσεπάθησαν νά σχηματισθώσιν έν τή αυλή' άλλά πριν δυνηθώσι νά μορφωθώσιν είς τάξιν, ό Μακρυγιάννης καί σπείρα Ελλήνων καί Φιλελλήνων έπέπεσον ξιφήρεις, κατέκοψαν έπί τόπου δεκατρείς, κ' έξήλασαν τούς λοι­πούς έξω του χάσματος. Οί 'Ελληνες τότε κατέλαβον τό τείχος του περιβόλου, καί ήνοιξαν πολεμίστρας. Ό Ίμπραΐμ, βλέπων δτι ή φρουρά ήτο αποφασισμένη είς άπηλπισμένην άμυναν, καί ελάμβανε συνεχώς επικου­ρίας, δέν έτόλμησε ν' ανανεώση τήν έπίθεσιν. Έβάδισεν είς τό 'Αργος όπως διανυκτέρεύση· καί άφού έμεινεν έκεί έπί μίαν ή δύο ημέρας, καί κατώπτευσε τά πέριξ τής Ναυπλίας, επέστρεψε μετά τής μικράς στρατιάς του εις Τριπολιτσάν τήν 17 Ιουνίου, χωρίς ν' άποτολμήσωσιν οί Έλληνες νά τόν προσβάλωσι καθ' όδόν.Επειδή ό Ίμπραΐμ δέν έκόμιζε μεθ' εαυτού τροφάς είς τήν εκστρατείαν ταύτην, έπιστεύθη δτι έβασίζετο εις τινα μυστικήν συνεννόησιν, καί ήλπιζε νά είσέλθη εις τό Ναύπλιον διά προδοσίας. Φαίνεται δμως δτι ύπελόγιζε μάλλον είς έξαφνισμόν καί έκφόβησιν. Ή άφιξις του πλοιάρχου Άμιλτώνος έπί του «Κάμπριαν», συνοδευόμενου ύπό άλλης φρεγάτας καί πολεμικής όλκάδος, φαίνεται δτι επέσπευσε τήν άναχώρησίν του. Ό Άμιλτών άπεβιβάσθη είς Ναύπλιον μετά τίνων έκ τών αξιωματικών του, καί συνδιελέχθη κατ' ιδίαν μέ τά μέλη τής Ελληνικής κυβερνήσεως. Τούς ενεθάρρυνε νά θέσωσι τήν πόλιν είς άρίστην κατάστασιν αμύνης· καί έλαβε τοιαύτην θέσιν μετά τών πλοίων του, ώστε έκαμε τούς τε Έλληνας καί τούς Αιγυπτίους νά συμπεράνωσιν δτι έπροτίθετο νά βοηθήση είς τήν άμυναν του φρουρίου. Φήμη τις διεδόθη, καί γενικώς έπιστεύθη κατ' εκείνον τόν χρόνον, ότι, έν περιπτώσει επιθέσεως, οί Έλληνες είχον έντολήν νά ύψώσωσι τήν Άγγλικήν σημαίαν, καί νά θέσωσι τήν χώραν των ύπό τήν Βρετανικήν προστασίαν. Ό Ίμπραΐμ, όστις έπληροφορείτο περί πάντων τών συμβαινόντων, απεχώρησε πάραυτα· άλλ' άπεμάκρυνε τά στρατεύματά του άνευ σπουδής, κ' έλαβε τοιαύτας προφυλάξεις νά εξασφλίση τά πλευρά τoυ, ώστε ό Κολοκοτρώνης, μεθ' δλων τών δυνάμεων του Μορέως, δέν επειράθη νά καταστήση τήν Κακήν Σκάλαν του Παρθενίου δρους σκηνήν θριάμβου διά τούς Έλληνας, δπως τήν κλεισώρειαν τών Δερβε νακίων. Ο στρατός του Ίμπραΐμ έλαβε μεγάλας επικουρίας ολίγον μετά τήν έπάνοδόv του είς Τριπολιτσάν.Φθίνοντος του Ιουνίου, ό Κολοκοτρώνης είχε συναθροίσει υπέρ τούς δεκασχιλίους άνδρας έπί τών υψωμάτων τών υπερκείμενων του μεγάλου Αρκαδικού πεδίου. Τότε κατέλαβε τά Τρίκορφα, καί ήρχισε νά παρακευάζη τά προς άποκλεισμόν τής Τριπόλεως. Ό Ίμπραΐμ, τήν 24 Ίουλίου προέλαβε τά σχέδιά του ένεργήσας ταυτόχρονον έπίθεσιν καθ' δλων τών θέσεων του. Ό πασσάς διηύθυνε τήν κατά τών Τρικόρφων έπίθεσιν αυτοπροσώπως. Ό Κολοκοτρώνης έκαμεν ασθενή άντίστασιν, άλλ' οί 'Ελληνες έχασαν διακόσιους, ών οί πλείστοι έφονεύθησαν έν τή φυγή, άφού έγκατέλιπον τά χαρακώματά των. Ό Ελληνικός στρατός ήττήθη κατακράτος, άλλ' οί στρατιώται ήσθάνοντο δτι ένικήθησαν ένεκα τών κα­κών διατάξεων τών αρχηγών των, καί δέν διεσκορπίσθησαν. 'Επιsυνήχθησαν εις τάς στενωπούς του δρους τάς άγουσας είς τό μέγα Άρκαδικόν πε­δίον, καί έδειξαν διά τής δραστικότητος καί καρτερίας των δτι έχρειάζοντο μόνον ίκανώτερον αρχηγόν, όπως τηρήσωσι τόν Ίμπραΐμ έν άποκλεισμώ είς Τριπολιτσάν. Μετά τήν ήτταν του, ό Κολοκοτρώνης προσεκάλεσε τούς Μανιάτας νά σπεύσωσιν είς βοήθειάν του, δηλώσας ότι ειχεν ακόμη τετρακισχιλίους άνδρας ένοπλους είς Καρύταιναν, καί τρισχιλίους είς Βέρβαινα.Ό Κολοκοτρώνης, μέ τήν συνήθη στρατιωτικήν ανικανότητά του παρημέ λησε νά όχυρώση τούς μύλους τής Πιάνας, τών Ζαρακόβων καί Ντάβιας, ά πό τών οποίων ή φρουρά τής Τριπολιτσάς ήρύετο τάς αναγκαίας προμηθείας αλεύρου. Ή πολιορκία τής Τριπολιτσάς ύπό τών Ελλήνων ώφειλε νά τόν είχε διδάξει τήν σπουδαιότητα τής κατοχής τών μύλων τού­των άλλ' ακόμη καί ή πείρα δέν ήδύνατο νά τόν διδάξη τήν πρόνοιαν όπου δέν είχεν άμεσον προσωπικόν συμφέρον. Ό Αιγύπτιος πασσας έπωφελήθη τήν όλιγωρίαν του έχθρού του. Κατέλαβε καί ώχύρωσε τούς μύλους τού­τους, κ' έξησφάλισε τήν συγκοινωνίαν των μέ τήν Τριπολιτσάν διά σειράς σταθμών έπί τών ορέων. Οί πρόσκοποι καί οί προνομείς του έκάλυψαν είτα τάς Άρκαδικάς πεδιάδας άπό Μαντινείας είς Μεγαλόπολιν, καί συνέλεγον μεγάλας πο σότητας σιτηρών.Τήν 27 Ιουλίου ό Ίμπραΐμ έξήλασε τόν Υψηλάντην καί Μαυρομιχάλην έκ του στρατοπέδου τών Βερβάίνων, έγκατέστησεν ίσχυράν φρουράν είς Λεοντάρι, κ΄ έπέστρεψεν είς Μοθώνην τήν Ιην Αυγούστου. Ευθύς μετά τήν άναχώρησίν του έκ τής Αρκαδίας, οί Ελληνες προκατέλαβον τόν σταθμόν τών Τρικόρφων, καί άνέκτησαν τούς μύλους Πιάνας καί Ζαράκοβας· άλλ' όταν ό Ίμπραΐμ έπανέκαμψεν είς Τρίπολιν, περί τά μέσα τού μη­νός, καί πάλιν έξώσθησαν έκ τών κατακτήσεών των.Ό Ίμπραΐμ τότε ώδήγησε τά στρατεύματά του διά Τσακωνιάς είς Μονεμβασίαν, έρημώσας τήν χώραν πανταχόσε. Οί 'Ελληνες ούδαμού άντέστησαν μετά ρώμης. Τό φρόνημα των έφαίνετο νά εξέπεσε, καί ήρκούντο νά παρακολουθώσι τά πλευρά καί τήν ούραγίαν του, όπως παρεμποδίζωσι τούς προνομείς καί άνακτώσι μικράς μερίδας τών λαφύρων του. Είχε τανύν πρόθεσιν νά καταστρέψη τούς πόρους του πληθυσμού. Οί Αιγύπτιοι διεξήγον πόλεμον έξολοθρεύσεως· οί 'Ελληνες άπήντων διά κλεφτοπολέ­μου. Τό άκρον αποτέλεσμα τοιούτου πολεμικού συστήματος ήτο άναπόδραστον. Οί επιδρομείς έτρέφοντο δι' επισιτισμού έκ τών έξω' ή χώρα δέν ήδύνατο πλέον έπί πολύ νά παράσχη τά μέσα τής διατηρήσεως είς τούς υπερμάχους της. Ή πείνα ώς τάχιστα θά έφθειρεν εκείνους όσοι διέφυγον τήν ρομφαίαν.Κατά τήν είς Τσακωνιάν έκστρατείαν, ό συνταγματάρχης Φαβιέρος, όστις είχε διορισθή σωματάρχης Ελλήνων τακτικών, έκαμεν άπόπειραν προς άλωσιν έξαπίνης τής Τριπολιτσάς. Άπέτυχεν ένεκα τής παραλείψεως τών ατάκτων, τών ύπό τόν Ανδρέαν Λόντον, οίτινες δέν έξετέλεσαν τόν συμπεφωνημένον άντιπερισπασμόν.Έπιστρέψας είς Τριπολιτσάν, καί εύρών τά πάντα έν καλή τάξει, ό Ίμπραΐμ έβάδισεν είς Αρκαδίαν (Κυπαρισσίαν), αποκομίζων όλας τάς τροφάς έκ τών διαμερισμά των δι' ών διήρχετο, καί έρημώσας τάς πόλεις Φιλιατρά καί Γαργαλιάνους. Ή στρατεία του 1825 έληξεν, όταν έφθασεν είς Μεθώνην τήν 18 Σεπτεμβρίου.Ό Μεχμεταλής παρεπείσθη ύπό του Σουλτάνου ίνα πέμψη μεγάλας επικουρίας είς τόν Ίμπραΐμ περί τόν χρόνον τούτον, καί τόν διάταξη νά συνεργασθή μετά του Ρεσίτ Πασσά είς τήν πολιορκίαν του Μεσολογγίου.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΙΝΛΕΫ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Γενικός Αρχηγός-Η Κυβέρνηση Αρνείται την Ισοπέδωση των Τειχών της Τρίπολης-Δεν Διατάσσει όμως την Υπεράσπισή της.

