"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

(Δεληγιανναίοι-Πλαπουταίοι). (Κυβέρνηση-Φρούρια).(Κολοκοτρωναίοι-Συμφωνία με Πασάδες).

Τούτο πληροφορηθείς ό Κολοκοτρώνης, δταν έφθασεν είς τό Βαλτεσινίκον, έμεινεν εμβρόντητος, διότι ήλπιζε νά μάς σώση κατ' έλεος, καί αμέσως άλλαξε γλώσσαν. Καί, ένώ τήν προτεραίαν έλεγεν είς τήν Βυτίναν καί Μαγούλιανα καθ' ημών αναφανδόν τάς συνήθεις κομπορρημοσύνας καί μύθους του, τότε ήρχισε νά κατηγορή τον Πλαπούταν καί τούς περί αυτόν, δτι αυτοί δήθεν προσπαθούν νά τον χωρίσουν άπό τον Κανέλλον Δεληγιάννην, άλλ' αυτός θέλει μείνει αναπόσπα­στος δσον καιρόν ζήση κτλ. κτλ. κατά τήν συνήθειάν του. Καί αμέσως άναχωρήσας μέ τους γραμματικούς, ύπασπιστάς και σωματοφύλακάς του, ήλθεν είς τά Λαγκάδια, τους δέ στρατιώτας έως 700 τους άφησεν εκεί. Φθάσας δέ ήλθεν ευθείαν καί οίκόνευσεν είς τήν οίκίαν μας μέ τήν συνήθην εκείνην οικειότητα καί τό θάρρος. Καί μ' αυτόν τον τρόπον και έτι οικειότερον τον υπεδέχθημεν καί ημείς. Καί μετ' όλίγην στιγμήν ήλθον καί τά έξ μέλη της πρεσβείας καί τον έχαιρέτησαν.
Μετά διαφόρους άλλας ομιλίας έπέσαμεν καί είς τήν, ής ό λόγος, άποστολήν των. Άλλ' είς τήν στιγμήν έκείνην κατά σύμπτωσιν έφθασαν καί οί απεσταλμένοι μου είς τά διάφορα μέρη, ό είς κατόπιν του άλλου φέροντες τάς άπαντήσεις άπ' όσους έγραφον νά έλθουν είς βοήθειάν μας.
Καί ό μεν Παπατσώνης μετά των άλλων έγραφον ότι έφθασαν είς τον κάμπον της Καρύταινας εις του Ντεντέμπεη, οί Μαυρομιχάλαι καί ό Γεωργάκης Γιατράκος είς του Σκορτσινού καί Λεοντάρι, επίσης καί όλοι οί άλλοι ότι έξεκίνησαν καί προφθάνουν τήν επαύριον. Έδωκα τά ίδια γράμματα καί τά άνέγνωσαν τα μέλη της πρεσβείας παρόντος καί του Κολοκοτρώνη προς πληροφορίαν τους καί έμειναν άπαντες άφωνοι καί έντρομοι.
Τότε έν μιά φωνή μάς λέγουν, ότι όχι μόνον ή επαρχία Καρύταινας καταστρέφεται, αλλά όλη ή πατρίς είς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις καί μέ πολλήν συντριβήν καρδίας μας ορκίζουν εις τον Θεόν καί τήν άγωνιώσαν πατρίδα, μάς προτρέπουν, μάς παρακαλούν, νά μήν καταδεχθώμεν ήμείς, ένεκα μιάς έκδικήσεως, νά καταστραφή ή πατρίς, αλλά νά γράψωμεν νά μείνουν όλοι οί ώς ανωτέρω ερχόμενοι είς τάς θέσεις είς ας ευρέθηκαν καί οποιονδήποτε συμβιβασμόν έπι θυμώμεν καί οποιανδήποτε ίκανοποίησιν άπαιτώμεν, αύτοί ύπόσχονται καί έγγυούνται νά τήν αποπερατώσουν εντός 24 ωρών.
Καί αν δέν τους άκούση ό Πλαπούτας τότε άς κάμωμεν ό,τι θέλομεν. Τους άπαντήσαμεν μέ πολλήν μετριοφροσύνην, ότι και τήν Κυβέρνησιν σεβόμεθα και εις τάς διαταγάς της πειθόμεθα και τα υποκείμενά των έκτιμώμεν κατ' άξίαν και δεν καταδεχόμεθα να άπαιτήσωμεν ουδεμίαν ίκανοποίησιν πλέον και τοιούτους αγενείς και απο νενοημένους ανθρώ­πους, καθότι τήν έλάβομεν μόνοι μας, και άν θέλωμεν και σή­μερον τούς καταστρέφομεν, άλλα κηδόμενοι της πατρίδος και σεβόμενοι τήν καταγωγήν της οικογενείας μας και προς χά­ριν αυτών τών φίλων μας, τα παραβλέπομεν δλα και ύποχωρώμεν. Τούτο μόνον άπαιτούμεν, να διαλυθώσιν οί περί τον Πλαπούταν, να άπέλθη έκαστος εις τα ίδια. Και άφού πληροφορηθώμεν τούτο, τότε γράφομεν και ημείς τών συγ­γενών και φίλων μας και οπισθοδρομούν και επανέρχο νται εις τα ίδια.
Εύχαριστήθησαν δι' αυτήν τήν γενναίαν συγκατάθεσιν και μετριοπάθειάν μας, εξέθεσαν απεί ρους επαίνους και εύγνωμοσύνας και αύθωρεί άνεχώρησαν μετά του Κολοκοτρώνη και άπήλθον εις του Σέρβου, δπου εύρόντες τό Πλαπούταν, του έδιηγήθηκαν όλα τ' ανωτέρω και ότι είναι εγγύς ή κατα­στροφή του άν έπιμείνη, και μετά τρεις ώρας μάς έγραψαν ότι έπείσθη και παρεδέχθη όσα τον είπον, καί ότι τον ύπεχρέωσαν νά άπέλθη εις τον Πύργον αμέσως καί ό Κολοκο­τρώνης εις τήν Καρύταιναν, νά στρατολογήση διά τήν πολιορκίαν τών Πατρών.
Παρεκίνουν δέ καί έμέ καί μέ παρεκάλουν νά υπάγω μ' όλον τό στρατιωτικόν σώμα εις Πάτρας, καί νά μεσολαβήσω νά συμβιβάσω καί νά φιλιώσω τον Κολοκοτρώνην μέ τον Ζαΐμην, καί ότι άπό αυτήν τήν ένωσιν ήλπιζαν μεγάλα αποτελέσματα, καί άλλους τοιούτους κολα­κευτικούς λόγους μέ έξεφράζοντο, καί ότι έκείνην τήν στιγ­μήν άνεχώρησαν ό Πλαπούτας καί ό Κολοκοτρώνης καί άπήλθον εις του Παλούμπα, οί στρατιώται όλοι διελύθησαν ευθύς καί άπήλθον εις τά ίδια έκαστος· αυτοί δέ ότι άνεχώρουν έκείνην την ώραν δια την Τριπολιτσάν και εκεί περιμέ­νουν την άπάντησίν μου. 'Αλλ' ουδέ τους απήντησα πλέον. Τότε διελύσαμεν και ημείς τους συναχθέντας στρατιώτας, έγράψαμεν αμέσως και των ερχομένων δτι έτελείωσεν αύτη ή σκηνή και τάς προς αύτούς ευχαριστίας και εύγνωμοσύνας μας και υπέστρεψαν άπαντες εις τά ίδια. Τοιούτον τέλος έλαβεν αυτός ό άθλιος δια την πατρίδα και λυπηρός δι' ημάς εμφύλιος πόλεμος καί έχύθη αίμα άδελφικόν.
Ό Κολοκοτρώνης και ό Πλαπούτας άπήλθον είς τον Πύργον καί Γαστούνην, υπό τό πρόσχημα δτι θά υπάγουν είς τήν πολιορκίαν των Πατρών (ήτις ήτον αδύνατον να γίνη τον Δεκέμβριον καί τον Ίανουάριον), άπέρασαν τους μήνους αυτούς έκεί τρώγοντες, πίνοντες καί καταβασανίζοντες τους κατοί­κους, τρεφόμενοι υπέρ τάς 2.000 άπό τους ιδρώτας αυτών χωρίς κανένα αποτέλεσμα, διακηρύττοντες δέ είς τον λαόν καί είς τους μη είδότας δτι έμελλον νά παραδοθούν είς τον Κολο-κοτρώνην οί Λαλιώται Τούρκοι, νά παραδώσουν προς αυτόν καί τό φρούριον Πατρών, ένώ αυτοί δεν έδοκίμασαν ούδεμίαν στενοχωρίαν ή πείναν, καθότι τους υπήγαινον πάντοτε τροφάς καί δλα τ' αναγκαία τά Αυστριακά καί τά Ευρωπαϊκά πλοία.
'Αλλά ποίος ήδύνατο νά πιστεύση τοιαύτα όνειροπολήματα καί αναίσχυντα ψεύδη; καθότι είναι όμολογούμενον, δτι διά νά παραδώσουν οι Τούρκοι είς Χριστιανούς φρούριον άνευ μεγάλης απελπισίας, ουδέποτε καί είς κανένα αίώνα ήκούσθη ή συνέβη τοιούτον τι αλλά τό εναντίον έτρωγον μάλιστα τά κρέατα τών άπεθαμένων αδελφών τους, άλλά φρούριον ποτέ δέν έπαράδωκαν καί άναιδώς γράφουν οί ψευδο ϊστοριογράφοι κόλακές των δτι οί Λαλαίοι ήδύναντο νά παραδώσουν τά φρούρια τών Πατρών οίκοθεν, ή διά μέσον του Ζαχαριάδη (καθώς φλυαρούν) είς τον Κολοκοτρώνην διά διακοσίας χιλιάδας γρόσια. Καί καταντά τοσούτον άπίστευτον καί εις τον κοινόν νουν έχοντα νά πιστεύση, δτι ήδύναντο οί Λαλαίοι, έως χίλι­οι, όπου έμειναν απέναντι εξ ή επτά χιλιάδων άλλων Τούρ­ κων, νά παραδώσουν τά φρούρια είς τον Κολοκοτρώνην. Αυτά τά διέσπειρον επίτηδες διά νά προσβάλουν τήν ύπόληψιν τών προυχόντων, νά τους εκθέσουν είς τό κοινόν, δτι αυτοί δήθεν δεν αφήνουν τον Κολοκοτρώνην νά ελευθερώση τήν 'Αχαΐαν. 'Αλλ' άπό τοιαύτα καί άπό τοιούτους δεν έξεπλήττετο ουδείς εξ ημών, μάλλον τούς έκαταφρονούσαμεν καί τους οίκτείρομεν έχοντες πάντοτε τον μόνον σκοπόν τήν σωτηρίαν της πατρίδος.
Διαμείνας έγώ ημέρας τινάς είς τήν πατρίδα μου Λαγκά­δια μετά τά ανωτέρω συμβάντα καί θέσας τά πάντα είς μίαν λέξιν άπήλθον είς Τριπολιτσάν, δπου κατώκουν μετά τής οικο­γενείας μου, διακείμενος άδιαφόρως καί άμερολήπτως καί είς τά δύο άντιφερόμενα πολιτικά κόμματα.
Εύρέθην δέ είς έκείνην τήν έποχήν μεταξύ σφύρας καί άκμονος είς τήν πλέον δυσάρεστον θέσιν, καθότι είς τό έν μέρος ύπήρχεν ό Πετρόμπεης, τον όποίον είχον φίλον καί σύντροφον προ τού αγώνος, είς τον αγώνα καί μετά τον αγώνα, τον ήγάπησα πάντοτε καί τον έσεβάσθην διά τον ζήλον καί τήν άγάπην, τά όποία είχε διά τήν πατρίδα, ήτον ό γέρων Κολοκοτρώνης, μέ τον όποίον συνέδε­σα συγγενικόν δεσμόν τού υιού του μετά μιάς καί μόνης θυγατρός ήν είχον, καί μ' δλας τάς έπιβουλάς καί καταδρομάς, τάς οποίας ύπέστην άπό τούς υιούς του καί άπ' δλους ανεξαιρέτως τούς συγγενείς του, δέν μού τό έσυγχωρούσεν μήτε ή συνείδησίς μου, μήτε ή κοινωνική μου θέσις νά τον έπιβουλευθώ, μή­τε ν' αποχωρισθώ άπ' αυτού, αν δέν έδίδοντο προφανείς αίτίαι άπό τον ίδιον καί έφέρθην πάντοτε μέ τον αυτόν συγγενικόν τρόπον, διά νά μήν δώσω αίτίαν δυσαρεσκειών, έλπίζων πά­ντοτε, δτι μέ τον καιρόν νά διαλυθούν δλαι αύται αι σκευωρίαι. Άλλά τό ομολογώ δτι έμεινα απατημένος άπό τάς έπιβουλάς των, ήτον και ό αδελφός μου, ό Αναγνώστης, ό Σωτήριος Χαραλάμπης, ό επίσκοπος Μοθώνης και άλλοι, μέ τους όποίους ουδέποτε εύρέθημεν είς διαφωνίαν. Τον δε Ζαΐμην τόν είχον γαμβρόν έπ' αδελφή, σύντροφον, συναγωνιστήν, της αυτής καταγωγής, ανατροφής και τάξεως καί πάντοτε συνεπάθομεν είς δλας τάς περιστάσεις καί συνεκινδυνεύσαμεν ει απείρους μάχας.
Είς αυτήν, λέγω, την περίστασιν ό Ζαΐμης δεν ήτο πλέον δυνατόν να είναι φίλος καί σύντροφος μέ τον Κολοκοτρώνην τον Πετρόμπεην, τον Σωτήρην Χαραλάμπην καί λοιπούς το κόμματός των, καθότι οί Λονταίοι καί οί πλείστοι των άντιπολιτευθέντων καί άποκηρυξάντων έκπτωτον τό Έκτελεστικόν βουλευταί ήτον φίλοι του Ζαΐμη.
Αυτοί έδιόρισαν και τό νέον Έκτελεστικόν του Κουντουριώτη καί λοιπών και ήνώθηκαν μέ αυτούς. Δέν ήτο λοιπόν δυνατόν νά άποχωρισθή καί νά ένωθή μέ τό έκπτωτον καθότι είδε πραγματικήν την έπιβουλήν του, διότι έδιόρισε τον Κολοκοτρώνην άρχηγόν εις την πολιορκίαν των Πατρών λόγω πολιορκίας, πράγματι δε διά την έξόντωσιν του Ζαΐμη.