Καθώς εσυνάχθηκε το Εκτελεστικό και Βουλευτικό με επροσκάλεσαν εμέ, και εγώ τους είπα: «Σεβαστή Διοίκησις, ν' ακούσετε την γνώμην μου οπού θέλει σας ειπώ. Στην Πάτρα, στην Κορώνη και στα Μοθωκόρωνα Τούρκος να μην ακούεται πουθενά, μόνον να είναι όλο ελληνικό. Της Τριπολιτσάς το κάστρο πρέπει να το χαλάσομε, διατί δεν συμφέρει μέσα εις την Πελοπόννησο να είναι μία τέτοια μάνδρα, γιατί βγάνει από μέσα όλο εμφυλίους πολέμους και όχι τώρα οπού ο Ιμπράίμης είναι με πενήντα χιλιάδες στράτευμα εις την Πελοπόννησον και κρατεί τα κάστρα της Μεσσηνίας τρία, και κρα­τεί και την Πάτραν και έκαμε και τόσες νίκες εις τους Έλλη­νας, και εσκότωσε και τον Φλέσσαν με τους πεντακόσιους και ο Φλέσσας ημπορεί να εσκότωσε χίλιους και έκαψε και την Καλαμάτα και τα στρατεύματα έφυγαν, και έχει τόσες νί­κες καμωμένες, θα έλθει και στην Τριπολιτσά, και σαν έλθει στην Τριπολιτσά, πιάνει και το κάστρο και τότε χαλάει και όλην την Πελοπόννησον, διατί είναι εις το κέντρον». Με απεκρίθηκαν: «Δεν έχουν έξοδα». Απεκρίθηκα εγώ: «Δότε μου την άδειαν, και με τον λαόν το χαλώ δια πέντε ημέρες, και τό­τε δεν ευρίσκει ο Μπραΐμης να κάμει φωλιά, και τον κτυπώ από όλα τα μέρη. Αν πιάσει την Τριπολιτσά δεν του χρειάζε­ται άλλη φωλιά δια να χαλάσει την Πελοπόννησο. Εάν και χα­λάσομε την Τριπολιτσά, δεν ευρίσκει φωλιά και τον κατατρέ­χω με τα στρατεύματα της Πελοποννήσου. Τότε ενώνονται τα στρατεύματα, αλλέως δεν θα ένώνονται, γιατί θα φοβούνται από όλα τα μέρη». Καθώς και έγινε.

Αυτοί υποπυεύθηκαν ότι έχω μίσος να χαλάσει η Τριπολιτσά τα τείχη, και αποκρίθηκαν: «Να ιδούμεν». Επήγα εις το Άργος. Έκαμα αναφοράν, έκαμαν και από την Τριπολιτσά, και δεν ακούσθηκα. Τότενες έμασα οκτώ χιλιάδες στράτευμα. Ήλθαν τα στρατεύματα εις συνάντησίν μου. Οι Αργίτες εις το Ναύπλιον, οι Τριπολιτσιώτες εις το Αργός' τους έλεγα: «Τρέξατε, αδέλφια μου, να μη μας πάρουν σκλάβους οι Αραπάδες, δεν έχομεν βοήθειαν ειμή από τα άρματά μας». Δοξολογίες εις τον ύψιστον άνδρες και γυναίκες. - Έστειλα διαταγή εις όλας τας επαρχίας και εσυνάχθησαν δια τρεις ημέρες οκτώ χιλιάδες.

Όταν ήμουν ακόμη στην Τριπολιτσά, ήλθεν η είδησις του Φλέσσα. Έκαψε την Καλαμάτα ο εχθρός, δυνατός, εκυρίευσε την Μεσσηνίαν. Εγώ έπιασα τα Δερβένια, επέρασα και από το Λεοντάρι, έφτιασα φούρνους, δια να κουβαλούν τροφάς εις το Δερβένι, έφτιασα ταμπούρι δυνατό δια να τον πολεμήσουν. Αυτός είχε κατασκόπους, και είδε ότι ήθελε να περάσει από τα Δερβένια με χαλασμό. Ένας Τούρκος Λιονταρίτης, σκλά­βος εις την Μπολιανήν, ήτον φευγάτος εις τον Ιμπραΐμη, είπε: «Εγώ ηξεύρω ένα τόπο να πάμε από τες πλάτες, να αναβούμεν εις τον απάνω κάμπο». Έτσι εγώ, μην ηξεύροντας ότι θα περάσει από εκείνο το μονοπάτι, όπου εγώ δεν έλπιζα ποτέ όμως με παρεκίνησε ότι οι Μεσσήνιοι ήταν τραβηγμένοι εις τα βουνά, και εκίνησα να πιάσω εκείνην την θέσιν οπού επέρασε.

Οι Τούρκοι εντόπιοι σκλάβοι έφευγαν και οδηγούσαν τον Μπραΐμην. Έστειλα τα ανιψίδια μου να το πιάσουν, εγώ εκί­νησα εις τα Σαμπάζικα με ογδόντα ανθρώπους να μαζώξω τα χωριά, να πιάσω τας θέσεις. Εξημέρωσα εις ένα χωριό, εις την Άκοβο, ήλθαν και από όλα χωριά να πιάσομε την θέσιν. Δεν έφθασαν τρεις ώρες της ημέρας, και με τους οδηγούς τους Τούρκους έπιασε το βουνό, πριν να πάμε ημείς με στρά­τευμα. Ο κόσμος οπού ήτον εις το χωριό, σαν είδαν και εκαβάλληκε το βουνό, ετσάκισαν και έφευγαν και εγώ ήμουν σε μίαν ράχη κι έφυγαν από μπροστά μου.

Οι Τούρκοι εμβαίνουν εις την Μπολιανή, χωριό από διακό­σιες πενήντα οικογένειες. Οι πεζοί έβαλαν φωτιά εις το χωριό, οι καβαλλαραίοι εκυνηγούσαν τα παιδιά να τα σκλαβώσουν, απο πίσω ήρχετο το στράτευμα. Ρίχνω μια μπαταρία τουφέκια. Οι Τούρκοι εφοβήθηκαν και εγλύτωσεν εκείνος ο λαός, και ήτον το μεσημέρι. Εκείνο το βουνό οπού ήμουν εγώ ήτον δυ­νατό, και της ευθύς έστειλα διαταγήν εις το Δερβένι να γυρίσει όλο το στράτευμα κατ' εμέ, διατί οι Τούρκοι ήλθαν από την Μπολιανήν, και τρέξατε να μην πιάσουν τον κάμπο. Το στράτευμα ήτον ώρες εξ μακράν, ενύκτωσε, και εγώ έμεινα τοποτη­ρητής, να ιδώ οι Τούρκοι που θα κάμουν. Λαβαίνοντας το γράμμα μου εκίνησε ο Γ. Γιατράκος με οχτακόσιους, και τα άλ­λα εκίνησαν από κοντά. Γενναίος, Κολιόπουλος, Κανέλος Δελιγιάννης, Παπατσώνης, Αρκαδιανοί, Γρίτζαλης, οι Τριπολιτσιώ­τες, ο Κολιός (εσκοτώθη). Εγώ οπισο δρόμησα μίαν ώρα κατά τον δρόμο οπού ήρχονταν οι δικοί μας. Με τα χαράγματα έφθασε ο Γιατράκος, έκαμε να πιάσει ένα χωριό, Διράχι, επει­δή υποπτεύθηκε μην περάσουν οι Τούρκοι κατά τον Μιστρά. Ανεχώρησε και επήγε. Εγώ έμεινα εις την ιδίαν τοποθεσίαν. Ο Αντώνης ο Κολοκοτρώνης, που ήξευρε τον τόπον, επέρασεν από ένα μονοπάτι και εβγήκεν μπροστά από τους Τούρκους. Τα στρατεύματα μας ερχόντανε κομματιαστά. Ήλθαν άλλοι χί­λιοι και τους έστειλα και έπιασαν κάτι καταράχια, καρσί των πεντακοσίων (Κανέλος, Γενναίος, Γρίτζαλης, Παπατσώνης)· ο Κολιόπουλος ερχόντουνε από κοντά με τους Αρκαδιανούς και με άλλα στρατεύ ματα. Οι Τούρκοι εβγήκαν πρωί και έκαμαν κατά μας, όχι κατά το Διράχιον. Απαντήθηκαν και τα δικά μας δεν τους βάσταξαν, και έκαμαν ρετιράδα κατ' εμένα.