Δι' αυτά καί δια πολλούς λόγους άλλους ήναγκάσθη και ήνώθη μέ τό νέον σύστημα του Κουντουριώτη. Έγώ μάλιστα κατ' έκείνην την έποχήν ήμην δυσαρεστημένος από τόν Ζαΐμην καί τον Λόντον διά τον έπίβουλον τρόπον τους, οίτινες άφού δέν ηθέλησαν νά μέ δώσουν ούδεμίαν συνδρομήν είς τήν μετά του Πλαπούτα προ ολίγου καιρού πάλην, έπεθυμούσαν μάλιστα νά μέ ταπεινώσουν καί νά μέ συντρίψουν δια σκοπούς ιδιοτελείς καί μέ προέτρεπον νά υποκύψω είς τή βίαν διά νά έχω πάντοτε τήν ανάγκην τους, καί έκτοτε διεκόπησαν αί μεταξύ μας σχέσεις καί πάσα αλληλογραφία.
Κατά τά μέσα Ιανουαρίου 1824, βλέπων τό πάλαι Έκτελεστικόν του Κολοκοτρώνη δτι άφού άπεκηρύχθη έκπτωτον από την βουλήν και εδιορίσθη το νέον και υποπτευθέν ότι ήδύνατο ή νέα Κυβέρνησις υπό τήν αιγίδα της Κολοκοτρωναϊκής μερίδος. Έγώ τότε έκατοικούσα οικογενει­ ακώς προ πολλού καιρού εις τήν Τριπολιτσάν, είχον συχνά συνεντεύξεις μετά τών άνω ειρημένων, με τους οποίους με συ­νέδεε δεσμός φιλικός, καθότι ήτον όλοι συναγωνισταί μου (έκτός ολίγων τινών μέ τους οποίους δεν είχον σχέσιν).
Ή νέα Κυβέρνησις ένδυναμωθείσα αρκούντως εις τό Κρα­νίδι (επειδή καί έλαβεν έκεί τήν πρώτην δόσιν του Αγγλικού δανείου) έλαβε τό μέτρον καί τήν εις Τριπολιτσάν υποτιθεμένην Κυβέρνησιν νά διάλύση καί τά φρούρια όλα νά λάβη υπό τήν κυριότητά της καί τήν αύθαίρετον αύθάδειαν τών Κολοκοτρωναίων νά συστείλη, νά τους κάμη ώστε νά εννοήσουν ότι καί αυτοί νά πείθωνται είς τους νόμους καί εις τήν Κυβέρνη­σιν του Έθνους, καθώς καί οί λοιποί Έλληνες.
Διέταξε λοιπόν κατ' επανάληψιν τον Πάνον νά παραδώση τά φρούρια είς τήν Κυβέρνησιν του Έθνους, καθότι έλαβε σοβαράς καί μεγάλας υπονοίας από αξιοπίστους πηγάς ότι ό Πάνος Κολοκοτρώνης καί ό αδελφός του Γενναίος διεπραγματεύοντο μυστικώς μέ τον υποναύαρχον της κατά τό Μεσόγειον Γαλλικής Μοίρας Δερινύ νά πωλήσουν τους δύο πασιάδες, Άλή πασιάν καί Σελήμ πασιά (ευρισκομένους είς Ναύπλιον), διά εκατόν χιλιάδας ισπανικά τάλληρα, τους οποίους τους έζήτησε κατ' έκείνας τάς ημέρας άπό τήν νέαν Κυβέρνησιν καί δεν εδέχθη νά τους δώση. 'Ωστε ούται αί υπόνοιαι απέβησαν πραγματικαί, καθότι κατά τάς 22 Μαίου ήγκυροβόλησεν είς τον λιμέ­να του Ναυπλίου έν πολεμικόν Γαλλικόν πλοίον μέ τά χρή­ματα ίνα πάρη τους πασιάδες καί τήν έπιούσαν έφθασε μία πο­λεμική κορβέτα διά τον αυτόν σκοπόν. Ή νέα Κυβέρνησις έπρόβλεψε καί έπρόλαβε καί έστειλε τον Ρόδιον μέ στρατιώτας τήν νύκταν έκείνην καί κατέλαβε τό Βούρτζι, έπιθαλάσσιον φρούριον. Ό Πάνος, μή γνωρίζων τούτο, έστειλε τον Κουβαράν είς τό πλοίον διά νά λάβη τά χρήματα καί νά του παραδώση τους πασιάδες. Ό Ρόδιος έστειλε ευθύς καί συνέ­λαβε τήν λέμβον καί τον Κουβαράν καί τούς έφερον έκεί καί έρωτήσας αυτόν πού ύπήγαινεν, ώμολόγησεν ότι ύπήγαινε νά λάβη τά χρήματα νά δώση τούς πασιάδες, μή γνωρίζων ότι ό Ρόδιος ήτο διατεταγμένος από τήν Κυβέρνησιν. 'Οθεν αυτόν μέν τον έφυλάκισε, προς δέ τούς πλοιάρχους άνήγγειλεν ότι νά αναχωρήσουν αμέσως καθότι είναι είς τήν δυσά ρεστον ανάγκην νά τούς κανονοβολήση. Καί άνεχώρησας ευθύς.
Ό Πάνος απήντησε μετά του Νικηταρά πάλιν τά ίδια είς τήν Κυβέρνησιν, ότι τοιαύτην Κυβέ ρνησιν συστηθείσαν παρα­νόμως δεν τήν γνωρίζουν, άλλ' όταν συγκροτηθή Εθνική Συνέλευσις καί αύτη διορίση νομίμως Κυβέρνησιν τότε τήν γνω­ρίζουν, άφού προηγουμένως τούς πλήρώση υπέρ τό ήμισυν έκατομμύριον γρόσια διά μισθούς της φρουράς (τά όποία έφερον από τήν Ζάκυνθον όταν ήλθαν άπό τά πλούτη τους, καί τά έξώδευαν είς τάς άνάγκας του Έθνους)! Τότε ή Κυβέρνησις, άναγκασθείσα, έδιόρισε τον Ζαΐμην, τον Λόντον, τούς Γιατράκηδες καί τον Παπαφλέσσαν μέ τον άδελφόν του τον Νικήταν καί άλλους νά πολιορκήσουν τό Ναύπλιον διά ξηράς καί θαλάσσης μέ στενόν άποκλεισμόν, νά πολιορκήσουν καί τήν Τριπολιτσάν ώστε νά διαλυθή αυτό τό αύθαίρετον σύστη­μα.
Διευθυντής δέ αυτών τών δύο πολιορκιών έδιορίσθη ό Ζαΐμης, ό όποίος φθάσας έξωθεν του Ναυπλίου προσεκάλεσε τον Πάνον νά παραδώση τό φρούριον είς τήν Κυβέρνησιν νά έβγη είς τήν Νάριον νά ανταμώσουν, νά ομιλήσουν, διά νά συμβιβάσουν τάς διενέξεις, νά παραδώση τά φρούρια έντίμως καί άνευ ζημίας του, νά διατηρηθή δέ καί ή αξιοπρέπεια τής Κυβερνήσεως. Άλλ' αυτοί, μέ τήν χαρακτηρίζουσαν αυτούς προπέτειαν, απήντησαν ώς καί πρότερον, ώστε αναγκασθείς ό Ζαΐμης έκήρυξε τό Ναύπλιον είς άποκλεισμόν διά ξηράς καί θαλάσσης επισήμως. Τότε έγραψε καί είς έμέ συγγενικώς ότι (μ' όλον όπου είμεθα δυσαρεστημένοι ένεκα τών όσων εξέθε­σε όπισθεν συμβεβηκότων μετά του Πλαπούτα) νά μήν ανα­μιχθώ είς τάς έθνοκτόνους παρανομίας τών είς Τριπολιτσάν συναθροι σθέντων ολίγων ανθρώπων ώς σώμα Κυβερνήσεως, καθότι ή Κυβέρνησις έλαβε τό μέτρον νά τους πολιορκήση καί νά τους διαλύση καί ότι έδιορίσθη αυτός νά εκτελέση τήν διαταγήν καί είναι αναγκασμένος νά έλθη νά τήν βάλη είς ένέργειαν, καί ότι είναι γνώμης νά αποσυρθώ είς τήν πατρίδα μου Λαγκάδια, όχι νά σταθώ αδιάφορος καί αμερόληπτος, καί ότι δέν επιθυμεί, μήτε δίκαιον είναι, νά φανώμεν διηρημένοι ένε­κα τών προηγουμένων έκτακτων εκείνων περιστά σεων, καί άλλα τοιαύτα, καί μέ προέτρεπε μάλλον νά σταθώμεν αμφό­τεροι σύμφωνοι μέ τό πνεύμα της Κυβερνήσεως καί όχι κακώς έμπαθώς καί ψευδώς αναφέρει είς τον Βονιτόμον της Χαλιμάς του τό τυφλόν όργανον του ναπισμού, ό άθλιος Σπηλιάδης, σελίδαν 18, ότι ό Λόντος έγραφεν είς τήν Κυβέρνησιν, ότι Έλλην καί χρυσός έγιναν συνώνυμα καί ότι ώμίλησεν μέ τον Κανέλλον Δεληγιάννην καί τον εύρεν εύκαμπτον είς τό μέρος τους καί ότι άν ήτον υπόνοια ώς προς τό πιστόν του Πλαπούτα νά ληφθή φροντίς υπέρ του Κανέλλου κτλ.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

(Παλουμπαίοι - Πλαπουταίοι - Κολοκοτρωναίοι) - Μάχονται κατά των Δεληγιανναίων.Αρπαγή Περιουσίας.

Έγώ ευρισκόμενος (ώς όπισθεν είρηται) ασθενής καί κλι­νήρης εις τήν Τριπολιτσάν καί οί αδελφοί μου έφησυχάζοντες εις τήν πατρίδα μας Λαγκάδια, χωρίς νά άναμιχθώμεν εις κανέν άντικείμενον ή μέρος με κανέν έκ τών άντιφερομένων μερών, έχοντες δέ καί εν μεγάλον χωρίον Άνοζύρι λεγόμενον καί άλλα δύο τρία μικρά εις τό τμήμα τής Ηλιόδωρος ιδιο­κτησίας μας, απέχοντα από του Παλούμπα, πατρίδα τών Πλαπουταίων, μίαν καί ήμίσειαν ώραν σχεδόν, τά όποία μετά τήν έπανάστασιν κατήντησαν σχεδόν ακαλλιέργητα καί οί κά­τοικοι ώς έκ τών δεινών τών περιστάσεων καί ένεκα τών βι­αιοπραγιών τών Πλαπουταίων καί δλων σχεδόν τών Παλουμπαίων τών λαμβανόντων παρ' ημών πάντοτε μυρίας εύεργεσίας, οιτινες κατεπίεζον αυθαιρέτως καί κατέτρεχον τους κα­τοίκους διά νά φύγουν από έκεί, νά μείνη χέρσον διά νά μην άπολαμβάνωμεν εισόδημα, νά άναγκασθώμεν νά τά πωλήσωμεν είς μηδαμινήν άξίαν προς αυτούς, καθώς καί τω δντι κατώρθωσαν, ώστε άπό ένενήκοντα σχεδόν οικογενείας γε­ωργούς με ζευγάρια όπου είχομεν καί αυτούς τούς τεσσάρους αδελφούς Πλαπουταίους καί άλλους έκ τών Παλουμπαίων κατήντησαν νά μείνουν είς τούς 1823 μόλις είκοσι, οί δ' άλλοι μή υποφέροντες τάς ακατάπαυστους κακώσεις μετοίκησαν είς άλλα χωρία.
Απεφάσισαν λέγω οί αδελφοί μου νά μεταβή έκεί ό αδελ­φός μας ό Δημητράκης νά έπισκεφθή αύτάς τάς ιδιοκτησίας νά δυνηθή νά έπιφέρη μίαν διόρθωσιν, νά αναπαυθούν οί εναπο­μείναντες, νά έπαναφέρη καί όσους δυνηθή έκ τών μετοικησάντων είς τάς οικίας μας νά καλλιεργούν, ώς πρότερον. Συμπαραλαβών δέ μεθ' εαυτού είκοσι περίπου οικείους μας στρατιώτας άνεχώρησε καί έφθασεν έκεί' ό δρόμος άπερνά άπό τό άκρον του Παλούμπα καί τον είδον διαβαίνοντα. Αμέ­σως οί δύο αδελφοί Πλαπούτα ό Παρασκευάς καί ό Θανάσης, μετά τοΰ δολοφόνου Τσίραλη, ό σύγγαμβρος τού Πλαπούτα Πανουριάς συνάξαντες όλην έκείνην τήν νύκταν υπέρ τούς εκατόν στρατιώτας έφθασαν τήν πρωίαν είς τό Άναζύρι καί αμέσως τήν έπολιόρκησαν καί ήρχισαν νά τουφεκίζουν είς τά παράθυρα του πύργου, έστειλαν δέ καί έσύναξαν ζώα καί έξεσκέπασαν τον ληνόν τών αμπελώνων μας καί έφόρτωναν τά ξύλα καί τά κεραμίδια καί τά έστελναν είς του Παλούμπα. Ό αδελφός μου, χωρίς νά τούς άντιπυροβολήση, έστειλε δύο έκ τών προκρίτων κατοίκων νά τούς ερωτήσουν τί ζητούν; καί διατί τον τουφεκίζουν; καί διατί ξεσκεπάζουν τον ληνόν; Αυτοί απήντησαν με αύθάδειαν, ότι ήλθε καί έπάτησε τό τμήμα τους καί τούς έτάραξεν έκ προθέσεως τήν ήσυχίαν καί έχουν ύποψίας· καί τελευταίον δτι τό χωρίον αυτό τό θεωρούν ώς ίδιοκτησίαν τους (καθότι τό είχομεν άγορασμένον προ 18 έτη άπό Τούρκους) καί όπου έδώκαμεν τά χρήματα μας νά ύπάγωμεν νά τά ζητήσωμεν καί τέλος πάντων τούς λέγουν, ότι απαιτούν νά αναχωρηήση αμέσως έκείνην τήν στιγμήν καί άν έπιμένη, έχουν άπόφασιν νά καύσουν καί αυτόν καί τούς στρα­τιώτας μέσα είς τον πύργον. Αύτάς καί άλλας πολλάς ύβρεις καί άπειλάς εξεφράσθησαν. Αυτός δέ άπτοήτως τούς άπήντησεν, ότι ευρισκόμενος είς τήν ίδιοκτησίαν μου, χωρίς νά βλά­πτω άλλον, δεν φοβούμαι κανένα καί ό,τι δυνηθούν ας κά­μουν. Έστειλε δέ καί τον Τσακαλόγιαννην, καπετάνιον μας, νά τούς όμιλήση φρονίμως καί με λόγον νά λείψουν άπό τοι­ούτους παραλογισμούς καί συγχρόνως έμβασεν είς τον πύργον οκτώ έως δέκα ημερών τροφήν καί νερόν. Αυτοί δέ φερθέντες μέ τον πλέον βανδαλικώτερον τρόπον ήρπασαν τά όπλα καί τό σπαθί του Τσακαλόγιαννη καί τον απέστειλαν άφωπλισμένον. Ό πύργος εκείνος καί μία μεγάλη αποθήκη είναι όχυρώματα ακαταμάχητα άλλά ό Δημητράκης δέν έπέτρεψεν μ' όλα ταύτα είς τούς στρατιώτας νά τουφεκίσουν, διά νά μήν χυθή αίμα άδελφικόν, ένώ αυτοί έτουφέκιζον ακαταπαύστως. Περί τό μεσονύκτιον έβγαλεν ένα στρατιώτην ταχύποδα άξιον άπό εν μέρος, τό οποίον δέν ήδύναντο αυτοί νά καταλάβουν διά νά τον αποκλείσουν, καί έφθασεν είς τά Λαγκάδια καί είδοποίησεν αυτό τό περιστατικόν είς τούς λοιπούς αδελφούς μου, οιτινες είς τήν στιγμήν προσεκάλεσαν τούς στρατιώτας τής πατρίδος μας Λαγκαδιών καί συνήχθησαν υπέρ τούς τε­τρακόσιους καί παραλαβών αυτούς ό αδελφός μου Νικολάκης έξεκίνησε πολύ πρωί διά τό Άναζύρι.