Ερχάμενοι εις εμένα τους αποφασίζω, στέλνω τρεις χιλιά­δες εις την ράχην, να τους βάστάξομε εδώ. Οι Τούρκοι ήλθαν ίσα με τον Γενναίον, και εστάθηκαν. Δεν τους έδιδε χέρι να περάσουν εμπρός, διότι άφιναν το στράτευμα πίσω. Επιάσθηκαν πόλεμο, με Γενναίον, Κανέλον και λοιπούς. Οι δικοί μας έφτιασαν ταμπούρια οι τρεις χιλιάδες, και τους έβαλε ευθύς το κανόνι, μα δεν τους έκαμε τίποτες. Εγώ επέρασα μισήν ώραν μακριά δια να είμαι αγνάντια του πολέμου, και επρόσταξα τον Κολιόπουλο να πάγει βοήθεια εις το πρόποδο του βουνού, που ήτον ο Γενναίος απάνο), και επήγε και επολέμαε και ο Κολιόπουλος με τους Τούρκους. Ο Γενναίος κα­τεβαίνει και του λέγει: «Μπάρμπα, τραβήξου απ' αυτήν την θέσιν, και πήγαινε στου πατέρα μου, να δυναμώσετε εκεί». Ήλθε ο Κολιόπουλος εις εμέ, ήλθαν και οι Αρκαδιανοί, και εί­μεθα ένα σώμα καλό. Ο Γενναίος με το στράτευμα του πολεμεί όλην την ημέρα. 'Ερριχναν μπόμπες και κανόνια. Πολεμάν όλη την ημέρα, Ο Γιατράκος, οπού ήτον εις το χωριό, σαν ήκουσε τον πόλεμο, ήλθε μεντάτι από ένα μέρος, και οι Τούρκοι ήσαν πολλοί και του έπεσαν επάνω και τον χάλασαν. Δεν μας βόλιε να του δώσομε βοήθεια, διότι ήτον βράχοι στη μέση. Λαβώθηκε ο Γιατράκος, εσκόρπισε εκείνο το στράτευ­μα. Περιμένομε βοήθεια και από τ' άλλα χωριά, πλην δεν ήλ­θαν. Ο Γενναίος με τους άλλους εις το καταράχι επολέμησε και όλη τη νύκτα, μα οι Τούρκοι δεν επήραν τα ομπρός.

Την άλλη μέρα στέλνω τους Αρκαδιανούς να πιάσουν ένα μονοπάτι, διατί είδα τους Τούρκους και έπιασαν όλα τα καταράχια. Βλέποντας ότι έστειλα να πιάσω το μονοπάτι, εκίνησαν οι Τούρκοι εκεί. Οι Αρκαδιανοί, αφού επολέμησαν, δεν τους βά σταξαν και ήλθαν κατ' εμένα. Οι Τούρκοι επήραν τον κάμπο. Η καβαλλαρία η τουρκική ήλθεν έως το Λιοντάρι, καί­οντας τα χωριά. Καμμιά δεκαριά χιλιάδες ετέ ντωσαν από τες πλάτες του Γενναίου στον κάμπο. Βλέποντας εγώ εκείνους, ότι επλεύρωσαν τα στρατεύματα τα εδικά μας, εκατέβηκα με τον Κολιόπουλον ένα κάρτο μακράν από τους Τούρκους, να τους φοβίσω. Δύο μέρες και τρεις νύκτες άπαυτα ο πόλεμος. Σαν είδα ότι δε μπορούσα να τους κάμω βοήθεια, - μια βρυ­σούλα ήτον, δεν εκόταγαν να στείλουν να πάρουν νερό, διατί τους έφευγαν δεν είχαν πολεμοφόδια, τροφάς, και νερό' το' τους έκαμα σινιάλο να φύγουν με φωτιές.
Εις εκείνον τον πόλεμο εσκοτώθηκαν πέντε δικοί μας, Τούρκοι αρκετοί. Έφυγαν οι εδικοί μας και ετράβηξαν κατά του Τουρκολεκα, κι επήραν τα Δερβένια. Ημείς ετραβηχθήκαμε κατά την Καρύταιναν, όπου ήτον τόπος δυνατός. Οι Τούρκοι ετράβηξαν κα­τά την Τριπολιτσά, εμπήκαν εις την Τριπολιτσά. Όταν εφύγαμεν το βράδι, έστειλα να κάψω την Τριπολιτσά, τον Τσόκρην, και δεν επρόφθασε. Αρχίνησε να κάψει την πόλη, έφθασε ο Μπράίμης, και επήρε της Τριπολιτσάς το πράγμα όλο.

Έκατσε ημέρες δέκα δια να αναπαυθούν τα στρατεύματα του. Εκείνες τες δέκα ημέρες εγώ εσύναξα Κολιόπουλον, Κανέλον Δελιγιάννην, Παπατσώνην - την νύκτα οπού έφυγαν εσκοτώθηκε ο Κολιός, όχι από τους εχθρούς - και εγινήκαμεν έως τέσσαρες χιλιάδες πεντακόσιοι. Εζυγώσαμε κοντά δια να πιάσομε τα πόστα, να μην τραβήξει κατά την Καρυταιναν και χαλάσει τες χώρες. Ο Ζαΐμης και το Αρχοντόπουλο ήτον εις το Τορνίκι, ως δύο χιλιάδες. Οι Μιστριώτες και οι Αγιοπετρίτες με το Ζαφειρόπουλο και τον Π. Μπαρμπιτσιώτην. Ο Ιμπραίμης εκίνησε, και πάγει εις το Άργος. Αφίνει στράτευμα εις την Τρι­πολιτσά, πάγει στην Γλυκεία (περιβόλι του Μιαούλη).


Ημείς σαν εμάθαμε ότι ο Μπραΐμης εκατέβηκε στο Άργος, τους έκαμα ένα στρατήγημα να εβγούν έξω από την Τριπολι­τσά, να τους πολεμήσομε και πηδήσομε μέσα. Έστειλα τον Κολιόπουλο με χίλιους να πιάσει την μάννα του νερού κρυφίως, που να μη φαίνεται το στράτευμα του, τον Γενναίον εις το Περιθώρι με δύο χιλιάδες, και τον Κανέλον Δελιγιάννην, Παπατσώνην και λοιπούς εις το κέντρον, ψηλά εις του Αγίου Αθανασίου την πόρτα, κρυμμένοι κι εκείνοι- εγώ στεκουμουν εις το κέντρο. Ο Κανέλος, οπού ήτον εις την μέσην, να βγάλει πενήντα ανθρώπους Οι Τούρκοι βλέποντες τους ολίγους να βγουν. Ο Κολιόπουλος, Γενναίος να εμβούν ανάμεσα Τούρ-κους και Τριπολιτσά, και να εμβούν μέσα από του Λεονταρι-ού την πόρτα. Το στρατήγημα μου έγινε ανωφελές. Οι Τούρ­κοι εβγήκαν ολίγοι και δεν άφισαν το κάστρο. Έγινε καμιά ώρα ακροβολισμός, είδαν οι Έλληνες ότι δεν έβγαιναν και εφανερώθηκαν κι έπιασαν τες τάμπιες οι Τούρκοι.

Την ιδίαν ώρα λαβαίνω ένα γράμμα από την Κυβέρνηση από τ' Ανάπλι. Η Κυβέρνηση μας έγραφε, ότι ο Ιμπράϊμης πά­γει εις την Ακροκόρινθο, και τα στρατεύματα μας να παν κο­ντά. Ημείς ούτε πολεμοφόδια είχαμε, ούτε τροφάς· ετρώγαμε κριάρια και ψάνη, διατί τα χωριά έφυγαν από την τρομάρα τους. Οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς γράφουν εις τον Ιμπραΐμη να φθάσει. Σαν έλαβα και το γράμμα από την κυβέρνηση, διορίζω τον Δημήτριο τον Κολιόπουλο να πάμε εις τους Μύ­λους τους Αφεντικούς, να πάρομε τσοπχανέ και τροφές. Αφήνω τον Κανέλο και τον Παπατσώνη με χίλιους πεντακόσι­ους, να φοβίζουν τους Τούρκους. Εγώ με τριακόσιους εκίνη­σα να κάμω κατά την διαταγήν της Κυβερνήσεως. Εκείνη την ημέρα έρριξε ένα νερό και έγινε ένα πέλαγος. Οι άνθρωποι περνούν από μερικά χωριά, πίνουν κρασί, τους πιάνει και εμέθυσαν, και αργοπόρησαν να βγουν εις το Παρθένι. Έστειλα τον Κωνσταντίνο Ζαφειρόπουλο. να μετρήσει τ' ασκέρι του Κολιόπουλου από κοντά, επήγα και εγώ. Ετράβηξα να ξεμεσημεριάσομε εις τον Αχλαδόκαμπό' Εγώ εκατέβηκα εις το χάνι του Αχλαδόκαμπου, να ξανασάνουν τα στρατεύματα, και εγώ να κινήσω. Έγραψα εις την κυβέρνηση να μου βγάλουν τσοπχανέδες και ψωμί εις τους Μύλους τους Αφεντικούς, να πάγω έπειτα από την Ακροκόρινθο.

Ο Ιμπραΐμης εκίνησε από το Άργος και εκοιμήθηκε εις τα Βρυσάκια. Ο τόπος ήτον σκάπετα. Όταν εστείλαμε τους τα­χυδρόμους αυτοί συναπαντήθηκαν με την μπροστέλα του Ιμπραΐμη, και εγύρισαν φεύγοντας οπίσω, και μας είπαν ότιέφθασαν οι Τούρκοι. Οργάνισα εις τέσσερες κολόνες το στράτευμα' τον Βασίλη τον τουρμπετιέρη τον έστειλα να μας κάμει σημάδι, αν οι Τούρκοι είναι ολίγοι, να βαρέσει την τρουμπέτα, εάν όλο το στράτευμα να ρίξει ένα ντουφέκι. Επήγε κι έρριξε το ντουφέκι. Ο Κολιόπουλος να πάγει εις την Γύρα, ο Γ. Αλωνιστιώτης να πάγει του Μπέγη στην σκάλα, και ο Γενναίος να πιάσει του Παρθενίου τη στράτα, και εγώ εις την άκρα. Βλέπομε και ξαγναντάει όλο το στράτευμα του Ιμπραΐμη έως τρεις χιλιάδες, και έπεσε στον κάμπο του Αχλα­δόκαμπου. Τους έκαμε τέσσερες κολόνες κι εκείνος εμοίρα-σε την πλιότερη καβαλλαρία κατά την Γύρα.

Οι Έλληνες έμου αποσταμένοι, έμου δεν είχαν ταμπού­ρια, επείκασα ότι θα χαλασθούμε. Αν είχαμε την είδηση από την νύκτα, και ήθελε ταμπουρωθούμε και έλθει και ο Ζαΐμης θα επολεμούσαμε καλά. Εστοχάσθηκα, το στράτευμα νηστι­κό και χωρίς τσοπχανέ. Εβάρεσα ριτιράδα να γλυτώσω το στράτευμα. Ο Κολιόπουλος ετράβηξε κατά το μοναστήρι τον Άγιο Νικόλα, όπου ήτον δυνατός ο τόπος. Βαρώ την τρου­μπέτα να σηκωθεί και ο Γενναίος, δεν θέλει να σηκωθεί. Βλέ­ποντας ο Ιμπραΐμης αυτό ότι μένει, έβαλε κολόνες κολόνες εις τον άγριο τόπο, εγώ εκ νέου διέταξα την ριτιράδα. Βγαί­νοντας εις το Παρθένι με καμμιά εικοσαριά καβαλλαραίους, επήγα να πιω νερό εις ένα χωριό στα Μπερτσοβά. Ο Γενναί­ος έπιασε ένα καταράχι αντίκρυ του χωνιού στην κορυφή του βουνού με χίλιους πεντακόσιους. Εκεί που πήγα να πιω νερό, δεν εύρα και ήτον σκάπετα μία βρυσούλα, και επήγα να πιω νερό. Οι Τούρκοι εστάθηκαν στ' αμπέλια τα Μπερτσοβίτικα, έως οπού να βγουν όλοι, και η καβαλλαριά η τούρκικη εσκόρπισε στον κάμπο και μας πλάκωσαν στη βρύση. Τους βάλλομεν στο ντουφέκι, κι έφυγαν. Ετουφεκίσθημεν, στους Αγί­ους... Επήγα και εκάθησα αντίκρυ του Γενναίου. Οι Τούρκοι δεν εκστράτευσαν έμειναν εκεί στ' αμπέλια- τον έβλεπαν τονΓενναίο, και δεν του πήγαν απάνω. Το δειλινό εκάλεσα τον Γενναίο με την τρομπέτα να έλθουν σε μας, και με το εσπέ ρας ανταμωθήκαμε- ανταμώνοντας του λέγω: «Ο Κανέλος είναι εκεί θαρευμένος και ο Παπατσώνης ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι, να πάμε εμπρός να τους σηκώσομε, δια να μην τους κλείσουν οι Τούρκοι». Εφθάσαμε, τον εσηκώσαμε, και επήγαμεν κατά την Αλωνίσταινα όλοι.

Ο Ιμπραΐμης έμεινε στην Τριπολιτσά. Έγραψα εις τες επαρχίες και εσυνάχθηκαν εις τα Δερβένια εφτά χιλιάδες. Ήλθε το Αρχοντόπουλο, ο Ζαΐμης και ο Λόντος, και είχαν το Λεβίδι με δύο χιλιάδες και είχα εγώ πέντε χιλιάδες, τον Κολιόπουλο, τον Κανέλο, τον Παπατσώνη και τα Καρυτινά στρα­τεύματα με τον Γενναίο. Εμάθαμε από ένα Τούρκο, ότι του ήλθε μεντάτι ο γαμβρός του με στρατεύματα εις την Μοθώνη, και θε να κινηθεί δια βοήθειαν του Ιμπραΐμη. Και τότε έστειλα να πιάσουν τα Δερβένια, δια να μη περάσει προς βοήθειαν. Έγραψα ένα γράμμα εις τα Δερβένια, να έλθουν κι εκείνοι εις βοήθειαν, διατί θα πιάσω τα Βέρβενα και να έλθουν εις βοήθειαν, τόσον και του Ζαΐμη να έλθει εις την Πάνω Χρέπα, και τον Κολιόπουλο τον έστειλα με δύο χιλιάδες να πιάσει τα Βαλτέτσια, και τον Γενναίο και τον Παπατσώνη τον έστειλα να πιάσουν τα Τρίκορφα.

Και το βράδι ήλθε ο Ζαΐμης εις την Επάνω Χρέπα και άνα­ψαν φωτιές, τες είδαν οι Τούρκοι από την Τριπολιτσά και υποπτεύθηκαν μήπως πιάσουν τα Τρίκορφα οι Έλληνες, και την αυγή απεφάσισε ο Ιμπραΐμης, και έστειλε ένα δύο χιλιά­δες να πιάσουν τα Τρίκορφα. Ο Γενναίος εκίνησε, δεν επρόφθασε να πιάσει τα ταμπούρια όλα παρά τα μισά και τα μισά έπιασε ο Μπραΐμης. Αρχίνησε τον πόλεμο' εγώ ήμουν εις την Πάνω Χρέπα, όπου ευρίσκοντο τα Καλαβρυτινά και Κορινθιανά στρατεύματα. Ο Κολιόπουλος εκίνησε να έλθει μεντάτι ειςτον Γενναίο. Έστειλε ο Μπραΐμης την καβαλλαρία, οπού εθέρισε στον κάμπο. Επήγε στην Σύλιμνα, οπισθογύρισε τον Κολιόπουλο. Ήτον κάμπος και δεν ημπορούσε να αντισταθεί ο Κολιόπουλος. Τα στρατεύματα ήσαν εις τα Βέρβενα εφτά χι­λιάδες· άκουσαν τον πόλεμο και δεν ήλθαν εις βοήθειαν. Αν αυτοί ήρχοντο εις βοήθειαν, δεν έστελνε ο Μπράί'μης όλο το στράτευμα εναντίον του Γενναίου. Ο Ιμπραΐμης όσο έστελνε από την Τριπολιτσά βοήθεια, τόσον έστελνα κι εγώ από το άλλο εις βοήθειαν των εδικών μας. Ο πόλεμος διήρκεσεν από την αυγή έως δύο μετά το μεσημέρι, εννιά ώρες. Κανόνια έρριχναν εναντίον το ταμπούρι του Γενναίου. Ο Γενναίος εβγήκε δύο φορές από το ταμπούρι δια να τους πάρει κανόνια, αλλ' εύρισκε πολλήν δύναμιν και εγύρισε οπίσω. Τα κανόνια των εχθρών δεν επροξενούσαν βλάβη. Εις το ταμπούρι εσκοτώθη ο Παπατσώνης, και άλλοι δύο - τρεις σημαντικοί.