Προτού δέ αναχωρήση ειδοποίησαν δι' επίτηδες πεζών τούς προκρίτους καί καπετα­ναίους μας τών τμημάτων Βαλτετσινίκου, 'Ακοβας καί Περαμεριάς καί εντός 12 ωρών έξεκίνησαν άλλεπαλλήλως υπέρτους 1.500. Φθάσαν λοιπόν ό Νικολάκης πλησίον είς τό Άναζύρι προ μεσημβρίαν καί ίδόντες αυτόν μακρόθεν έρχόμενον έτράπησαν πάραυτα είς άνανδρον φυγήν. Έξελθών δέ καί ό Δημητράκης τούς κατεδίωξαν καταπόδιν έως τό χωρίον τους Παλούμπα, όπου τούς έπολιόρκησαν αμέσως πανταχόθεν καί ήρχισεν ό πυροβολισμός ακατάπαυστος.
Ό δολοφόνος τού αδελφού μας του Άνάστου Τσίραλης είχε μίαν οίκίαν προς τό άνατολικομεσημβρινόν μέρος του χωρίου Παλούμπα εις τό άκρον, είς τήν οποίαν έπρόφθασε καί έσφαλίσθη μόνος, οί δ' άλλοι κατέλαβον τάς λοιπάς οίκίας όλας καί έπολέμουν.
Προς τό μέρος είς τό οποίον ήτον ό δολοφόνος δέν ήδύναντο οί σύντροφοί του νά δώσουν τήν παραμικράν συνδρομήν καί ένεκα τούτου έπλησίασαν είς τήν οίκίαν αυτήν υπέρ τους πενήντα στρατιώται καί γνωρίζοντες ότι ήτον μέσα ό Τσίραλης έπεσαν μέ τά μούτρα διά νά τον συλλάβουν ζώντα άποφασίσαντες νά φονευθούν πέντε καί εξ άπό αυτούς· κατέλαβον λοιπόν τήν μίαν πλάτην τής οικίας του. Έν αύτώ δέ τω διαστήματι ύπήγαινεν ό Άγγέλης άπό τήν Τρεστενάν μέ είκοσι στρατιώτας προς βοήθειάν του, άλλά μή δυνάμενος νά είσχωρήση, έξήλθεν ό Τσίραλης τής οικίας καί κατέλαβε πέτρας τινάς όχυράς νά δώση άντιπερισπασμόν τών εδικών μας στρ< τιώτων νά έμπορέσουν νά έμβουν οί ερχόμενοι καί βλέποντες αυτόν οί εδικοί μας τον έπυροβόλησαν υπέρ τούς είκοσί' κ έπεσεν αμέσως νεκρός. Έτρεξεν ή νεόνυμφος σύζυγός του φωνάζουσα νά τον έναγκαλισθή, άλλά συγχρόνως έτρεξαν καί στρατιώται νά τον λαφυ ραγωγήσουν. Ήρπασαν λοιπόν όπλα του, άλλ' αυτή θρηνούσα δέν υποχωρούσε νά πάρουν και τά ενδύματά του. Ένας δέ στρατιώτης ίδών ότι είχεν τά μαλιά της πλεγμένα μέ χρυσά πλεξιμάδια καί μέ ρουμπιέδες, αισχροκερδεία κινούμενος, χωρίς νά σεβασθή τό γυναικείον φύλον, τής έκοψε τά ήμισυ μαλλία καί τά ήρπασε, χωρίς νά τον ίδούν οί άλλοι στρατιώται ποίος ήτον δστις εκαμεν αυτήν τήν άνόσιον πράξιν. Ειδοποίησαν αμέσως τούς αδελφούς μου ότι ό δολοφόνος Τσιραλής έφονεύθη καί έλαβε τά έπίχειρα τής κακίας του καί έκλαβόντες τούτο ώς θαύμα του Θεού διέταξαν αμέσως καί επαυσεν ό πυροβολισμός, ένδώσαντες μάλλον είς τάς πα­ρακλήσεις του γηραιού Κόλια Πλαπούτα, πατρός τών Πλα­πουταίων, αρχαίου πατρικού καί πιστού φίλου μας, προς τον όποίον είχομεν πολλήν καί μεγάλην ύπόληψιν. Καί μ' όλον όπού είχον καταλάβει τάς ήμισυν οικίας τού χωρίου εκείνου καί τήν ήμέραν έκείνην ήτον έπόμενον νά τό καταλάβουν όλον, ύπεχώρησαν χάριν αύτού τού γέροντος καί άνεχώρησαν καί μετά τήν δύσιν του ηλίου έφθασαν άπαντες είς τά Λαγκάδια. Οί Παλουμπαίοι ειδοποίησαν αμέσως τον είς τον Πύργον διαμένοντα, ώς είρηται, Δημήτρην Πλαπούταν προς φόβητρον του Ζάΐμη καί Λόντου, αυτό τό περιστατικόν καί αμέσως έξεκίνησεν εκείθεν μέ τούς στρατιώτας του συμπαραλαβών καί τον Άλέξιον Μουσχούλαν μέ εκατόν ώς έγγιστα Άγουλινιτσιώτας, έφθασε δρομαίως είς τό χωρίον του Παλούμπα καί ευθύς έξεκίνησε καί προς τό εσπέρας έφθασεν εις του Σέρ­βου, χωρίου τού τμήματος τής Ήλιοδώρας, έχων έκεί συγγε­νείς τούς Δαραίους, καί περί τό μεσονύκτιον ύπήγε μ' όλους τούς στρατιώτας του πλησίον είς τά Λαγκάδια μίαν ώραν πε­ρίπου καί ήρπασε πέντε ποίμνια αίγιδοπροβάτων, άτινα παρεχείμαζον είς μίαν θέσιν τών συμπολιτών μας, δύο ώς έγγι­στα χιλιάδας, καί τά λεβέτια των καί πάν ό,τι άλλο εύρον έπυροβόλησαν καί τούς ποιμένας νά τούς φονεύσουν, οίτινες διεσώθησαν διά τής φυγής είς τό σκότος καί υπέστρεψε μέ τά ποίμνια είς του Σέρβου καί ώχυρώθη. Έστειλε δέ καί κατέλαβε αίφνης καί τρία αυτά άλλα χωρία μικρά τό Ρεκούνι, τήν Άλβάνιτσαν καί τοτου Βρετεμπούγα έκ του έδικού μας τμήμα­τος καί ώχυρώθηκαν είς εκαστον εκατόν στρατιώται' έγραψεν αμέσως είς τήν Άρκαδίαν του Γκρίτσιαλη, Μήτρου Αναστα­σοπούλου καί άλλων, επίσης καί τών Ζαριφαίων, του γέρο Σιώρη, τών Φλεσσαίων, του Κεφάλα, τών Πετροβαίων, τού Νικηταρά, του Τζιώκρη, τών Πετιμεζαίων Βασίλη καί Νικο­λάκη, έγραψε καί τών Κολοκοτρωναίων, πατρός καί υιών, νά κινηθούν όλοι είς συστηματικήν σταυροφορίαν καθ' ημών, νά μάς καταστρέψουν, καθότι τό άντικείμενον αυτό είναι σοβαρόν καί έκινήθη διά γενικόν σκοπόν εναντίον τής μερίδος των. Οί δέ υιοί του Κολοκοτρώνη εγραφον έκ Ναυπλίου προς τον πατέρα τους είς Τριπολιτσάν, ότι, έάν δέν σχίση τό προσωπείον, νά κινηθή καθ' ημών, δέν θέλει τον γνωρίσουν είς τό εξής ώς πατέρα, άλλ' ώς έχθρόν. Έξεκίνησαν όλοι οί άνω είρημένοι καί εντός οκτώ ημερών συνήχθησαν είς τά χωρία πλησίον μας υπέρ τάς δύο χιλιάδες.
Οί δέ αδελφοί μου ίδόντες τήν άρπαγήν τών ποιμνίων καί ότι κατέλαβον έκ τών ιδικών μας χωρίων καί τά έλεηλάτησαν καί τά έγύμνωσαν μέ ειδοποιούν καθημέραν δι' επίτηδες ιππέων τά κινήματα αυτών καί τούς σκοπούς, ώστε μ' όλην τήν άτονίαν καί άδυναμίαν, είς ην ειχον καταντήσει έκ τής δεινής εκείνης ασθενείας καί δέν ήδυνάμην ούδ' έξωθεν τής οικίας νά έβγω, ουδέ στρατιώτας είχον διά τήν άσφάλειαν τού δρόμου, απεφάσισα μ' όλα ταύτα καί αμέσως επήρα είκο­σι στρατιώτας άπό τον Μπηλίδαν, τον πολιτάρχην, καί είκο­σι είχον εδικούς μου καί άναχωρήσας τρείς ώρας μετά τό εσπέρας καί φθάσας είς τήν Ζαράκοβαν ήρχισε μία ραγδαία βροχή μέ άστραπάς καί βροντάς καί σκότος βαθύ, ώστε δέν ήξεύραμεν που ευρισκόμεθα καί διεσκορπίσθημεν τρέχοντες όλην έκείνην τήν νύκταν έφθασα προτού ξημερώση είς τον χείμαρρον τής Άλωνίσταινας μέ μόνον επτά στρατιώτας' άλλά νυκτός ούσης δέν ήδυνήθημεν νά τον άπεράσωμεν καί άμα ήρχισεν ή ήώ, βλέπομεν καί έρχονται δυο ιππείς δρομαίοι, οίτινες ήτον ό Δήμος καί ό Σκουριασμένος άπό τήν Κερπινήν απεσταλμένοι άπό τούς αδελφούς μου, νά προφθά­σω έκεί, καθότι οί στρατιώται τού Πλαπούτα καί ή επικου­ρία του συνήχθησαν πολλοί. Άλλ' άπό τήν ύπερβολικήν βροχήν δέν ήδυνάμην πλέον ούτε νά ιππεύσω ούτε πεζός νά περιπατήσω. Τέλος άπεράσομεν τον χείμαρρον, ύπήγομεν εις τήν 'Αλωνίσταιναν, έστεγνώσαμεν είς τάς πυράς τά ενδύμα­τα μας, έφθασαν οί διασκορπισθέντες στρατιώται μου καί άναχωρήσας μ.μ. έφθασα τό εσπέρας εις τήν πατρίδα μου, τά Λαγκάδια, εύρον έκεί συναθροισμένους υπέρ τούς χιλίους στρατιώτας καί αμέσως έδιόρισα τον μέν άδελφόν μου Δημητράκην μέ τριακόσιους πεντήκοντα καί κατέλαβε τό χω­ρίον Βυζίτσι, τον δέ Νικολάκην μ' άλλους τόσους τήν Βερβίτσαν καί έξησφάλισαν τάς δύο αύτάς θέσεις. Έγώ δέ μ' άλλους τόσους σχεδόν συνεκεντρώθην είς τά Λαγκάδια καί αμέσως έξεκίνησα ιππείς διά όλα τά μέρη νά προφθάσουν είς βοήθειάν μας. Ευρεθείς δέ τότε ό Κωνσταντής Πετιμεζάς είς τό Σοπωτόν συσσωματωμένος μέ 500 ώς έγγιστα στρατιώ­τας κατά τών συγγενών του Βασίλη καί Νικολάκη καί λοιπών Πετιμεζαίων καί έχων μ' αυτόν φιλίαν ειλικρινή καί άγάπην τού έγραψα τά διατρέχοντα καί ότι, άν αγαπά, νά έλθη είς βοήθειάν μας, ό όποίος ξεκινήσας ευθύς μ' όλον τό στρατιωτικόν σώμα του έφθασεν έκεί τήν έπιούσαν ευχαρί­στως. Έγραψα συγχρόνως τού Παπατσώνη, του Κωνσταντί­νου καί Γεωργάκη Μαυρομιχάληδων ευρεθέντων τότε είς τον Μισθράν, του Παναγιωτάκη καί Γεωργάκη Γιατράκων, του Παπατσιώρη είς τήν Άρκαδίαν, του Τσανέτου καί Καννελόπουλων είς τό Φανάρι καί άλλων τινών φίλων μου προςτούς όποίους είχον τήν άπαιτουμένην έμπιστοσύνην καί τού εξιστόρησα όλα τά διατρέχοντα και τούς συστηματικούς σκοπούς τών αντιπάλων μας καί έπεκαλούμην τήν φιλικήν συν δρομήν τους, οίτινες μ' όλην τήν προθυμίαν έξεκίνησαν και ήρχοντο προς βοήθειάν μας, οί Μαυρομιχάλαι μέ 600 ώς έγγιστα Μανιάτας καί άλλους, οί Γιατράκηδες μέ 800, ο Παπατσώνης μέ τον Κωνσταντήν Φίλον, Θανασούλην Κιαριακόν, Κώσταν Μπούραν καί άλλους μέ 700, ό Κανελλόπουλος καί Τσανέτος άπό Όλυμπίαν μέ 300, ό Παπατσώρης άπό τήν Άρκαδίαν μέ 300, ώστε ή επικουρία μας όλη ύπερέβαινε τάς 3.000, ήτον καί ή επιτόπιος εδική μας δύναμις υπέρ τάς 2.000, τού δέ Πλαπούτα μόλις έσυμπληρούτο 2.000, ή επικουρική τών Κολοκοτρωναίων καί λοιπών και έως 500 Ήλιοδωρίσιοι καί άλλοι. Έγραψα συγχρόνως καί προς τον Ζάΐμην καί Λόντον και τούς εξέθεσα όλον τό ιστορικόν τών διατρεξάντων δι' αυτό κίνημα καί ώς αδελφοί καί σύντροφοι άπ' αρχής του άγώνος νά μάς στείλουν τινά έπικουρίαν κτλ. οίτινες μ' απήντησαν με τόσην άναλγησίαν, ωσάν νά ήτον τό άντικείμενον περί παρωνυχίδος καί μέ έσυμβούλευον ότι είναι γνώμης νά συμιβάσωμεν τό πράγμα προτού μεγαλώση καί καταντήσει άδιόρθωτον. Καί, άν τούτο είναι αδύνατον, νά ύποκύψωμεν είς τήν ανάγκην καί νά ύποχωρήσωμεν διά τήν άγάπην της πατρίδος καί άλλα τοιαύτα. Μ' άλλους λόγους μάς έλεγον ότι νά κύψωμεν τήν κεφαλήν νά μάς κόψουν τον λαιμόν και τούτο διά νά ευχαριστήσουν τούς Κολοκοτρωναίους καί Πλαπούταν, νά τούς πωλήσουν δούλευσιν, άλλ' ό σκοπός απέβλεπε διά νά ταπεινώσουν ημάς νά μάς αδυνατίσουν, να είμεθα υποκείμενοι καί νά έξαρτώμεθα άπό τάς θελήσεις αυτών, νά αποκατασταθούν παντοδύναμοι, καθότι δέν ηδύναντο νά υποφέρουν τήν ύπεροχήν τής οικογενείας μας.