Τα στρατεύματα του Ιμπραΐμη ήτον έως είκοσι χιλιάδες. Το ταμπούρι όπου ήτον ο Γενναίος δεν είχε φόβο, και αφού είδαν οι Τούρκοι, ότι δεν κάμνουν τίποτε από εκείνο το μέ­ρος, εξαπλώθηκε εις τες πτέρυγες. Ο Παναγιωτάκης Νοτα­ράς, οπού βαστούσε την πλάτη του Γενναίου, ανεχώρησε, και έτσι έφυγε και ο Γιάννης Νοταράς με μεγάλο κίνδυνο. Επήραν τα οπίσθια του Γενναίου και αφού είδαν, έφυγαν από το ταμπούρι και έκαμαν κατά μας. Η καβαλλαρία τους έφθα­σε, κι εκεί εχάθηκαν εκατόν ογδόντα' και πολλοί σημαντικοί αξιωματικοί, καθώς Γεώργιος Αλωνιστιώτης, Κώστας Μπούρας, Ν. Ταμβακόπουλος, Χριοτόδουλος Ναύτης, Χρήστος Παναγούλιας, και όλοι οι λοιποί Έλληνες ήτον διαλεκτοί, εκα­τόν δέκα από την Καρυταιναν και εβδομήντα από τες λοιπές επαρχίες. Έστειλα ένα μπαϊρακτάρη Μιχαλάκη του Ζαΐμη με τριάντα ανθρώπους· εβάσταξε τους Τούρκους και εγλύτωσαν οι εδικοί μας. Το βράδι επήγαμε εις την Αλωνίσταινα.
Ο Ιμπραΐμης, αφού είδεν, ότι ήτον εκεί στρατεύματα ελληνικά, έπιασε την Πιάνα και το Χρυσοβίτσι μίαν ώραν μακριά το ένα από το άλλο, και εις την μέσην είναι οι μύλοι της Νταβιάς. Αφήκε τον Σουλεϊμάν μπέη με πέντε χιλιάδες, και έφκια­σε δώδεκα ταμπούρια, δια να φυλάγει τους μύλους. Ο Ιμπραΐμης εξαπλώθηκε εις τους κάμπους και εθέρισε τα γεν­νήματα και τα έμβασε εις την Τριπολιτσά, και επήγε και αυ­τός εκεί. Εις την Αλωνίσταινα εβγήκαν εκατό Αράπηδες, τους επήραν οι Έλληνες και τους εσκότωσαν όλους εκτός από τρεις τέσσερους, οπού έφυγαν και έδωσαν την είδηση. Ο Ιμπραΐμης έμαθε ότι ευρισκόμεθα εις Αλωνίσταινα, εκίνησε με όλο του το στράτευμα εις πέντε κολόνες, καβαλλαραίους και πεζούς. Είχαμε σκοπό να υπάγομεν εις την Δημητσάναν, αλλά δεν εκαταφθάσαμε.

Την αυγή εφύγαμε και αφήκαμε τον Κολιόπουλο με χίλι­ους, και εκεί δεν εμπόρεσε να βαστάξει και ήλθε στην Βυτίνα, και από την Βυτίνα εις τα Μαγούλιανα. Ο Ιμπραΐμης έκαψε την Βυτίνα και ήλθε εις τα Μαγούλιανα. Εκεί δεν ημπορέσαμε να τον βασταξομε και το στράτευμα εσκορπίσθη. Οι Καρυτινοί, σαν εμβήκεν ο Ιμπράί'μης εις την επαρχία τους, επήγε ο καθέ­νας να ασφαλίσει την φαμελιά του. Οι Κορινθινοί ανεχώρη-σαν, ο Λόντος ανεχώρησε και αυτός, εμείναμε κατά περί σταση, εγώ, ο Ζαΐμης, Κανέλος Δελιγιάννης, Κολιόπουλος, Ανα­γνώστης Παπαστα θόπουλος και Αποστόλης Κολοκοτρώνης. Επήγαμε εις τα Λαγκάδια. Ήλθε ο Ζαχαριάδης με τα γράμμα­τα, δια να υπογραψομε την αναφορά, και να ζητήσομε την υπεράσπιση από την Αγγλία, επειδή και δεν ημπορούσαμεν εξ αιτίας των περιστάσεων να ενωθούμε όλοι και να υπογραψο­με την αναφορά, υπογράψαμε οι εξ και εβάλαμε και όλων των άλλων τας υπογραφάς. Εις εκείνη την περίσταση είμεθα απελπισμένοι, τα υπογράψαμε, τα εδώσαμε εις τον απεσταλ μένο άνθρωπο, και επήγε στην Ζάκυνθο. Ο Ζαΐμης ανεχώρησε δια τα Καλάβρυτα' ο Γενναίος επήγε δια να εύρει τον υιόν μου Κωνσταντίνο εις του Ψάθαρη με τον Κανέλο και επήγαν, επήραν τες φαμελιές και τες επήγαν εις Ναύπλιον. Ο Κολιό­πουλος επήγε εις το Παλούμπα, επήρε την φαμελιά του και επήγε στην Μονεμβασία, και έτσι διελύθη αυτό το σώμα και έμεινα με τριάντα ανθρώπους, και επέρασα κατά το Φανάρι.
Από εκεί έστειλα διαταγάς, και εις τρεις ημέρας εμαζώχθηκαν δύο χιλιάδες. Εκείνο οπού εχάλαγε το μυαλό του Μπραΐμη ήτον, που μου χάλαγεν ένα στρατόπεδο και εις δύο ημέρες εσύσταινα άλλο. Ο Ιμπραΐμης επήγε στην επαρχία Καρύταινα, επήγεν έως στα Καλάβρυτα, Στρέζοβα, καίοντας και σκλαβώνοντας, ελεηλάτησε έως εκεί και εγύρισε οπίσω στην Τριπολιτσά, από εκεί μονονυχτίς επήγε εις τον Μιστρά, εσκλάβωσε, ελεηλάτησε, και εκεί ήλθε πάλι εις την Τριπολι­τσά, και από εκεί, εκίνησε δια τα Μοθωκόρωνα. Άφηκα τες δύο χιλιάδες εις τες Καρυές, επήγα εγώ εις τα Βέρβενα, δια να εμποδίσω να διαλυθούν οι πέντε χιλιάδες συναγμένοι εκεί. Μόλις είδαν τους Τούρκους ετσάκισαν εις τα Βέρβενα εκλείσθηκαν και μερικοί. Ο Ανδρέας, παιδί του Κοντάκη, επολέμη-σαν, εσκότωσαν δεκαπέντε, και οι Τούρκοι εμβήκαν εις την Τριπολιτσά, επήγαμε εις τον Άγιο Πέτρο, και διελύθη το στράτευμα. Ο Ιμπραΐμης καταβαίνοντας εις τα Μοθωκόρωνα, εκτυπησε το στράτευμα οπού είχα αφήσει εις τες Καρυές, τους εκτυπησε, δεν τους έκαμε τίποτες, και ανεχώρησε δια την Κορώνη. Εσκοτώθηκαν Τούρκοι εβδομήντα.
Θ.ΚΟΛΟΚΤΡΩΝΗ-ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Εμφυλίου Συμπλοκές. Φιλαρχίας Διχασμός.Εισβολή Ιμπραήμ.(1825 26 Φεβρουαρίου ).

" Όντας είμεθα εις την Τριπολιτσά αποφασίσαμε τον Π. Γιατράκο να πολιορκήσει την Πάτρα με Μιστριώτες και τες άλλες επαρχίες τες είχαμε να έλθουν εις το Δερβένι, και έφθασε εις την Τριπολιτσά με αλάι πασαλίτικο, με δέκα ζυγιές νταβούλια και με άλλα μασκαραλίκια του Γιατράκου. Την ίδια ώρα ήλθαν εις την Τριπολιτσά τετρακόσιοι Αρκαδιανοί με το Γρίτζαλη, Μήτρο Αναστα σόπουλο, Παπατσώρη, να έλθουν εις τα Δερβένια. Εις το παζάρι επιάσθηκαν οι Αρκαδιανοί και οι Μιστριώτες, επάνω εις το κρασί, και σκοτώνονται δεκαπέντε από το ένα μέρος και άλλο. Της ευθύς το Βουλευτικό έστειλε ταχυδρόμο καβαλλάρη και μας το είπαν. Εκράταγαν την μισήν χώρα οι Αρκα διανοί, την άλλην Μιστριώτες και το τουφέ­κι εδούλευε. Ακούοντας ημείς αυτό, με αποφασίζουν να πά­γω στην Τριπολιτσά το γληγορότερο, να παύσω τη φωτιά. Τους είπα: «Δεν Πάγω» - με φορτώθηκαν δια να πάγω, απε­φάσισα. Τους άφησα μη εντελείς.

Εκίνησα με τα ηλιοβασιλεύματα, ολονυκτίς και με βίαν έφθασα εις ένα χωριό, τρεις ώρες μακρά από την Τριπολι­τσά, και έστειλα ένα γράμμα: «Σακίμ, όποιος ρίξει τουφέκι εί­ναι εχθρός μου, κι ας με καρτερεί». Πηγαίνοντας η διαταγή μου, εσκόλασε το τουφέκι. Μετά δύο ημέρες επήγα και εγώ Πηγαινάμενος εκεί, έκραξα τους Αρκάδιους. Την άλλην ημέραν τους έστειλα, πάνε στο Δερβένι. Την άλλην ημέρα πάγει και ο Γιατράκος στην Πάτρα.
Έμεινα εγώ εκεί και έστειλα ταχυδρόμο και έδωσα είδησιν της Κυβερνήσεως τα όσα έκαμα. Μία ημέρα βλέπω και έρχεται ο Μαυροκορδάτος να με χαιρετήσει, όταν έπαυσαν τα δεινά της πόλεως. Του είπα: «Γιατί, κυρ Αρχιγραμματέα, δεν ήλθες κοντά εις την κυβέρνηση;» Μου αποκρίθηκε προ­φάσεις, που δεν είχαν τον τόπο τους, και μου βγάνει ενα γράμμα προσκλητικό, που τον προσκάλεσε δια Πρόεδρο του Βουλευτικού. Μου έβγαλε και μία κόπια της απαντήσεως του, που δεν ήθελε γιατί είναι Αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού. Εγώ του είπα: «Έκαμες ως πατριώτης, και στέκεσαι και εις τον λόγο σου, γιατί αν έμβαινες εις το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό εχάλαγε, γιατί η ψυχή του Εκτελεστικού είσαι η ευγενία σου, και αποκρίθηκες πολύ καλά». Εγώ εξέγνοιασα και η δουλειά εδούλευε εις το Βουλευτικό.