'Αλλά δεν τους άφησα να ευρίσκονται πολύν καιρόν είς αυτήν την άπάτην, δτι ήδύναντο νά μάς μηδενίσουν και να μας σύ­ρουν αυτοί έπειτα δια έλεος. Τούς απήντησα αμέσως, δτι έγώ γνωρίζων δτι είμεθα συγγενείς, σύντροφοι και καθ' δλα ενω­μένοι υπέρ της πατρίδος, προ του αγώνος καί μετά τον αγώνα εως έκείνην τήν στιγμήν, ένόμισα καθήκον μου καί συμφέρον μάλλον διά αυτούς νά τούς ειδοποιήσω τούς σκο­πούς καί τά σχέδια τών αντιπάλων μας, τά όποία δεν ήτον μόνον καθ' ημών, αλλά κατά τού συστήματος δλων τών προυχόντων και προκρίτων. Έπεκαλέσθην καί από αυτούς συνδρομήν τινα, διά νά γνωρίσουν δτι είμεθα αδιαίρετοι, άλλ' ουδέποτε έφαντάσθην νά τούς ζητήσω συμβουλήν, καθότι δεν έλαβον ποτέ ανάγκην διά τήν συμβουλήν τους καί ήθελε είσθαι καλόν αύτάς τάς συμβουλάς νά τάς φυλάξουν διά τον εαυτόν τους. 'Οσον διά τήν έπικουρίαν τους μήτε δι' αυτήν έχω ανάγκην καί αν θέλουν ας τήν δώσουν είς αυτούς τούς φίλους τους, διά νά δοκιμάσουν τάς δυνάμεις των, καί ημείς είμεθα μόνοι μας ικανοί νά λάβωμεν πάσαν Ίκανοποίησιν, καθώς καί τήν έλάβομεν. 'Αλλά δι' αυτήν τήν έπίβουλον καί άπερίσκεπτον διαγωγήν τους θέλει έλθει καιρός νά μετανοή­σουν καί νά λάβουν αυτοί ανάγκην άπό τήν συνδρομήν μας, καθώς πολλάκις τήν έλαβον. Καί άλλα πολλά τοιαύτα τούς έγραψα μέ πικρίαν καί έμειναν αναπολόγητοι.
Ταύτα πάντα πληροφορηθείσα ή Κυβέρνησις καί τοι ούδεμίαν ισχύν έχουσα εκ τής διαιρέσεως καί πολλών άλλων πε­ριστάσεων καί μή δυναμένη νά έπέμβη ενόπλως νά μας εμπομ­διση, βλέπουσα μάλιστα καί τον προφανή κίνδυνον του Πλαπούτα απεφάσισε καί έστειλε μίαν πρεσβείαν, τον 'Ανδρέαν Μεταξάν, μέλος τού Εκτελεστικού, τον Χ. Περούκαν, Ύπουργόν τής Οικονομίας, τον Παπαφλέσιαν, Ύπουργόν τών Εσωτερικών, τον Διονύσιον Παπαγιαννόπουλον, τον Δημήτριον Καραμάνον και τον Καλαμαριώτην, βουλευτάς, οίτινες φθάσαντες εις Λαγκάδια έπεσαν εις τό μέσον, δια φρονί­μων παρατηρήσεων, συμβουλών, προτροπών και παρακλήσε­ων νά παύση ή εχθροπραξία και ή ένοπλος σύγκρουσις. Άλλα προτού φθάσουν αυτοί (ώς είρηται) εις Λαγκάδια, έκαμεν εν κίνημα καθ' ημών ό Πλαπούτας και άπεπειράθη νά κτυπήση αίφνης τους αδελφούς μου, ώχυρωμένους δντας εις την Βερβίτσαν, Βυζίτσι και Καλιάνι, νά δυνηθή νά καθέξη τάς θέσεις έκείνας, γνωρίζων εκ της συχνής αλλη λογραφίας ην είχε μέ τους υίούς του Κολοκοτρώνη, δτι ό γέρων Κολοκοτρώνης έστρατολόγησεν εις Τριπολιτσάν τετρακόσιους, ώς εγγιστα, στρατιώτας, μέ τους οποίους εξήλθε και συνάξας άλλους τό­σους σχεδόν έκ τους τών βουνών τής επαρχίας Καρυταίνης διευθύνετο προς τό Βαλτεσινίκον νά μας πάρη τά οπίσθια νά μάς έκφοβίση νά συσταλθώμεν νά άφήσωμεν τάς θέσεις τών χωρίων 'Ακοβας κενάς καί νά περιορισθώμεν εις τά Λαγκά­δια, νά στενοχωρηθώμεν, ώστε νά δεχθώμεν οποιονδήποτε συμβιβασμόν μάς προτείνουν. Τότε καί οί Τριπολιτζιώται καί οί Καρυτινοί στρατιώται είπον προς τον Κολοκοτρώνην, δταν έφθασαν εις τά Μαγούλιανα, δτι τον ακολουθούν μέν, διά νά πέσουν είς τό μέσον καί ώς ουδέτεροι νά μεσολαβήσουν, νά παύση ή εχθροπραξία, άλλά διά νά πολεμήσωμεν ημείς τους Δεληγιανναίους είναι πράγμα αδύνατον, καθότι αυτούς καί μόνους έγνωρίσαμεν εύεργέτας προ αμνημονεύτων χρόνων εως σήμερον καί δεν μάς τό επιτρέπει ή συνείδησίς μας νά δείξωμεν τόσην άγνωμοσύνην.
Έστειλε λοιπόν ό Πλαπούτας τους αδελφούς του, καί τον σύγγαμβρόν του Πανουργιάν (καί τον άτρόμητον άνεψιόν του Άποστόλην Τασκούλιαν ή Κολοκοτρώνην λεγόμενον, τον προ τριών ετών υπηρέτην μας, τον μηδέποτε ιδόντα τό πυρ του πολέμου) μέ 600 στρατιώτας, νά κτυπήση τους αδελφούς μου καί φθάσας έκεί ήρχισεν αμέσως ό πυροβολισμός εκατέ­ρωθεν καί μετά δίωρον σύγκρουσιν άπεπειράθησαν διά νά κα­ταλάβουν έξ εφόδου τρείς οικίας είς τό άκρον του χωρίου Βυζιτσίου· τότε αναγκασθείς ό αδελφός μου έξήλθεν άπό τούς πύργους, φωνάξας τούς στρατιώτας δτι νά εξέλθουν δλοι αμέ­σως έκ τών όχυρωμάτων νά τούς κτυπήσουν κατά μέτωπον είς τό πεδίον καί έν άκαρεί τούς προσέβαλον μέ πολλήν τόλμην. Συγχρόνως έφθασαν καί ό Χρίστος Βαχλιώτης καί ό Αργύρης 'Αποσκίτης μέ 150 στρατιώτας Περαμερίσιους καί μετά ημισείας ώρας άντίστασιν τούς έτρεψαν είς τόσην άνανδρον φυγήν καί άτιμον ώστε ό αδελφός μου Δημητράκης έφώναζεν δλαις δυνάμεσι νά μήν τούς καταδιώξουν πλέον καί χυθή άδελφικόν αίμα. Καί ό πρώτος δπου έδειξε τό παρά­δειγμα τής λιποταξίας καί τής φυγής ήτον ό αρχηγός Απο­στόλης Κολοκοτρώνης, ό νυν Συνταγματάρχης τής Βασιλικής Κυβερνήσεως. Άλλ' έν τοσού τω αυτοί τούς κατεδίωξαν, τούς έβγαλαν άπ' δλα τά χωρία του τμήματος τής Άκοβας τά οποία είχον προκαταλάβει, συνέλαβον υπέρ τούς 15 καί τούς άφώπλισαν, έφόνευσαν έξ αυτών επτά καί δώδεκα έπλήγωσαν. Έφονεύθηκαν καί έκ τών ημετέρων ένας Λαγκαδινός καί ένας Διβριτσιώτης καί τέσσαρες έπληγώθησαν καί ούτως έτελείωσεν η σκηνή αυτή.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Πεπραγμένα του Εδρεύοντος στην Τριπολιτσά Εκτελεστικού. Υπό τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην.

Υπάρχον τό Έκτελεστικόν είς την Σαλαμίνα, ώς προείρηται, καταμεσολαβησάσης προ πολλού καιρού διά διάφορα αντικείμενα μεταξύ αύτού καί της Βουλής μεγάλη διχόνοια καί προφανής διαίρεσις καί κατεφέρετο ή Βουλή κατ' αύτού αναφανδόν είς τρόπον ώστε κατήντησαν ασυμβίβαστα αυτά τά δύο σώματα καί μή δυνάμενον τό Έκτελεστικόν νά ενεργή ουδέν άντικείμενον εκ τών χρεών του καί μή έχον ουδέν μέσον τής συντηρήσεως του έξητήσατο από τήν Βουλήν επιμόνως νά μεταβή είς τήν Πελοπόννησον, όπως ένωθέν μετ' αυτής νά συμβι βασθούν καί νά συμπράττουν είς τάς άνάγκας τής Πατρίδος. Δέν υπήρχε μάλιστα πλέον καί ανάγκη νά διαμένη είςτήν Σαλαμίναν καθότι οι εχθροί, αφού έλεηλάτησαν καί κατέστρεψαν δλας τάς επαρχίας τής Στερεάς Ελλάδος, άπεσύρθησαν άπ' δλα τά μέρη καί συνεκεντρώθηκαν είς τό Ζητούνι (Λαμίαν) καί έμειναν ολαι αι έπαρχίαι έλεύθεραι. Τότε ή Βουλή μόλις συγκατετέθη καί έπέστρεψεν τον είς Ναύπλιον έρχομόν του Εκτελεστικού ώς πρε­σβεύουσα αντιθέτους αρχάς ήθελεν ν' άποφασίση μ' όλα ταύτα νά μετατεθή έκεί, άλλ' ύποπτεύουσα έτι μάλλον καί γνωρίζουσα ότι τό Ναύπλιον κατέχεται καί κατακρατείται αυθαιρέτως άπό τους Κολοκοτρωναίους καί συντροφίαν ήθελεν καταντήσει υποχείριος, κατα­πιεζόμενη καί παραβιαζομένη καθ' ήμέραν άπό τάς άλογους καί ανοικονόμητους απαιτήσεις των, ού μόνον του Πάνου καί του Γεν­ναίου, αλλά καί τών εξαδέλφων τους, τών ανεψιών, τών συγγενών καί τών φίλων τους καί όλης τής συντροφιάς των. Απεφάσισε λοιπόν καί μετέβη είς τό 'Αργος, όθεν ήτον εύκολον νά συνυπακούωνται. Φθάσασα δε έκεί εδέησε νά γίνη συνέντευξις μετά του Εκτελεστικού νά δυνηθούν νά διαλύσουν τήν μεταξύ των δυσπιστίαν. Απέστειλαν τινάς τών Βουλευτών να ομιλήσουν μετ' αύτού νά εύρουν τό καταλληλότερον μέσον τής άνταμώσεώς των. Οι 'Εκτελεσταί απαιτούσαν νά εισέλθουν δλοι οι Βουλευταί εις τό Ναύπλιον. Ή πλειονοψηφία καί έγκριτώτεροι τής Βουλής απήντησαν ότι έχουν θετικάς πληρο­φορίας δτι ό Πάνος Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας είναι προδιατεθειμένοι νά τους παραβιάσουν τήν θέλησιν, νά τους έχουν ύπό πολιτικήν κράτησιν, διά νά κατορθώση ή φατρία των παν ο,τι θέλει δι' αύτού τού αυθαιρέτου και αισχρού μέσου καί δτι είναι αδύνατον νά υπάγουν έκεί καί τό περισσότερον δτι ό Πάνος ήθελε νά απαιτήση άπό αυτούς υπέρ τάς πεντακόσιας χιλιάδας γρόσια διά πολύμηνους στρατιωτικούς μισθούς, υποθετικούς, καθυστε ρούμενους τής φρουράς καί ύποθετουμένων εκστρατειών. Ήναγκάσθη δέ ή Βουλή ώς έκ τών διαφόρων πληροφοριών τάς οποίας είχεν, οτι ό Πάνος, ό Γενναίος καί ό Νικηταράς είχον τήν άπόφασιν νά τήν παραβιάσουν νά πάρουν τά αρχεία καί τήν σφραγίδα καί νά τήν διαλύσουν διά τούτο άποφασίσασα έδώρισε διά φρουράν της τον Θεόδωρον Ζαχαρόπουλον μέ διακόσιους πενήντα στρατιώτας, φρούραρχον διά τήν άσφάλειάν της, νομίσασα μάλλον ότι (επειδή) είναι γυναικάδελφος του Νικήτα δέν ήθελον λάβει τήν τόλμην διά νά τον προσβάλουν.
Τό Έκτελεστικόν είχε παύσει πρό τίνων ήμερών τον Άναγνώστην Σπηλιωτάκην άπό του Μισθρά άπό τό Ύπουργείον τής Οικονο­μίας καί άντ' αυτού είχεν άντικαταστήση τον Χαραλάμπην Περούκαν. Έπώλησεν είς τον Νικηταράν άνευ δημοπρασίας τήν άλυκήν του Θερμησίου έπί λόγω δήθεν, δτι είχε στείλει γενήματα είς τον Όδυσσέα διά τροφάς στρατιωτών, ένώ αυτός ήτον άκτήμων καί δέν είχεν ουδέ μίαν σπιθαμήν γής καί ωσάν νά ήτον αυτός πληρεξούσιος δλου του Έθνους νά διανέμη τά δημόσια εισοδήματα είς οποίον θέλει, άνθρωπος, όστις δέν είχε πού τήν κεφαλήν κλίναι καί οχι ιδιοκτησίας νά έχη ίδια γενήματα, ή παρεχώρησεν είς τον εβδομον τής αξίας της, χωρίς νά πλήρωση ούδ' έν λεπτόν είς τό Δημόσιον, διά νά τον σύρουν είς τήν μερίδα τους, νά μεταχειρισθούν τήν κουφόνοιάν του όργανον διά τους σκοπούς τους καί έκαμαν μίαν τοιαύτην μεγάλην θυσίαν παραχωρήσαντες είς τοιούτον άνθρωπον μίαν τοιαύτην έθνικήν περιουσίαν διακοσίων χιλιάδων γροσίων, καί τήν κατεβρόχθισεν άναξίως.
Έστειλε δε καί τον Μεταξάν, μέλος ών τού Εκτελεστικού, καί τον Περούκαν καί Παπαφλέσιαν, Υπουργούς καί τρεις βουλευτάς, κατ' αίτησιν τού Κολοκοτρώνη νά μεσολαβήσουν νά καταπαύσουν τάς τότε άναφυείσας ταραχάς μεταξύ του Πλαπούτα καί ημών (ώς κάτωθι ρηθήσεται τούτο) μέ τό νά έπρόβλεπον δτι ήτον επομένη ή καταστροφή του Πλαπούτα καί τών περί αυτόν, τό περισσώτερον νά προλάβουν διά νά τον σώσουν ώς σύντροφόν τους.
Καί έμεινεν ατελές το σώμα του Εκτελεστικού είκοσι σχεδόν ημέρας. 'Ενεκα λοιπόν αυτί τών παρανομιών καί πολλών άλλων αυθαιρέτων πράξεων του Έκτελεστικού άνευ νόμου καί άνευ συγκαταθέσεως τής Βουλής, άναγκασθείσα αύτη, ώς έκ τών καθηκόντων τους, τούς έκήρυξεν έκπτωτοι δι' επισήμου πράξεως της, καί διά νόμου άντεκατέστησε τον μέν Σπηλιωτάκην είς τήν Οικονομίαν, ώς παρανόμως παυθέντα, άντί δέ του Μεταξά έδιόρισε τον Κωλέττην μέλος του Εκτελεστικού. Αυτό δε αψηφήσαν τήν άπόφασιν τής Βουλής δέν τήν παρεδέχθη, έπί προφάσει δτι δέν ήτον πλήρης ή Βουλή, καθότι μέλη τινά αυτής διέμενον εις τό Ναύπλιον, καί διά τούτο συνειργάζετο μετά του Μεταξά καί του Περούκα, μή δεχθέν τον Κωλέττην καί τον Σπηλιωτάκην.
Έζήτησε δέ νά έξέλθη αυτό άπό τό Ναύπλιον καί ή Βουλή άπό τό Άργος, νά ανταμώσουν εις έν χωρίον, νά δυνηθούν νά διαλύσουν διά συμβιβασμού αυτήν τήν διένεξιν. Παρεδέχθη ή Βουλή τήν αίτησιν ταύτην καί τήν επαύριον ήνταμώθησαν καί τά δύο άντιφερόμενα μέρη εις τό χωρίον Μέρμπακαν καί άρξαμένης τής συνδιαλέξεως και συζητήσεως πεισματώδους έξ αμφοτέρων τών μερών προκυψάσης δέν έστάθη δυνατόν νά συγκατατεθή τό έν σώμα είς τού άλλου τας απαιτήσεις, έρεθίσθησαν δέ έτι μάλλον καί έξέσχισαν τό προσωπείον. Καί διαχωρισθέντα δι' απειλών τό εν κατά του άλλου έπανήλθον εις τά ίδια. Ή Βουλή φθάσασα είς τό Άργος συνεδρίασεν αμέσως καί έκαμε πράξιν διεκήρυξεν είς τούς λαούς διά του Προέδρου της τά διατρέξαντα καί τούς σκοπούς του Εκτελεστικού καί συντροφιάς καί έξαπέστειλεν εγκυκλίους είς δλον τό Κράτος προσκαλούσα τούς πάντας νά προστρέξουν διά τήν στερέωσιν τών νόμων εναντίον του δεσποτισμού καί τής αυθαιρεσίας. Τούτο βεβαιωθέντα τά μέλη του 'Εκτελεστικού, συσκεφθέντα μετά τού Πάνου καί Γενναίου Κολοκοτρώνων, του Νι­κηταρά, του Τσιώκρη καί τίνων άποσπασθέντων έκ τής ολομελείας βουλευτών, απεφάσισε νά στείλη αίφνης τήν επαύριον τούς τεσσάρους άνω ρηθέντας μέ αρκετούς στρατιώτας νά άρπάσουν διά τής βίας τά αρχεία καί τήν σφραγίδα τής Βουλής καί νά τήν διαλύσουν καί έάν εύρουν άντίστασιν νά φονεύσουν τούς έγκριτωτέρους, νά επι­φέρουν τον τρόμον νά διασκορπισθούν οί άλλοι. 'Εξεκίνησαν λοιπόν οί ρηθέντες τήν επαύριον μετά οκτακοσίων ώς έγγιστα στρατιωτών καί φθάσαντες δρομαίοι εις τό Άργος έπολιόρκησαν αίφνης τό κα­τάστημα τής Βουλής εις τό οποίον τήν εύρον συνεδριάζουσαν καί ένεργούν τά καθήκοντά της. Είσήλθον ώπλισμένοι καί αυτοί υπέρ τούς εκατόν άλλοι μπουλουκτζήδες καί στρατιώται καί παρουσια­σθέντες αύθαδώς χωρίς νά σεβασθούν αυτό τό άπαραβίαστον σώμα, τούς αντιπροσώπους του Έθνους, τούς ήρώτησεν ό Πρόεδρος τί ζητούν! Αυτοί δέ άποτόμως λέγουν: Θέλομεν τούς μισθούς μας! Έν μιά φωνή καί άτρομήτως απήντησαν δλοι οί βουλευταί, δτι ήμείς είμεθα νομοθέται καί τό Έκτελε στικόν ή οί υπουργοί αν γνωρίζουν ότι έχετε λαμβάνειν άπό τό Δημόσιον, άποτανθήτε προς αυτούς νά σάς πληρώσουν, τί προς ημάς; Αυτοί δέ απαντούν μέ όργήν, δτι, άπό σάς τά θέλομεν καί θά σάς τά πάρωμεν! λέγοντες έν ταύτώ καί αίσχράς τινας εκφράσεις και άπειλάς κατά τών βουλευτών διά νά τούς τρομάξουν
.
Καί ένώ έπεκράτει αυτός ό θόρυβος καί οί φωναί έξ αμφοτέρων τών μερών, δραξάμενος τής ευκαιρίας ό Ζαχαρόπουλος άρπάξας τά αρχεία καί τήν σφραγίδα τής Βουλής ίππευσεν ένα καλόν ίππον καί τρέξας δρομαίως έφθασεν είς τούς Μύλους καί τά διέσωσεν είς εν Ύδραϊκόν πλοίον εύρεθέν έκεί καί αμέσως ύπέστρεψεν είς τό Άργος· οί δέ στρατιώται του έστάθηκαν μέ τά δπλα είς τάς χείρας λέγοντες προς τους έκ Ναυπλίου έλθόντας, δτι εάν λυθή ενός βου­λευτού μύτη, είμεθα αποφασισμένοι νά άποθάνωμεν δλοι, οίτινες έδειξαν τοιούτον φιλόνομον χαρακτήρα καί άνδρι κόν, ώστε οί έλθόντες έκ Ναυπλίου αρχηγοί τά έχασαν καί ήρχισαν νά άποσύ ρωνται δι' απειλών διευθυνόμενοι είς τήν αίθουσαν του γραφείου προς τά αρχεία νά τά άρπάσουν, άλλά μέ έκπληξίν τους μαθόντες δτι έκείνην τήν στιγμήν ήτον φθασμένος ό Ζαχαρόπουλος είς τούς Μύλους, έκυψαν τάς κεφαλάς δι' αυτήν τήν άπροσδόκητον άποτυχίαν καί ύπέστρεψαν αμέσως απελπισμένοι είς τό Ναύπλιον.
Οί δέ βουλευταί τό εσπέρας τής ημέρας εκείνης άνεχώρησαν καί φθάσαντες είς τούς Μύλους καί παραλαβόντες τά αρχεία μετέβησαν τήν έπιούσαν είς τό Κρανίδι, ώς τόπον ασφαλή καί μή ύποκείμενον είς τήν αύθαιρεσίαν, όπου καί έτοποθετήθησαν, καί εκείθεν άνέφερον τά γεγονότα είς τάς ναυτικάς νήσους καί είς δλας τάς επαρχίας του Κράτους.
Είς τήν πρώτην συνεδρίασιν έδιόρισε μίαν έπιτροπήν διά νά εξετάση τάς παρανομίας τών Εκτελεστών, νά τάς άναφέρη είς τό σώμα, διά νά λάβη έν μέτρον σωστικόν διά τήν πατρίδα. Συνεδριάσασα δέ αύτη καί άναπτύξασα όλας τάς παρανομίας καθυπέβαλε είς τήν όλομέλειαν τής Βουλής τάς δεκατρείς ουσιωδεστέρας κατά το Εκτελε­στικού (εξαιρουμένου του Ζαΐμη, καθότι ούτος δέν έλαβε ποτέ μέρος μέ τό Έκτελεστικόν επειδή εύρίσκετο πάντοτε εις τήν πολιορκίαν τών Πατρών).
Αι όποίαι είναι αι έξής:
Ιον.
Διότι κατεχράσθησαν τά δημόσια εισοδήματα καί τά έμοίρασαν μεταξύ των καί είς τούς συγγενείς, φίλους καί συνωμότας των.
2ον. Διότι ύπέστρεψεν ό Κολοκοτρώνης άπό τήν έκστρατείαν καί διέμενεν αυθαιρέτως είς Τριπολιτσάν ενεργών καθήκοντα ώς Κυβέρνησις. 3ον. Διότι έδωκαν στρατιωτικούς βαθμούς άνευ νόμου. 4ον. Διότι έπώλησαν τά κανόνια τών φρουρίων εναντίον του νόμου, 5ον.
Διότι ένωσαν τάς επαρχίας του Αγίου Πέτρου καί Πραστού άνευ νόμου.
6ον.
Διότι κατέστησαν μονοπωλείον τό άλας καί παρεχώρησαν τάς έπισημοτέρας άλυκάς είς άτομα.
7ον.
Διότι έδιόρισαν επάρχους εναντίον τών καθηκόντων τους.
8ον. Διότι έπώλησαν εθνικά κτήματα παρανόμως.
9ον. Διότι έστειλαν τον Μεταξάν εις ύπηρεσίαν καί έμεινεν ατελές τό σώμα του Εκτελεστικού είκοσι σχεδόν ημέρας καί ένεργούσε παρανόμως ή Κυβέρνησις ατελής ούσα.
ΙΟον.
Διότι δέν άπέβαλε τον Μεταξάν, καταδικασθέντα διά βου­λεύματος έκπτωτον.
llov.
Διότι δέν εδέχθη τον αντικατασταθέντα μέ βούλευμα Κω­λέττην.
12ον.
Διότι έστειλαν τον φρούραρχον του Ναυπλίου καί άλλους οπλαρχηγούς είς τό Άργος καί παρεβίασαν τό άπαραβίαστον τής Βουλής.
13ον.
Διότι έπώλησεν ό φρούραρχος του Ναυπλίου καί ό αδελ­φός του Γενναίος Κολοκοτρώνης, έν γνώσει αύτού, τούς τρεις αδελ­φούς Σιεχνετσίπηδες Σαμήν, Μπανήν, Χαηρουλάν καί τήν συνοδίαν τους παρανόμως διά εκατόν πενήντα χιλιάδες γρόσια' καί ό μέν Σαμή έφένδης άπήλθεν είς τή Αίγυπτον, οί δ' άλλοι δύο έμεναν μεχρισότου έλθουν τά χρήματα καί μ' όλας τάς προτροπάς καί παρα­κλήσεις τών έγκριτωτέρων βουλευτών, οίτινες ύπόσχοντο είς τούς Κολοκοτρωναίους νά τούς δώσουν αυτοί τά λύτρα καί νά μήν στεί­λουν είς τήν Αίγυπτον τοιούτους επικίνδυνους εχθρούς είς τάς τότε άπελπιστικάς έκείνας περιστάσεις, περιπλέον δέ διότι αυτοί έγνώριζον δλην τήν έσωτερικήν άθλί αν κατάστασιν ού μόνον τής Πελο­ποννήσου, άλλ' δλου του Κράτους καί έστάθη αδύνατον νά πεισθούν είς τό πείσμα όλου του κόσμου καί άπό τήν λύσσαν τής αισχροκερδείας. Τέλος απέστειλάν πρώτον τον Σαμή έφένδην εις τήν Αίγυπτον καί φθάσας έκεί έξηγήθη είς τον Ιμπραήμ πασιάν τά ένταύθα διατρέχοντα καί δτι άρμοδιωτέρα περίστασις άπό αυτήν δέν θα εύρεθή άλλη διά νά ύποτάξη τήν Πελοπόννησον. Καίτον παρεκίνησε σε καίτον ύπεσχέθη δτι άν άποτύχη νά φονεύση καί αυτόν καί τους αδελφούς του.'Ωστε τον ενεθάρρυνε καί ήλθε μαζί μέ αυτόν κατά τούς 1825 Μάρτιον καί κατέστρεψεν δλην τήν Πελοπόννησον και το Μισολόγγι καί τήν φθοράν τήν οποίαν έπροξένησε, τέσσαρα ήμισυ περίπου έτη, είναι ακαταλόγιστος.Έφονεύθηκαν δέ είς τάς διαφόρους μάχας καί έπιδρομάς καί άπέθαναν έκ τής κακοπαθείας υπέρ τάς εβδομήντα χιλιάδες 'Ελληνες καί άλλαι τόσαι ήχμαλωτίσθηκαν, άνδρες, γυναίκες καί παιδία, ένεκα εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων γροσίων, τά όποία άπήλαυσαν οί σωτήρες τού έθνους άπό τα λύτρα τών Σιεχνετσίπηδων.
'Αναγνωσθείσης δέ τής εκθέσεως τής επιτροπής είς τήν όλομέλειαν του σώμα τος παρεδέχθη παμψηφεί καί τήν 6 Ίανουαρίου 1824 έγινεν έκπτωτον τό παρανομήσαν Έκτελεστικόν καί αντ' αυτού άντεκατέστησεν ή Βουλή νέον διά νόμου.Τον Γεώργιον Κουντουριώτην πρόεδρον, τον Παναγιώτην Μπότασην άντιπρόεδρον τον Νικόλαον Λόντον Πατραίον, τον 'Ανδρέαν Ζαΐμην, καί τόν Ιωάννην Κωλέττην μέλη. 'Αλλ' άφού καθημέθησαν τά μέλη του Έκτελεστικού [καί] άψηφήσαντα τήν καθαίρεσίν των, ώς παρανόμως δήθεν, γενομένην, έξέδωκαν εγκυκλίους είς όλον τό κράτος κατ' επίμονον αίτησιν του Κολο κοτρώνη,τών υιών του, του Νικήτα, οίτινες άντιπροσώπευον τό έθνος ώς πατρικήν τους κληρονομίαν, δι' ών έπροσκαλούσαν τάς επαρχίας είς Έθνικήν Συνέλευσιν είς Τριπολιτσάν προς θεραπείαν τών δεινών του, άλλ' ούδεμίαν εύρον παραδοχήν ούδ' είς τήν έλαχίστην έπαρχίαν. Ωστε άπελπισθέντα τα μέλη αυτά καί ή συμμορία τών Κολοκοτρωναίων, ύποπτευθέντα μάλιστα μήπως πολιορκηθούν είς τό Ναύπλιον άπό τήν νεοσυσταθείσαν Κυβέρνησιν.