Μία των ημερών, το Βουλευτικό έκλεξε τον Άρτης και άλ­λους να μου ομιλήσουν δια να δώκω γράμμα, να τους δεχθεί ο μακαρίτης ο Πάνος, που ήτον εις το Ναύπλιο φρούραρχος, δια να κάτσει το Βουλευτικό εις τ' Ανάπλι. Εγώ επήρα τον Αναγνώστη Δελιγιάννη και τον Παπαφλέσσα δια να ομιλήσομε χωριστά εις μίαν κάμαρα του Βουλευτικού. Σαν επήγαμε, άρ­χισε ο Άρτης την ομιλίαν, να τους δώσω το γράμμα: «Τα ασκέ­ρια τουφεκίζονται κλπ.». Αποκρίθηκα: «Δεν είναι καιρός να πά­τε στ' Ανάπλι, το Εκτελεστικό πάει στα Δερβένια, και να πάει το Βουλευτικό στ' Ανάπλι δεν φθάνει να παρακινεί τες επαρ­χίες. Όταν γυρίσει και το Εκτελεστικό, συναζόμεθα και πάμε στ' Ανάπλι». Ο Άρτης εμίλησε με θυμό και εβάρεσε το χέρι του εις το μηρί του, λέγει: «Έτσι το θέλει το έθνος», με πει­σματώδη ομιλία. Και εγώ σηκώθηκα δια να του αποκριθώ κα­θώς έπρεπε, όμως με εμπόδισεν ο Δελιγιάννης και ο Παπα­φλέσσας, και έτσι ανεχώρησε και έπαυσε αυτούνο το ζήτημα.
Σε δύο ημέρες ακούμε, ότι ο Μαυροκορδάτος κάθεται επί θρόνου πρόεδρος. Ακούοντας ημείς, ότι έκατσε πρόεδρος, μας εφάνη παράξενο, γιατί ούτε τα αρχεία έδωσε, και το Εκτελεστικό θα εχάλαγε. Λέγει ο Δελιγιάννης: «Άσε να τον ρίξομε πολιτικώς». Του είπα: «Καλά...πολιτικώς δεν ρίχνεται, μόνε εγώ, εγώ έχω τον τρόπο' θέλει βία το ρίξιμο του». Κάθε­ται τρεις ημέρες κοντά κοντά πρόεδρος. Επάνω σε τούτες τες τρεις ημέρες η γνώμη του Βουλευτικού ήτον να τον κάμουν πρόεδρο και να τον στείλουν με τον Α. Δεληγιάννη εις την Πορτογαλίαν δια βασιλέα και μας προσκάλεσαν να κάμομε συνέλεψη εις του Πανούτσου Νοταρά το σπίτι. Εκάλεσαν και μένα. Μέρος Βουλευτικού, συνάχθη. Ο Δεσπότης Άρτης, ο Παπαφλέσσας, Δελιγιάννης εμαζώχθησαν έως τριάντα όλοι. Εγώ κάτι εχασομέρησα και επήγα όλο στερνά. Ομιλού­σαν μέσα, επήγα και εγώ σαν με προσκάλεσαν. Μπαίνοντας μέσα, προσηκώθηκαν και μου είπαν να κάτσω στην απάνω μεριά ως Αντιπρόεδρος· τους είπα: «Κάθομαι εδώ», και έτσα στην πόρτα. Παύουν την ομιλία και κάνουν σιωπή έως δέκα λεπτά. Τους είπα: «Αν έχετε καμμία μυστική δουλειά και σας αντίσκοψα, να πάγω να σεργιανήσω εγώ». Μου αποκρίθηκαν:«Όχι, έχομεν ομιλίαν να ειπούμεν, και σαν έντεσες από το Εκτελεστικό Αντιπρόεδρος, να ειπείς την γνώμην σου». Εγώ τους αποκρίθηκα: «Τι ανάγκη η γνώμη μου να τη δώσω; Εις μερικά ερωτάτε το Εκτελεστικό, εις άλλα όχι, τι πάει να ειπεί αυτό;». Επετάχθηκε ο Άρτης: «Σε ποιο δε σ' ερωτήσαμε;» «Δεν μ' ερωτήσατε όταν εβάλετε και Πρόεδρο του Βουλευτι­κού». - Ένα μήνα πρωτύτερα ο Άρτης και ο Μαυροκορδάτος ήτον εις τα μαχαίρια. - «Το Βουλευτικό, λέγει ο Άρτης, ήτο χηρευάμενο». Εγώ είπα: «Εχάθηκαν τόσοι πατριώται να βάλε­τε, μόνε να βάλετε τον Αρχιγραμματέα;» Με αποκρίθηκε: «Δεν είναι κανένας προκομένος σαν τον μαυροκορδάτο». Και εγώ του είπα: «Μου φαίνεται και κουβεντιάσαμε... και μου λε-γες τόσα για τον Μαυροκορδάτο... πώς εις ένα μήνα έγινε καλός;» Αποκρίθηκε: «Ο καλός είναι και κακός». «Σαν τον έκλεξες για καλό, πάρτον εις την Άρτα, όχι εδώ εις Ελλάδα, και μη μου βροντάς το πόδι, γιατί βροντώ το σπαθί και σου κόβω το κεφάλι». Εις τον θυμό μου λέγω τέτοια. - Ακούοντας ο Δεσπότης σηκώνεται να φύγει. «Σαν δεν μας θέλετε τους ξένους...» και φόρεσε τα πασουμάκια του. -«Προφάσεις είναι αυτές για τους ξένους, αυτά είναι της φαντασίας σου λόγια», και έτσι διαλύθηκε η ομιλία.

Την ίδια ώρα επήγα εις το σπίτι μου και εβγήκε και ο Δελιγιάννης, και ο Δελιγιάννης έβαλε αστυνομία στο σπίτι μου να μη κράξω τον Μαυροκορδάτο. Έστειλα να έλθει ο Μαυρο­κορδάτος, εις το κονάκι μου, ήτον βράδι-βράδι. Μπαίνο­ντας ο Μαυροκορδάτος ήλθε και ο Αναγνώστης. Εκάτσαμε οι τρεις, και εκλείσαμε την πόρτα και αρχίνησα να ειπώ του Μαυροκορδάτου: «Διατί να κάμεις αυτό;» Αυτός αρχίνησε να μου απολογηθεί με τα γέλια τα συνηθισμένα, και μου λέγει ότι: «Είναι συμφερώτερον δια το έθνος το Βουλευτικό παρά το Εκτελεστικό».- «Σου λέγω τούτο, κύριε Μαυροκορδάτε, ότι εσυναναστραφημεν σαράντα ημέρας εις το Εκτελεστικό, και δεν ημπορώ... σου λέγω, μη καθήσεις πρόεδρος, διότι έρχο­μαι και σε διώχνω με τα λεμόνια, με την βελάδα που ήλθες». - Και εβγήκα εις σουλάτσο. Ο κυρ Αναγνώστης, οπού έμεινε οπίσω, του είπε: «Έντεσο εγώ και εγλύτωσες, ειμή θα σε σκότωνε» - και έρριξε το φαρμάκι του και αυτός. Την ίδια νύ­κτα επήρε τα πλυμμένα του ο Μαυροκορδάτος και επέρασε στο Κρανίδι και έπειτα εις την Ύδρα.
Όταν ήτον εις την τάξιν το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, εδόθη η άδεια να πραγματευθεί το δάνειον. Εκάμαμε την πράξη δια το δάνειο, πριν να διαιρεθούμεν το Βουλευτικό με το Εκτελεστικό. Έμεινα μερικές ημέρες εις την Τριπολιτσά και επήγα εις την Μεσσηνίαν, δια να συνάξω τον έρανον οπού είχαμεν ρίξει δια να βαστάξομε τα στρατεύματα εις τα Δερβένια. Εις την Δημητσάνα ήτον συναγμένοι δια τους προ­σόδους και εκεί επιάσθηκαν του Κολιόπουλου οι άνθρωποι με ανθρώπους των Δελιγιανναίων. Εκεί έρριξε ένας στρατιώ­της του Κολιόπουλου και ελάβωσε τον Ανάστο Δελιγιάννη. Ο Κανέλος, οπού ήτον διορισμένος δια τα Δερβένια, εγύρισεν οπίσω εις την Καρύταιναν. Εις την Καλαμάτα αρρώστησα εγώ, αρρώστησε και ο Κανέλος, και εγύρισα εις την Τριπολι­τσά. Από τότε άρχισαν αναφανδόν να εχθρεύονται οι Δελιγιανναίοι με τον Κολιόπουλο. Εγώ δεν ήθελα το κακό ούτε του ενός, ούτε του άλλου» ο ένας ήτον συγγενής μου και ο άλλος συμπέθερός μου.