Ή νέα Κυβέρνησις γνωρίζουσα έξ αξιόπιστων πηγών, δτι ή πρώ­τη δόσις του δια πραγματευθέντος δανείου εις τήν 'Αγγλίαν προφθάνει εντός ολίγων ήμε ρών, έγκαρδιωθίσα, δέν έδωκεν ούδεμίαν προσοχήν είς τήν έγκύκλιον τού καθαιρεθέντος Εκτελεστικού, αλλά διέ­ταξε τον Πάνον Κολοκοτρώνην νά παραδώση τό έθνικόν φρούριον είς τήν διάθεσιν τής Κυβερνήσεως. Αυτός δέ άπήντησεν μετά του Νικη­ταρά καί οί δύο άποτόλμως προς αυτήν ότι, Κυβέ ρνησιν συστηθείσαν παρανόμως άπό ολίγα μέλη τής Βουλής δέν καταδέχονται νά τήν αναγνωρίσουν ώς νόμιμον, καί τά φρούρια τότε δύνανται νά τά πα­ ραδώσουν, όταν συγκροτηθή Εθνική Συνέλευσις καί εγκαθίδρυση νόμιμον Κυβέρνησιν, καί άφού αύτη τούς πλήρωσε πεντακόσιας άπέκεινα χιλιάδας γρόσια διά μισθούς τής φρουράς, τότε τά παραδίδουν καί άλλας τοιαύτας αυθάδεις κομπορρημοσύνας απήντησαν μέ τήν πεποίθησιν, δτι θά έκφοβίσουν τήν νέαν Κυβέρνησιν νά πέση είς συμβιβασμόν νά μοιράσουν τήν έξουσίαν.
Αυτά βλέποντα τά παύσαντα μέλη του Εκτελεστικού καί τίνες άποχωρισθέντες πρότερον βουλευταί άπό τήν όλομέλειαν τής Βουλής, απεφάσισαν καί μετά τά μέσα του Ιανουαρίου μετέβησαν είς τήν Τριπολιτσάν όπου καί ό Κολο κοτρώνης, καί συνεκεντρώθησαν έκεί ώς Βουλή καί Έκτελεστικόν καί ένερ γούσαν ώς Κυβέρνησις καί ώς κράτος έν κράτει. Ήτον δέ 18 μόνοι βουλευταί, οίτινες έχειροτόνησαν καί τον Έπίσκοπον Μοθώνης Γρηγόριον άντιπρόεδρον του Έκτελεστικού παραιτηθέντος του Κολοκοτρώνη, διά νά διευθύνη είς τό εξής τά στρατιωτικά καί μετά πέντε ημέρας τής έλεύσεως αυτών ήλθε καί ό Παπαφλέσιας, υπουργός τών Εσωτερικών καί ενεργούσε καί αυτός μέ αυτούς, άλλ'ένεκα τής ασέλγειας καί τής θηλυμανίας του κατήντησε τό κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον καί έσύναξεν δλας τάς δημοσίας καί όλους τούς άσωτους καί μπιρμπάντας καί έπραττον δι' αυτού είς τούς δυστυχείς κατοί κους τά μεγα­λύτερα άνοσιουργήματα, ώστε μίαν ήμέραν έφόνευσεν είς παρά σιτός του ένα πολίτην άπανθρώπως καί άνευ αιτίας. Οί πολίται συνήχθησαν άπαντες καί ύπήγον προς αυτόν έξαιτούμενοι τον φονέα, αυτός δέ τους άπέ πεμψεν καταφρονητικώς καί άπειλητικώς. Ούτοι δέ έρεθισθέντες ώρμησαν άπαντες είς τήν οίκίαν του, ήρπασαν τον φονέα καί τον κατεκερμάτισαν άπε πειράθησαν δέ νά φονεύσουν καί αυτόν, άλλ' έφθασαν οί Μαυρομιχάλαι Κωνστα ντίνος καί Γεωργάκης μέ τον πολιτάρχην Μπηλίδαν καί μόλις του έσωσαν τήν ζωήν καί τήν αυτήν νύκταν άνεχώρησε καί έφθασε τήν επαύριον είς τό Κρανί δι (μή δυνάμενος πλέον νά σταθή είς τήν Τριπολιτσάν) καί συμφωνήσας μετά του ομοίου του, κατά τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν, Κωλέττη ήνώθη και αυτός μέ τήν νέαν Κυβέρνησιν.
Καταντήσαντες ούν οί ανωτέρω είς τοιαύτην άπελπισίαν απεφά­σισαν νά ακολουθήσουν έν στρατήγημα, νά στρατολογήση δήθεν ό Κολοκοτρώνης τάς επαρχίας Καρύταινας, Φαναριού, Αρκαδίας καί Τριπολιτσάς, νά συγκεντρώση τάχα στρατεύματα είς τήν Γαστούνην ότι θά πολιορκήση τάς Πάτρας, ό κύριος δέ σκοπός των ήτον νά έκφοβίσουν τον Ζαΐμην καί Λόντον καί τούς λοιπούς νά δώσουν άντιπερισπασμόν είς τήν πορείαν τής νέας Κυβερνήσεως. 'Εξέδωκε λοιπόν τάς εγκυκλίους διά τήν ύποθετικήν ταύτην έκστρατείαν, τάς οποίας ίδόντες οί Ζαΐμης καί Λόντος έξεκίνησαν αμέσως μέ έπέκεινα τών χιλίων πεντακοσίων καί είσέβαλον είς τήν Γαστούνην.
Ό Σισίνης ήτον πρότερον συνυπακουσμένος μυστικώς μέ τον Κολοκοτρώνην διά του Παπασταθόπουλου, Πυργίου, ότι νά μένη σύμφωνος είς τό έξής είς πάν πολιτικόν επιχείρημα αλλά νά μήν πατήση κανένας άλλος είς τήν έπαρχίαν του. Βλέπων λοιπόν τούς άνω είσελθόντας είρημένους έστειλεν ευθύς είς τον Κολοκοτρώνην νά προφθά ση έκεί νά διαλύσουν αυτήν τήν σκηνήν άλλ' αυτός διά ν' άποφύγη μίαν τοι­ αύτην πάλην, έστειλε τον Πλαπούταν μέ 300 Ήλιοδωρήσιους καί άλλους καί άπήλθεν είς τον Πύργον. Έγραψε δέ καί τών Φαναρίτων, Άρκαδινών, Πυργιώτων καί Γαστουναίων νά υπάγουν καί αυτοί ύπό τάς διαταγάς του προς βοήθειαν του Σισίνη, άλλ' ουδείς ηθέλησε νά ακολουθήση. Τάς αυτάς διαταγάς έδωκε καί είς τάς επαρχίας Καρύταινας καί Τριπολιτσάς άλλ' οί πρόκριτοι τον απή­ ντησαν ότι δέν λαμβάνουν μέρος εις εμφυλίους πολέμους καί μάλι­στα είς έκείνας τάς δεινάς περιστάσεις είναι αδύνατον νά κινηθούν. Διά νά άποφύγη λοιπόν πάν ένδεχόμενον καί τήν έντροπήν καί διά νά μήν ξεσκεπασθή ή αδυναμία του,εύρε τήν πρόφασιν ότι τον γρά­φουν οί πολιορκηταί τής Ακροκορίνθου νά ύπάγη έκεί νά παραδο­θούν λείψανα τινά Τούρκων έναπο λειφθέντα, νά παραδώσουν καί τό φρούριον. Συμπεριλαβών δέ καί τον Νικη ταράν του μεθ' εαυτού καί πεντήκοντα ώς έγγιστα στρατιώτας άπήλθον είς τήν Κόρινθον διά νά απολαύσουν καί έκεί τίποτε έκ τών λαφύρων, άφήσας τά πάντα είς τήν αβεβαιότητα τής τύχης καί είς τήν φοράν τών περιστάσεων.
Ό δέ Ζαΐμης καί Λόντος συμφωνήσαντες μετά του Σισίνη καί Πυργιώτων ότι νά μήν άκολουθήση κανένας τον Κολοκοτρώνην καί τό πεπτωκός σύστημα, τό άντιποιούμενον αυθαιρέτως τήν έξουσίαν του Έθνους, άλλά νά πείθωνται καί υπακούουν είς τήν νέαν Κυβέρ­νησιν, καί ούτως άνεχώρησαν καί άπήλθον είς τήν πολιορκίαν τής Πάτρας.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Κυβέρνηση-Οδυσσέας-Νοταράς-Μάρκος Μπότσαρης-Εχθρικές Δυνάμεις.

Μετά τά ανωτέρω συμβάντα τό μέν Έκτελεστικόν μετέ­βη είς τήν Σαλαμίναν, διά νά δύναται εκείθεν νά διευθύνη ευκολώτερον τά τής εκστρατείας τής Στερεάς Ελλάδος, προσεκάλεσε δέ καί τήν Βουλήν νά άπέλθη εκεί διά νά έχουν περισσοτέρας ευκολίας καί προς τό διοικείν άνεπηρεάστως καί διά τάς τροφάς, αί όποίαι ήτον εύθηνότεραι, καί οί ναυτικαί νήσοι πλησιέστεραι' άλλ' ή Βουλή δέν συνήνεσε μήτε ενέκρινε τήν έκεί μετάθεσίν της, καθότι είχε πολλά διδόμενα νά πιστεύση καί νά γνωρίζη άπό πηγάς διαφόρους, τούς σκοπούς τού αιμοβόρου Όδυσσέως, όστις έκαιροφυλακτούσε νά εύρη άρμοδίαν περίστασιν νά δολοφονήση τούς έγκριτωτέρους τών βουλευτών, ώς γινόμενοι πάντοτε προσκόμματα είς τούς σκοπούς τής συντροφιάς του καί όστις πληροφορηθείς δτι τό Έκτελεστικόν μετέβη εις την Σαλαμίναν και ότι περιέμενε και τους βουλευτάς έκεί ήμέρα τή ημέρα, έτρεξε με τούς δημίους συντρόφους του, νομίσας δτι θά εύρη τα θύ­ματά του δια νά κορέση την άπάνθρωπον ψυχήν του με αίμα άδελφικόν, και μή επιτυχών του σκοπού του, άπήτησεν από την Κυβέρνησιν νά τον διορίση γενικόν Άρχηγόν της Ανα­τολικής Ελλάδος, ώστε δυνάμει τής εξουσίας νά καταστρέψη δλους δσους έναντιουντο εις τούς καταχθόνιους σκο­πούς του. Ή δέ Κυβέρνησις, μή δυναμένη νά έναντιωθή εις τάς αλόγους θελήσεις του, τον έδιόρισεν μεν άκουσα άρχηγόν, άλλά συγχρόνως έδιόρισε καί τον δμοιόν του κατά τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν Ίωάννην Κωλέττην (άλλ' έναντίου κόμματος) διοικητήν δλης τής Ευβοίας. Καί άπήλθεν εις το Ξηροχώρι διά νά έμποδίζη δσον ένεστι τάς κακουργίας του. Άλλ' ό Όδυσσεύς ευρών άρμοδίαν τήν περίστασιν νά έκδικηθή τ' αγενή πάθη του έδολοφόνησεν ένα εκ των έγκριτοτέρων ανδρών του Ταλαντίου, τον 'Αλέξανδρον Μιχάλη έπί προφάσει, δτι δήθεν αυτός ενήργησε καί έλιποτάκτησε ό Μπούσγος καί ό Μήτρος τής Τριανταφυλλίνας καί διέλθη τό στρατόπεδον, καί ούτω υστέρησε τήν Πατρίδα από γνήσιον τέκνον της, καθώς καί τον 'Αλέξιον Νούτσον και Παλάσκαν, διά τούς οποίους τρεις αυτούς έπένθησεν ή πατρίς. Άλλ' ό Θεός είναι δίκαιος, καθότι μετ' ολίγον καιρό είπετο νά άνταμειφθή καί αυτός με τά έπίχειρα τής δολιότητος καί των κακουργημάτων του άπό τον Γκούραν εις την Άκρόπολιν των Αθηνών. Ευρισκόμενοι, ώς είρηται, ό Χατζηχρίστος καί Νικηταράς εις τά Δερβένια καί Κάζαν καί δυνάμενοι νά κινηθώσι διά κανέν μέρος διά τό όλιγάριθο τών στρατιωτών, μήτε οί Τούρκοι έπλησίασαν ποτέ έδιέταξε ή Κυβέρνησις τον Τζαννέτον άπό τήν Όλυμπίαι τριακόσιους καί τον Τσιώκρην με εκατόν πεντήκοντα και έλθόντων εις τον Ίσθμόν προσέλαβον και διακόσιους Δερβενοχωρίτας και ενωθέντες δλοι δια να κινηθώσι κατά τών έν Σαλώνοις έχθρών, άλλα προτού ξεκινήσουν άπό τά Δερβέ­νια, οί Τούρκοι είχον αναχωρήσει, καί άπήλθον εις Ζητούνι, δπου ήτον τό Γ. Στρατόπεδον του Στρατάρχου Μπερκόφτσιαλη και ούτως υπέστρεψαν άπαντες είς την Πελοπόννησον άνευ αποτελέσματος. Υπάρχον τό Έκτελεστικόν είς την Σαλαμίναν, ώς είρηται, και ευρισκόμενος κάγώ έκεί ελαβον είδησιν, δτι πέντε πλοία τουρκικά πολεμικά και φορτηγά έξήλθον άπό τάς Πά­τρας διευθυνόμενα διά την Κόρινθον νά εφοδιάσουν με τροφάς και άλλα αναγκαία τους πολιορκουμένους Τούρκους. Κατ' έκείνας δε τάς ημέρας (συνεργεία και συνδρομή του Ζαΐμη, Σ. Χαραλάμπη, Λόντου και ημών) είχεν άναφανή αρχηγός τών δπλων της επαρχίας Κορίνθου ό Ιωάννης Νο­ταράς, επιλε γόμενος Άρχοντόπουλον, δντος νέου δεκαεπταετούς, μέ τό νά έπροβλέπομεν, δτι είχον αυτόν τον σκοπόν νά εισχωρήσουν εκείνοι, οίτινες έπεθύμουν νά καθέξουν αυτήν τήν θέσιν, ώς αρχηγοί τών δπλων της επαρχίας εκείνης. Προσέλαβε δέ μεθ' έαυτού τον Ίωάννην Νοταράν ώς υπασπιστήν του και τον Παναγιωτάκην Νοταράν τον διέταξε ή Κυβέρνησις αμέσως ώς όπλαρχηγόν νά