Το Εκτελεστικό, συνθεμένον από τον Μαυρομιχάλην, Σω­τήρ Χαραλάμπην και Μεταξάν έμεινε τρεις μήνες εις την Σα­λαμίνα, και έπειτα επέστρεψαν εις την Τριπολιτσάν. Εκεί εσμίξαμε' ήμουν ακόμη Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού. Ένα μέρος του Βουλευτικού έφυγεν από την Τριπολιτσά και επήγε εις το Άργος.
Ο Πάνος έλαβε διαταγήν από το Εκτελε­στικό να πάρει τα αρχεία του Βουλευτικού. Ο Θεοδωρής Ζαχαρόπουλος, ο οποίος ήτον φρούραρχος του Βουλευτικού του κόμματός των υπερασπίσθη και δεν τα έδωσε τα αρχεία απ' εκεί το Βουλευτικό ανεχώρησε δια το Κρανίδι. Εκεί έρριξαν το Εκτελεστικό, οπού ήτον εκλεγμένο από την Συνέλευση του Άστρους και εδιόρισαν τον Κουντουριωτην, πρόεδρον του Εκτελεστικού, Ιωάννην Κωλέττην, Π. Μπότασην και Α. Σπηλιωτάκην. Έπειτα εμβήκαν εις τα καράβια, και έστειλαν εις το Ναύπλιον δια να παραδώσει ο Πάνος το φρούριο του Ναυπλίου. Αυτός αποκρίθηκεν ότι: «Η Κυβέρνησις του Έθνους του εμπιστεύθηκε και εις το Έθνος μόνον χρεωστεί να το δώσει». Και έτσι άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος.
Αυτοί ήταν ένα μέρος του Βουλευτικού και ενόμιζαν ότι εί­χαν το δικαίωμα να κρημνίσουν το Εκτελεστικό. Το Εκτελεστικόν έλεγεν, ότι αυτοί παρέλαβαν την εξουσίαν από το έθνος, και δεν έχει το δικαίωμα ένα μέρος βουλευτών να κά­μει άλλην κυβέρνησιν, - το άλλο μέρος των βουλευτών ήτον εις την Τριπολιτσά. Το Εκτελεστικό ήτον τότε από τον Μαυρομιχάλην, πρόεδρον, τον Σωτήρ Χαραλάμπην, Ανδρέαν Ζαίμην και Ανδρέαν Μεταξάν. Εγώ, όταν ήμουν εις το Ναύ­πλιον, πριν να αρχίσει ο εμφύλιος πόλεμος, είχα δώσει την παραίτησή μου ως Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, διότι επρόβλεπα αυτά τα πράγματα. Η παραίτησίς μου έλεγεν, ότι εις την θέση του Αντιπροέδρου ας βάλουν άλλους πατριώτας, μόνον τον Κολοκοτρώνη δεν ημπορούν να μη βγάλουν.

Απ' εκεί επήγα εις την Κόρινθον, οπού επολιορκείτο και δευτέραν φοράν από τους Κορινθινούς και Στάϊκο. Οι Τούρ­κοι της Κορίνθου εζητούσαν να έλθει ο Κολοκοτρώνης να πα­ραδοθούν. Έτσι επήγα και έκαμα συνθήκη, ν' αφήσουν όλα τους τα πράγματα και να πάρουν τα άρματά τους και να τους μπαρκάρω να τους στείλω εις την Σαλονίκη. Έτσι εδέχθηκαν. Τους εμπαρκάρησα εις το Καλαμάκι εις δύο Σκλαβούνικα και ένα Κεφαλονίτικο. Οι Κορίνθιοι με εζήτησαν να βάλουν φρού­ραρχο τον Χελιώτη. Τον έβαλαν προσωρινώς, έως ότου να διατάξει η κυβέρνησις. Τα χρήματα, τα οποία ευρήκαμε εις την Κόρινθο τα διεμοίρασα εις όλους τους Κορινθίους. 1823, μήνα Νοέμβριο και Δεκέμβριο.

Από την Κόρινθο επήγα εις την Καρύταινα, να συμβιβάσω τον Κολιόπουλο με τους Δελιγιανναίους, οπού ήτον εις πόλεμον. Ο Δημητράκης Δελιγιάννης εμάζωξε στρατιώτας και επήγε να χαλάσει το χωριό του Παλούμπα, όπου ευρίσκοντο τα σπίτια του Κολιόπουλου. Εσκοτώθηκε ένας γαμβρός του Κολιόπουλου. Όταν επήγα εις την Καρύταινα, έγραψα να έλ­θει ο Μεταξάς δια να ειρηνεύσουν οπού ετρώγοντο. Ήλθεν. Έτσι εύρηκεν αφορμή το Βουλευτικό ότι επήγεν ο Μεταξάς εις την Καρύταινα χωρίς την άδεια του Βουλευτικού, τον έκα­μαν έκπτωτο, και έτσι το Εκτελεστικό δεν ήτον πλήρες, και έκαμαν το άλλο Εκτελεστικό.