συμπεριλάβη και τον Στάϊκον πολιορκούντα τότε τήν άκρόπολιν και τον Γεωργάκην Λύκον ή Χελιώτην, νά προκαταλάβουν τά παράλια, νά εμποδίσουν αύτάς τάς τροφάς. Συνάξαντες δέ αυτοί υπέρ τους 1.500 στρατιώτας κατέλαβον τάς εκεί άποθήκας και άλλας όχυράς παραλίους θέσεις και φθάσαντα εκεί τά εχθρικά πλοία έξεστράτευσαν και οί έν τω φρουρίω πολιορκούμενοι, άλλ' άμα άπεπειράθησαν νά οδοιπορήσουν τους έκτύπησεν ό Στάϊκος και μή δυνηθέντες νά τον αντικρούσουν, υπέστρεψαν είς τό φρούριον, ό δέ έν τω παραλίω Νοταράς και ό Χελιώτης άντέστησαν άτρομήτως, πολεμούμενοι ακαταπαύστως δύο ημερονύκτια άπό τά εχθρικά πλοία, υποφέροντες αναρίθ­μητους κανονοβολισμούς, λαβόντες [δέ] και συνδρομήν άπό τον Στάϊκον και τον Παναγιωτάκην, ώστε μη δυνηθέντα τά εχθρικά πλοία νά δώσουν τήν έλαχίστην τροφήν υπέστρεψαν εις τάς Πάτρας άνευ αποτελέσματος. Ύπαρχούσης, ώς είρηται, της Κυβερνήσεως εισέτι εις τήν Τριπολιτσάν, ενεργεία και συνεργεία του Μαυροκορδάτου, όντος Γενικού Γραμματέως, ήτοι Πρωθυπουργού, έδιόρισαν τον Μάρκον Βότσαρην στρατηγόν και γενικόν άρχηγόν της Δυτικής Ελλάδος. Τούτου ό διορισμός ετάραζε τήν χολήν, ού μόνον τών συμπατριωτών του Σουλιωτών, άλλ' ερέθισε τήν φιλοδοξίαν όλων τών οπλαρχηγών τής Στερεάς Ελλά­δος, ύποπτευθέντες μάλλον άπό τους Μακιαβελικούς σκοπούς του Μαυροκορδάτου. Κατά τον Ίούνιον διεδόθη φήμη ότι ό πασιάς τής Σκόδρας ήτοιμάζετο νά είσβάλη είς τό Έλληνικόν κράτος μέ είκοσι χι­λιάδας στρατόν και νά καταστρέψη τήν Δυτικήν Ελλάδα μάλλον διά του πυρός και τού σιδήρου. Τούτο βεβαιωθείς ό Μάρκος άπό αξιόπιστους πηγάς είδοποίησεν όλους τους οπλαρ­χηγούς τών μερών εκείνων νά στρατολογήσουν όσον τό συντομώτερον και νά ευρεθούν έτοιμοι' έν ταυτώ και τους προσεκάλεσε νά συνέλθουν άπαντες είς ρητήν ήμέραν και θέσιν νά συσκεφθούν περί αυτού του σοβαρού αντικειμένου, νά αποφασί­σουν έκ συμφώνου που και πώς νά προσβάλουν αυτόν τον ίσχυρόν έχθρόν, ν' άντιπαραταχθούν φρονίμως κατ' αύτού, νά απαντήσουν τήν πρώτην όρμήν του. Μεθ' ημέρας συνήχθησαν άπαντες περί αυτόν (έκτός του Καραϊσκάκη, όστις άσθενούσεν ή έπροσποιήθη άσθένειαν, ώς έλεγον τότε, διά τό αρματολίκι τών Αγράφων) και σκέψεως πολλής και συζητήσεως γενομέ­νης περί του τρόπου τής άντιπαρατάξεως παρενέβαλον έκαστος προσκόμματα και αντιθέτους παρατηρήσεις και δεν έμενον σύμ­φωνοι διά τήν διεύθυνσιν, και μ' άλλους λόγους δέν κατεδέχοντο νά έχουν τον Μάρκον άρχηγόν νά διευθύνη, άλλ' ήθελον νά είναι ανεξάρτητος ό είς άπό τον άλλον ένεκα τής αντιζηλίας και ευρισκον απείρους προφάσεις, ώστε ό Μάρκος έξαντλήσας και τον τρόπον του πείθειν και πάσαν όπομονήν, βλέπων προφανώς τον φθόνον και τήν δυσμένειαν αυτών κατ' αύτού, άναστάς έν τω μέσω αυτών τους είπε με τήν χαρακτηρίζουσαν αυτόν παρρησίαν: 'Έ, αδελφοί! Εννόησα ήδη τί τρέχει! Ό λόγος δέν είναι περί παρωνυχίδος, άλλά περί ζωής και θανάτου τής Πατρίδος! Και ευθύς έβγάνει τό δίπλωμα τής στρατηγίας και τό ξεσχίζει είς λεπτά κομμάτια. Ιδού! έγώ είμαι έτοιμος μέ τά όπλα μου νά αποθάνω υπέρ τής πατρίδος, ώς απλούς στρατιώτης και όχι μέ δίπλωμα ώς στρατηγός και αρχηγός, και όσοι θέλουν αυθορ­μήτως, ας μέ ακολουθήσουν. Και ούτως έμειναν πλέον αναπολόγητοι και διελύθη ή συνέλευσις εκείνη και αμέσως άνεχώρησε διά τά 'Αγραφα. Ήκολούθησαν αυτόν υπέρ τούς τριακόσιους Σουλιώτας και έπέκεινα τών χιλίων Αίτωλοακαρνάνες και άλλοι και τήν έπιούσαν παρηκολούθησε και ό Τζιαβέλας, οί Ζερβάδες, οί Δαγκλήδες και άλλοι Σουλιώται και οί καπεταναραίοι τής Δυτικής Ελλάδος, διευθυνόμενοι άπαντες προς τό μέρος τών Αγράφων και Καρπενησίου, όπου και τά εχθρικά στρατεύμα­τα έτοποθετούντο διά νά εισβάλουν είς τήν Δυτικήν Ελλάδα μέ άπόφασιν σουλτανικήν διά νά καταστρέψουν όλον τον τό­πον εκείνον. Διευθυνόμενον τό έχθρικόν στρατόπεδον είς δύο σώματα, τό έν άπό τον ίδιον Σκόδρα πασιάν, τό δέ άπό τον άνεψιόν του Τσιελαλενδήμπεην, άφου έλεηλάτησαν τον Άσπροπόταμον και τά 'Αγραφα μέχρι καταστροφής, κατεσκηνώθησαν ενωμένοι είς τό πεδίον του Καρπενησίου. Συγχρόνως έφθασε και ό Μάρκος εκεί καί κατόπιν ό Τσαβέλας και οί λοιποί· και σκέψεως γενομένης, ό μεν Μάρκος μέ τούς περί αυτόν έλεγον μέ σταθερά άπόφασιν νά κτυπήσουν τούς εχθρούς τήν νύκταν έκείνην αίφνης καί άπροσδοκήτως καί δντες ξέγνοιαστοι καί άπροετοίμαστοι είχον τήν βεβαιότητα, ότι θά τούς καταντήσουν είς πλήρη άταξίαν, νά τούς χαλάσουν καί νά τούς διασκορπίσουν νά διαλυθή αυτό τό στρατόπεδον. Ό δέ Τσιαβέλας καί οί μετ' αυτού έλεγον δτι τό σχέδιον αυτό τό βλέπουν άπερίσκεπτον καί άτελέσφόρητον καί έγνωμοδοτούσαν νά κτυπήσουν τούς εχθρούς εις τά στενά τής Αιτωλίας. Μή ευρεθέντων λοιπόν συμφώνων ο Μάρκος επιμένων τούς άπήντησεν, δτι έγώ μ' δσους μ' άκολουθήσουν θά τούς κτυπήσω αυτήν τήν νύκταν αποφασιστικά. (Τούς έξηγήθη δέ καί έν ποία ώρα καί μέ ποίον σύνθημα) κι άν αγαπάτε καί σεις, υπάγετε άπό τό άλλο μέρος τών σκηνωμάτων καί, δταν ίδήτε τό σύνθημα, λαμβάνετε μέρος είς τήν μάχην, καί ύπεσχέθησαν δτι θέλουν ακολουθήσει. Ό Μάρκος λοιπόν κατά τήν άπόφασίν του προσέβαλε έχθρικόν στρατόπεδον ρίψας ώς σύνθημα τρία τουφέκια, ήχησε δέ καί ή σάλπιγξ κατά τήν 10 ώραν προ τού μεσονυκτίου Αυγούστου 9 1823. Ώς έκ τής αιφνίδιου ταύτης καί άπροσδοκήτου προσβολής, οί Τούρκοι κατεταράχθησαν, κατήντησαν είς πανικόν φόβον καί άπελπισίαν, φωνάζοντες, τουφεκίζοντες καί φονευόμενοι μεταξύ των ό είς τού άλλου ώς έχθρός είς τό σκότος καί κατασφαζόμενοι άπό ολίγους 'Ελληνας· και ένώ κατήντησαν είς άταξίαν καί έτοιμοι είς λιποταξίαν δια σωθώσι (κρίμασιν οίς οίδεν ό Κύριος καί βάσκανος τύχη της Ελλάδος) βολή τις εχθρική έκτύπησεν είς τήν κεφαλήν τον Μάρκον καί έπεσεν νεκρός υπέρ τής Πίστεως καί τής Πατρίδος μαχόμενος. Τον δέ νεκρόν του άρπάσας ό εξάδελφος του Τούσιας Βότσιαρης μετά τών οικείων του είς τους ώμους έξήλθον άπό τό πεδίον τής μάχης. Ό Τζαβέλας καί οί περί αυτόν δέν έλαβον ένεργητικόν μέ­ρος είς τήν μάχην αυτήν (ώς διεφημίσθη τότε), άλλ' άφού έφονεύθη ό Μάρκος καί έπαυσεν ό προς εκείνο τό μέρος πυρο­βολισμός, τότε ήρχισε καί προς τό μέρος του Τζαβέλα νά πυ­ροβολούν, άλλα χωρίς αποτέλεσμα, καί είναι πιστευτόν ότι άπό τό μέρος τό οποίον θέλουν τινές νά ειπούν δτι έπολέμησεν ό Τσιαβέλας καί οί περί αυτόν, μήτ' έφονεύθη μήτ' έπληγώθη ουδείς· μόνον είς τό μέρος είς τό οποίον έφονεύθη ό Μάρκος, έφονεύθη πλησίον του καί ό σαλπιγκτής του καί 4 σύντροφοι του καί 3 έπληγώθηκαν. Άπό δέ τούς εχθρούς έφονεύθηκαν υπέρ τούς τριακόσιους. Πολλά έρρέθησαν τότε διά τον θάνατον του Μάρκου, διά τήν άποτυχίαν αυτής τής εκστρατείας, καί διάφοραι ύπόνοιαι έμεσολάβησαν καί πολλοί ηθέλησαν νά πιστεύσουν, δτι ήκολούθησεν επιβουλή δολοφονίας άπό συμπατριώτας του, άλλ' εγώ μήτε βεβαιότητα έχω μήτε δύναμαι νά εγγυηθώ αν υπήρξεν ή όχι! 'Αλλοι δέ, οίτινες γνωρίζουν τά πράγματα τής Στερεάς Ελλάδος ώς αύτόπται καί αύτήκοοι γεγονότες δύνα­νται νά αναφέρουν άπαθώς περί τών διατρεξάντων τήν άλήθειαν είς τήν άμερόληπτον Ίστορίαν τής Πατρίδος. Μετέφερον δέ τον ένδοξον τούτον νεκρόν είς τό Μισολόγγι τον όποίον έδέχθηκαν άπαντες μέ καρδιοστάλακτα δάκρυα καί γοερούς αναστεναγμούς καί τον ενταφίασαν καί έθρήνησεν όλη ή πατρίς, διότι έχασεν ένα έκ τών ανδρείων πολεμιστών καί προμάχων της. Οί δέ διασκορπισθέντες στρατιώται καί αρχηγοί συνήχθησαν μετά τινας ημέρας είς τήν Καλιακούδαν καί συνεκεντρώθησαν, άλλά συγχρόνως έφθασε καί ό εχθρικός στρατός καί συμπλοκής άκολουθησάσης άνευ τής ανήκουστης αντιστάσεως άψύχησαν είς τόσον βαθμόν, ώστε οί εχθροί μέ μίαν όρμήν τούς έσχισαν είς τό μέσον καί διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς. Έφονεύθησαν δέ ό Ζυγούρης Τσιαβέλας, ό Γεώργης του Μήτζιου Κοντογιάννη, ό αδελφός του Γεώργη Κίτσιου καί άλλοι 48 στρατιώται καταδιωκόμενοι άπό τούς Τούρκους χωρίς φονευθή ή πληγωθή ουδείς Τούρκος. Καί τότε έγινε έπαισθητή προς αυτούς ή έλλειψις του Μάρκου. Οί δέ εχθροί άνευ ουδεμιάς αντιστάσεως ή πρόσκομμα έφθασαν αντίκρυ τής Αίτωλικού καί τό έπολιόρκησαν κτητικώς. Καί διαμείνας είς τήν πολιορκίαν αυτού καί του Μισολογγίου άρκετόν καιρόν καί μή δυνηθείς νά κατορθώση άλωσιν αυτών κατά τήν έπιθυμίαν του, καθότι εύρεν άτρόμητον καί άπαραδειγμάτιστον καρτερίαν καί άντίστασιν από τούς πολιορκουμένους, καί άπωλέσας τό ήμισυ του στρατού έκ του πολέμου καί τής επιδημικής νόσου καί έκ τής κακοπαθείας καί απελπισθείς άνεχώρησεν αίφνης κατά τά τέλη Νοεμβρίου καταπυρπολήσας τάς σκηνάς του καί όλα τά λοιπά αναγκαία του στρατοπέδου εκείνου καί διευθύνθη διά πολλών κινδύνων είς τήν 'Αρταν καί εκείθεν άνεχώρησε διά τήν Πατρίδα του. Περί τούτου φρονώ ότι θέλουν εξιστορήσει άλλοι μέ αμεροληψίαν, γνωρίζοντες έκ του πλησίον τά καθέκαστα καί διαφόρους μάχας, αίτινες συνέβησαν είς τήν διάρκειαν της πολυθρυλήτου αυτής εκστρατείας.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Αντιπρόεδρος Κολοκοτρώνης και ο στρατηγός Δεληγιάννης σπεύδουν να εισπράξουν τον έρανον.