Πριν να γίνει αυτό εις την Καρύταινα, ο Ζαΐμης, Λόντος και άλλοι έκαμαν μίαν Αχαϊκήν συμμαχίαν. Ο Σισίνης δεν ήτον με την γνώμην τους και ήτον ενάντιος. Αυτοί εμάζευσαν στρατιώτας και επήγαν εναντίον του Σινίνη, δια να τον χαλά­σουν και να ενώσουν την Γαστούνην με την Αχαϊκή τους συμ­μαχίαν. Έτσι άρχισε ο πόλεμος. Μαθαίνοντας εγώ αυτό, επή­γα εις βοήθειαν του Σισίνη. Οι Ανδρέηδες άμα με ήκουσαν ότι πηγαίνω εναντίον τους ανεχώρησαν και άφησαν την Γα­στούνην ελεύθερη. Απ' εκεί επήγα εις την Αρκαδία. Εις την Αρκαδία έλαβα γράμματα από το Εκτελεστικό και με έλεγε να προφθάσω, και έτσι επήγα εις την Τριπολιτσά. Εγώ υπε­στήριξα το Εκτελεστικό αυτό ως το μόνον νόμιμον, έτσι το ενόμιζα. Άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος. Πολιορκούν το Ναύπλιον δια ξηράς και θαλάσσης, στέλνουν και στρατεύματα εις την Τριπολιτσά' μας πολιορκούν. Κάμνομεν ένα μήνα πολιορκημένοι. Ο Λόντος, Νοταράς, Ζαφειρόπουλος, Μπάρμπογλης, Γιατράκος, έκαμναν την πολιορκία. Όταν μας επολιόρκησαν μας επρόβαλαν να τους δώσομε το Εκτελεστικό, -Πετρόμπεη, Σωτήρ Χαραλάμπη και Μεταξά - να τους πάνε κάτω. Ημείς τους αποκριθήκαμεν ότι αυτό δεν γίνεται, πλην, αν θέλετε, να πάρομε και το ένα Εκτελεστικό και το άλλο, και τους κρίνομε, και όποιος έχει άδικο, εκείνος να παιδευθεί. Δεν ήκουσαν, ακολούθησαν διάφοροι ακροβολισμοί. Ο Κολιόπουλος ήλθεν ως μεσίτης και εσυμφωνήσαμε: ο Πετρόμπεης να μείνει απείραγος και να πάγει εις την Μάνη, και την Τριπολιτσά να την αφήσομε εύκαιρη, και να μην έμβουν μέσα ούτε του ενός ούτε του αλλουνού μέρους στρατιώτες. Από την Τριπολιτσά επήγα εις την Καρύταινα, ο Σωτήρ Χαραλάμπης εις τα Καλάβρυτα. Το Ναύπλιο επολιορκείτο ακόμη. Ο Νικήτας ήτον εις του Μπουγιάτι. Ακούσθηκε με τον Κουντου­ριώτη' ο Κουντουριώτης του επρόβαλε να γυρίσει με το μέ­ρος του, αυτός αποκρίθηκε: «Εισακουσθήτε με τον μπάρμπα μου, και αν ενωθεί, ενώνομαι και εγώ». Του έγραψα να υπάγω να ομιλήσομε. Με έγραψε να υπάγω στο Τσιβέρι με μόνο πε­νήντα ανθρώπους και να περάσω από εδικούς του ανθρώ­πους. Εγώ υποπτεύθηκα και δεν επήγα.
Εις την Καρύταινα εσύναξα στρατιώτας και τους εκτύπησα εις διάφορα μέρη. Έπιασα τρακόσιους ζωντανούς, χωρίς να χυθεί αίμα. Εμβήκαν εις την Τριπολιτσά και τους πολιόρ­κησα. Ο Γενναίος, ο Κολιόπουλος και ο Νικήτας, επήγαν εις βοήθειαν του Πάνου εις το Ναύπλιο και επέστρεψαν οπίσω. Τότε ήλθε ο Ανδρέας Ζαΐμης και εσμίξαμε απ' έξω απ' την Τριπολιτσά. Με είπε να γράψω του Πάνου να παραδώσει το κάστρο. Εγώ τους αποκρίθηκα, ότι: «Δεν ημπορώ να παρα­δώσω εις τους τυχοδιώκτας, εις εσάς, αν είσθε ικανοί να το βαστάξομε και αποκρινόμεθα όλα τα έξοδα οπού έχετε κα­μωμένα». Και έτσι έγραψα του Πάνου και το παρέδωσε το φρούριο εις τους Ανδρέηδες, και όχι εις την Κυβέρνηση. Τους προείπα να βάλουν φρουρά εις το Παλαμήδι εδικούς τους και όχι χαϊμένους' και εκεί έβαλαν τον Φωτομάρα, και έπειτα ο Γρίβας, και έγιναν εκείνα τα κακά οπού έγιναν.
Ο Πάνος ήλθε εις την Καρύταιναν, έγινεν αμνηστεία δια τον Πάνο και έτσι έλαβε διαταγήν δια την Πάτρα να την πο­λιορκήσει. Εκεί έσμιξεν ο Πάνος με τον Ζαΐμη και Λόντο. Αυ­τοί ήταν δυσαρεστημένοι με τον Κουντουριώτη, ενώθηκαν με ημάς. Ο Παπαφλέσσας εβγήκε δια να καθυποτάξει τας επαρ­χίας Αρκαδίας, Φανάρι και λοιπάς. Τα δάνεια εδυνάμωσαν την Κυβέρνηση Κουντουριώτη και η δύναμη την έκαμε νόμι­μη. Έγραψα να έλθει ο Πάνος και ο Γενναίος εις την Καρύ­ταινα δια να αντισταθούν, τον Παπαφλέσσα τον εκυνήγησαν (επολέμησαν εις τους Κωνσταντίνους) αι επαρχίαι και επήγεν εις το Ναύπλιο. Έστειλαν δύναμιν τον Βάσον με οχτακόσι­ους, απαντήθηκαν οι στρατιώται με τον Πάνο και εσκοτώθη.
Ο Ζαΐμης έφθασε δια να εμβούμεν εις την Τριπολιτσάν. Οι Τριπολιτσιώτες εφοβήθηκαν δια τον σκοτωμό του Πάνου και αντιστάθηκαν τους εφοβέρισε και ο Κανέλος Δελιγιάννης. Η Κυβέρνησις του Κουντουριώτη εδυνάμωσεν, έστειλεν εις την Ρούμελην, έφερε τον Γκούρα, και οι άλλοι καπεταναίοι της Ρούμελης εμβήκαν εις την Κόρινθον, εκυνηγησαν τον Νοταράν. Απ' εκεί επήγαν εις την Κερπενή, χωριό των Καλαβρύ­των, έκλεισαν τον Ζαΐμη, ήλθεν και ο Καραϊσκάκης και ο Τζα­βέλας εναντίον του Ζαΐμη, τον εχάλασαν τον Ζαΐμη, και ο Ζαΐμης, Λόντος και Νικήτας κατέφυγαν εις την Δυτικήν Ελλά­δα. Ο Καραϊσκάκης και ο Τζαβέλας μ' έγραφαν δια να μείνω να ομιλήσομε και με παίρνουν απάνω τους αν πάθω τίποτε. Εγώ όμως δεν ήμουν πλέον εις την Καρύταιναν, διότι ήλθεν ο Κολιόπουλος σταλμένος από την Κυβέρνηση και μου είπε ότι να πάμε εις το Ναύπλιο δια να συμβιβασθούν τα πράγματα. Επήγαμε εις την Τριπολιτσά. Εκεί ήτον μία επιτροπή από τον Σκούρτην, το Γ. Μαυρομάτη και Κ. Ζαφειρόπουλο, και με έκαμαν όρκους, ότι να πάγω κάτω να συμβιβαστούν τα πράγ­ματα και από αυτά. Ενεμπιστεύθηκα εγώ, επήγα εις το Ναύ­πλιο. Εκεί εις ένα - δύο μέρες βλέπω να διώχνουν τους αν­θρώπους μου και να με αφήνουν μοναχό, κατάπληκτο έως ότου να μαζώξουν και τους άλλους. Μας εμβαρκάρησαν εις μίαν γολέταν, Γοργώ, ήτον και ο Σκούρτης, και μας επήγαν εις την Ύδρα. Εκαθήσαυεν δύο ημέρες και μας έστειλαν στον Προφήτην Άγιον Ηλίαν, ένα μοναστήρι. Εκαθίσαμεν τέσσερους μήνας. Είκοσι ημέρες μετά το πιάσιμο μας, ήλθεν ο Μπραΐμης εις την Πελοπόννησο. Εις την Ύδραν άρχισε να γί­νεται από τον λαόν μία εταιρία δια να μας βγάλουν. Ο Κου­ντουριώτης ετοιμάζετο δια την Πάτρα, έπειτα σαν άκουσε ο Μπραίμης ήλθεν εις τα Μοθωκόρωνα, έκαμαν διαταγάς δια να γυρίσουν τα στρατεύματα δια το Νεόκαστρο. Επήγεν ο Κουντουριώτης εις Τριπολιτσάν και έστειλε τον Σκούρτην Αρχιστράτηγον εις όλα τα στρατεύματα. Είχε μαζί ένα ήμισυ μιλλιούνι γρόσια. Τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα εκίνησαν και αυτά, πηγαίνουν εις το Νεόκαστρο. Εκεί βάζουν φρουράρ­χους τον Π. Γιατράκο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη.
Ο Ιμπράίμης επολιόρκησε το Νεόκαστρο, έπειτα εξεμβαρκάρισεν εις το παλιό Ναυαρίνο, εκεί εκλείαβησαν χίλιοι Πελοποννήσιοι, στενοχωρημένοι από ζωο τροφίας επροσκύνησαν και ο Ιμπραΐμης τους άφησεν ελευθέρους. Ήτον εκεί ο Τσόκρης και ο Τζανέτος και άλλοι. Ο Ιμπραΐμης εφέρθηκε με γλυκό τρόπο εις αυτήν την περίστασιν, δια να τραβήξει τους Έλληνας δια να προσκυνήσουν. Ο λαός άρχισε να λέγει, ότι δεν πολεμούμε, αν δεν βγάλετε τους αρχηγούς μας. Τα Ρου­μελιώτικα και Σουλιώτικα στρατεύματα, μάλιστα ο Καραϊσκά­κης και ο Τζαβέλας επρόβαλαν δια να με βγάλουν. Εκεί έκα­μαν όλα τα στρατεύματα μίαν αναφοράν και ζητούσαν τηνΓίνεται εις το Κρεμύδι πόλεμος και νικώνται οι εδικοί μας. Ο Καρατάσσος έκαμε έναν καλόν πόλεμον. Τότε όλοι οι αρ­χηγοί Ρουμελιώται εσυνάχθησαν και απεφάσισαν ν' αναχω­ρήσουν από την Πελοπόννησο, δια να υπάγουν να βοηθή­σουν την Ρούμελη, και μάλιστα το Μεσολόγγι, οπού άρχισε να πολιορκείται. Τότε επήγαν εις τον Κουντουριώτην, επήραν τους μισθούς των και ανεχώρησαν άλλοι δια την Ανατολικήν Ελλάδα και άλλοι δια την Δυτικήν. Ο Ιμπραΐμης έκαμε ντεσμπάρκο και εις την Σφακτηρίαν, και εσκοτώθη και ο Αναγνω­σταράς, καθώς και ο Τσαμαδός. Επιάσθηκαν εις την Σφακτη­ρίαν μερικοί ζωντανοί, ο Π. Ζαφειρόπουλος επιάσθη σκλάβος εις το Κρεμύδι, πηγαίνει και ο Κ. Ζαφειρόπουλος, πιάνεται και αυτός, και ο Χατζή Χρήστος. Το Νεόκαστρο σαν εστενοχωρήθη πολύ, έκαμε συνθήκας και παρεδόθηκεν. Ο εχθρός τους μεν στρατιώτας, χωρίς τα άρματα τους, τους άφησε ελευθέρους εις τους αξιωματικούς τους τα άφησε, και μόνον εβάσταξεν αιχμαλώτους τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη και Πα­ναγιώτη Γιατράκο.

Μανθάνοντας ο Κουντουριώτης, ότι τρατάρει το Νεόκαστρον, εμβαρκαρίσθηκεν εις το Αλμυρό και ήλθε εις την Ύδραν. Εκεί εκατέβημεν και ημείς. Σαν είδαν τον κίνδυνο της Πατρίδος και την επιμονήν, οπού έδειχνε ο λαός δια να μας ελευθερώσουν μας ελευθέρωσαν. Ήλθαμε εις το Ανάπλι. Ερ­χόμενοι εις το Ναύπλιον ορκωθήκαμεν το Βουλευτικόν, το Εκτελεοτικόν και ημείς εις την εκκλησίαν, ότι να αφήσομε τα περασμένα, να τα λησμονήσομε, να ενωθώμεν και να μην έχομεν άλλην ιδέαν, παρά να δουλεύσομε την Πατρίδα μας. Έτσι μ' έκαμαν γενικόν αρχηγόν.
Εσυνάχθηκε τότε το Βουλευτικό και το Εκτελεστικόν εις ένα μέρος, και επήγα και εγώ.Εις την Ύδραν ευρισκόμεθα: ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνώ­στης Δελιγιάννης, Κανέλος Δελιγιάννης, Νικολάκης και Δημη­τράκης Δελιγιάννης, Ιωάννης και Παναγιώτης Νοταράς, Γέρο Σισίνης, Χρύσανθος Σισίνης, υιός του, Μήτρος Αναστασό­πουλος, ο Γρίτζαλης, ο Ανάστασης Κατσαρός, ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Θεόδωρος Γρίβας. Εις την Σφακτηρίαν ο Αναγνωσταράς ήτον αρχηγός, ο Ανάστασης Τσαμαδός με δέκα κομμάτια καράβια είχε την θάλασσα.Θ. Κολοκοτρώνη-Απομνημονεύματα