'Ανεχώρησα λοιπόν άπό τό Σοφικόν καί έφθασα μέ τους στρατιώτας μου είς Τριπολιτσάν, όπου έκατοικούσα τότε με τήν οίκογένειάν μου. Αύθωρεί ήλθεν ό Κολοκοτρώνης, Υπουργοί καί έκ διαλειμμάτων κατόπιν οί βουλευταί όλοι καί με έχαιρέτησαν καί άπαντες μέ προτροπάς καί παρακλήσεις εξεφράσθησαν νά μήν καταδεχθώ νά κινηθώ κατά τοιούτων αθλίων δολοφόνων μεχρισότου άπαντηθή ό κίνδυνος της πατρίδος από τα στίφη των εχθρών και έπειτα ας κάμω οποί­αν χρήσιν θέλω του δικαιώματός μου. Σκεφθείς λοιπόν μετά τών έκεί ευρεθέντων αδελφών μου Άναγνώστου, Κωνσταντάκη και Πανάγου και μετ' άλλων συγγενών και οικείων μας, διά νά μην φανώμεν ημείς οί πρωταίτιοι της κατα­στροφής της πατρίδος μας και χυθή αίμα άδελφικόν, άπεφασίσαμεν νά μην κάμωμεν ουδέν κίνημα και ό καιρός νά μάς γίνη διδάσκαλος. Τούτο ευχαρίστησε και την Κυβέρνησιν και την Βουλήν και τον Κολοκοτρώνην και δλους τους φιλοπάτριδας και φρόνιμους διά την τόσην άμνησικακίαν, μετριοπάθειαν και γενναιοψυχίαν όπού έδείξαμεν, ένώ έγνώριζαν άπαντες δτι εις έκείνην την έποχήν ήδυνάμεθα νά τούς καταστρέψωμεν, μέ τό νά ήτον συναγμένοι εις τά Λαγκάδια υπέρ τούς δισχιλίους στρατιώται αυθόρμητοι νά εκδικηθούν και δέν περιέμενον άλλο παρά τήν έδικήν μου άπόφασιν διά νά κινηθούν. Ήτον τω όντι άξιοπαρατήρητος τότε και αξιομνη­μόνευτος διά τήν Ίστορίαν ή ανεξικακία και ή γενναιοψυχία του Άνάστου Δεληγιάννη, ό όποίος μέ έγραψεν ιδιοχείρως, δτι έάν κάμης κίνημα κατά τών δολοφόνων μου, θέλει έχω σέ εις τό έξής ώς δολοφόνον μου καθότι καταστρέφεις τήν ύπόσχεσιν και τον όρκον, τον όποίον έδωκα εις τον Θεόν, νά αποθάνω υπέρ τής πατρίδος και είτε από Τούρκους φονευθώ ειτε από κακούργους δολοφόνους Έλληνας ό φόνος αυτός είναι υπέρ τής Πατρίδος। Και επειδή έδολοφονήθην υπέρ τών νόμων και τής Κυβερνήσεως τής πατρίδος δέν απαιτώ ούδεμίαν ίκανοποίησιν και μάλιστα δι' εμφυλίου πολέμου νά χύσωμεν αίμα άδελφικόν ένεκα ολίγων κακούργων κτλ. Ήναγκάσθην λοιπόν και έγραψα τών αδελφών μου Δημητράκη και Νικολάκη νά ευχαριστήσουν έκ μέρους μας όλους τούς στρατιώτας και ιδίως τούς καπεταναίους μας διά τήν τόσην άγάπην, προθυμίαν καί έμπιστοσύνην τήν όποίαν αύθορμήτως έδειξαν προς ημάς καί νά τούς δώσουν τήν άδειαν νά απέλθει έκαστος εις τά ίδια. Έκράτησα καί εγώ τριακόσιους έκ των δσων μέ παρηκολούθουν, εις δέ τούς λοιπούς έδωκα τήν άδειαν καί άπήλθον εις τάς οικογενείας των. Έγραψα δέ και προς τήν Κυβέρνησιν περί τών πράξεών μου τοιούτων, ήτις έπήνεσε τήν αύταπάρνησιν καί γενναιότητά μου καί μ' ευχαρίστησε διά τον τρόπον μου αυτόν, καί συγχρόνως μέ διέταξε νά ακολουθήσω τον άντιπρόεδρον Κολοκοτρώνην, να άπέλθωμεν εις τάς επαρχίας Καρυταίνης καί Μεσσηνίας, να συνάξωμεν τον έρανον.
Διά νά μήν δώσω λοιπόν αίτίαν υπονοιών καί δυσαρεσκείας εις τον Κολοκοτρώνην καί λάβουν επιχείρημα οί υιοί του, oι συγγενείς καί κόλακες του, τό όποίον έπεθύμουν, διά να επιφέρουν τήν μεταξύ μας διαίρεσιν έτι χειροτέραν τής προτέρας, τά παρέβλεψα δλα καί έθυσίασα μέ αύταπάρνησιν τήν φιλοτιμίαν μου καί τον ήκολούθησα μέ 300 στρατιώτας μου. Είχε καί αυτός τούς γραμματικούς του Μιχαλάκην Οίκοινόμου καί Κόκκαλην, τούς ύπασπιστάς του Φωτάκον καί Ζαφειρόπουλον καί είκοσιν ώς έγγιστα στρατιώτας oίτινες τον ήκολούθουν, καί άπήλθομεν εις τήν Δημητσάναν πρωτεύουσαν τής επαρχίας Καρύταινας, δπου εύρομεν συναγμένους δλους τούς προκρίτους τών κωμοπόλεων καί χωρίων καί μερικούς αμερόληπτους άπό τήν Ήλιοδώραν'
τούς ώμίλησε περί του εράνου, οίτινες προθύμως παρεδέχθησαν, δτι θέλουν δώσει τον κατά λογον εις τον Έπαρχον νά τον συνάξη καί ότι εντός δύο εβδομάδων εμβάζουν τά χρήματα εις τήν Κυβέρνησιν... Έξεφράσθη δέ καί απείρους άπειλάς (απόντος έμού κατά τών λαβόντων μέρος εις τήν δολοφονίαν του Άνάστου Παλουμπαίων. Έγώ δμως δέν κατεδέχθην νά αναφέρω ούτε λέξιν περί αύτού του αντικειμένου μήτε νά δείξω τοιαύτην αγενή άνανδρίαν διά νά φοβερίσω, άλλ' έσυστήσαμεν προς πάντας τήν εύπείθειαν εις τήν Κυβέρνησιν, τήν υποταγήν είς τούς νόμους καί τήν προς αλλήλους ένωσιν καί άγάπην χωρίς νά άκολουθήση ή παραμικρά δυσαρέσκεια ή ψυχρότης είς κανέ­να' καί ούτως άναχωρήσωμεν εν άκρα ησυχία καί άπήλθομεν είς τήν Μεσσηνίαν.
Φθάσαντες είς τό χωρίον Σκάλαν ήλθε μία επιτροπή από τό Νησί έκ τριών προκρίτων απεσταλμένη άπό τήν κοινότητα των (ή μάλλον ειπείν άπό τάς ενεργείας τών γραμματικών του, τών υπασπιστών του καί τινων έκ τών παρακολουθού­ντων αυτόν κολάκων του) νά άναγγείλη είς τον άντιπρόεδρον Κολοκοτρώνην, ότι δέν τον δέχονται νά είσέλθη είς τήν πόλιν των, μήτε έρανον δύνανται νά πληρώσουν, καί, δτι, έάν δέν πεισθή νά άκούση τάς παρακλήσεις των, ευρίσκονται είς τήν δυσάρεστον θέσιν νά αντιτάξουν τήν βίαν κατά τής βίας διά τών δπλων.
Αυτό τό στρατήγημα ένηργήθη άπό τούς υιούς του, άπό τον Πλαπούταν, Νικηταράν καί τών λοιπών μελών τών συ­νωμοτών, διά νά ρίψουν τήν ήθικήν έπιρροήν του, νά τον μη­δενίσουν, ώστε νά υποχρεωθή καί άκων νά άποχωρισθή άπό ημάς, νά τον επαναφέρουν είς ην τον ειχον προτέραν κατάστασιν, νά τον άγουν καί νά τον φέρουν κατά τό δοκούν।
Ό Κολοκοτρώνης έμεινεν εμβρόντητος άπό αυτό τό άπροσδόκητον τόλμημα τοιούτων ψοφοδεών ανθρώπων έφρύαξεν, ήπείλησεν, έφώναξεν, αλλά έμειναν απτόητα τά μέλη τής επι­τροπής εκείνης, καθώς ήτον προδιαθετειμένα. Ήναγκάσθημεν λοιπόν καί μετέβημεν είς τό Άναζύρι, είς τήν οίκίαν τών Παπατσώνηδων, δπου εύρομεν λαμπράν υποδοχήν καί περιποιή­σεις καί συναγμένους δλους τούς προκρίτους τής επαρχίας Έμλακίων, οίτινες είπον είς τον Κολοκοτρώνην, δτι είναι εύπειθείς είς τάς διαταγάς τής Κυβερνήσεως καί έχουν έτοιμον τον κατάλογον τής διανομής διά νά τά συνάξουν καί έζήτησαν δυο εβδομάδων προθεσμίαν, τήν οποίαν δέν τούς τή ήρνήθη, άλλά αυτοί έθεώρουν δτι αν πληρώση τό Νησί καί η Καλαμάτα καί αι λοιπαί, τότε νά πληρώσουν καί αυτοί, καθότι έγνώριζον δτι δέν άφηναν οί υιοί καί συγγενείς τού Κολοκοτρώνη νά δώσουν τον έρανον αυτόν.
Τή επαύριον άναχωρήσας ό Κολοκοτρώνης ν' άπέλθη είς Νησί άπέχον μίαν ώραν τούτ' Άναζυρίου, συνοδευόμενος άτι δλην τήν φρουράν μας (έκτος έμού, τών υπασπιστών κα γραμματικώς μου διαμείναντες είς τήν οίκίαν τών γυναίκαδέλφων μου) εύρεν έκτος του Νησίου συναγμένον δλον τόν λαόν άνδρας γυναίκας καί παιδία ού μόνον τών κατοίκων άλλά καί τών γειτνιαζόντων χωρίων. Τον είπον καί τον παρεκάλεσαν νά αναχωρήση αμέσως καί νά μήν θελήση νά καταστραφή ένας ολόκληρος λαός, καθότι είναι αποφασισμένοι νά αποθάνουν δλοι μέ τά δπλα είς τάς χείρας, είς τά ερείπια τών οικιών τους, παρά νά τον δεχθούν.
'Ωστε καταντήσας είς τήν παντελή άμηχανίαν άνεχώρησε μέ άπειλάς μέν άλλά μέ πολλήν λύπην καί πικρίαν καί διαβάς είς τήν Μικρομάνην διενυκτέρευσεν έκεί καί απήλθε τήν επαύριον εις τήν Καλαμάταν, άλλά δέν εύρε τήν προσδοκωμένην ύποδοχήν, άλλ' ουδέ καί άντίστασιν ένεκα τής Προεδρίας του Πετρόμπεη. Έζήτησε καί έκεί τον έρανον, άλλ' έλαβε τήν αυτήν άπάντησιν, δτι δταν ίδωμεν καί πληρώσουν δλαι αί έπαρχίαι, πληρώνομεν καί ημείς. Βλέπων λοιπόν τοιαύτην άψηφησίαν καί κατάστασιν πραγμάτων, ανέφερε τά γεγονότα είς τήν Κυβέρνησιν, έζήτησεν καί οδηγίας ποίον δρόμον νά βαδίση.
Ήτον ή εποχή περί τά μέσα του Αυγούστου, δτε ή Μεσ­σηνία έπλημμυρούσεν άπ' δλας τάς όπώρας, οίον σύκα, στα­φύλια, πεπόνια καί άλλα, ήκολούθησε δέ καί μία τρομερά θερ­μοκρασία είς τήν άτμοσφαίαν, ώστε οί στρατιώται, τρώγοντεςκατά κόρον άπό αύτάς καί όντες ορεινοί, εντός δέκα ήμερών ότε ήλπιζον νά ληφθή ή άπάντησις τής Κυβερνήσεως ήσθένησαν άπαντες άπό λοιμικήν νόσον.
Ήσθένησεν επίσης καί ό Κολοκοτρώνης, άλλ' αυτός άνεχώρησε ευθύς μετά τών ολί­γων εκείνων δορυφόρων του καί τρέξας νυχθημερόν άπήλθεν είς τήν Τριπολιτσάν, όπου μεθ' ημέρας άνέρρωσε. Τελευταίον πάντων ήσθένησα καί έγώ άπό ένα τυφώδη πυρετόν βαρέως. Έφερον αμέσως ιατρούς καί ιδίως τον Κάββαν, καί μέ επε­σκέφθησαν, άλλ' έκ τών πολλών αιμάτων, βδελλών καί τής δεινότητος τής ασθενείας κατήντησας είς μεγάλην άτονίαν μέ έσήκωσαν είς τον κράββατον είκοσι δυνατοί άνδρες καί διά 24 ώρας μέ άπήγαγον ήμιθανή είς τήν Τριπολιτσάν όπου διέμεινα κλινήρης τρεις ώς έγγιστα μήνους. Τούς δέ στρατιώτας μου άπαντες τούς έστειλαν οί Παπατσώνηδες είς τάς οικίας τους φορτωμένους είς τά ζώα όλους ασθενείς. Καί ούτως έτελείωσεν εκείνη ή πολυθρύλητος εκστρατεία, ένεκα τής οποίας καί ή ζωή μου έκινδύνευσε καί υπέρ τάς πενήντα χιλιάδας γρόσια έξόδευσα έξ ιδίων μου.
ΠΗΓΕΣ:

ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυβέρνηση- Μαυροκορδάτος-Κολοκοτρώνης-Δολοφονία Ανάστου Δεληγιάννη.

Επειδή, ώς προείρηται, τά εχθρικά στρατεύματα, τριάντα σχεδόν χιλιάδες, έκινήθηκαν μάλλον κατά της Ανατολικής Ελλάδος, και εν μέρει κατά της Δυτικής, και άπελπισθέντα τά μέρη εκείνα, μή δυνάμενα νά άνθέξουν εις τόσα στίφη βαρβά­ρων, (επειδή και οί περισσότεροι των καπεταναίων αυτών ήτον προσκυνημένοι με τό λεγόμενον καπάκι καί είχον τά αρματολίκια), κατέφυγον οί κάτοικοι αυτών εις τά δρη καί είς τά δάση καί μέρος είς τάς νήσους του Αιγαίου καί οί πλείστοι είς τήν Πελοπόννησον διά νά σωθώσι αί οικογένειαί των από τήν αίχμαλωσίαν. Κατέφυγον δέ καί είς τήν Κυβέρνησιν δι' αλλεπαλλήλων αναφορών καί αποστολών, έξαιτούμενοι Πε­λοποννησιακά στρατεύματα. Άλλ' ή Κυβέρνησις πού νά τά εύρη; ή ποίος τήν ήκουε τότε; Ένώ έτρεχον οί απονενοημένοι συνωμόται είς τάς επαρχίας με τάς έπαναστατικάς έκείνας προκηρύξεις, λέγοντες καί διαβεβαιούντες τους λαούς ότι τουρ­κικά στρατεύματα μήτε ήλθον, μήτε υπάρχουν είς τήν Ρούμελην, μήτε τολμούν πλέον νά έλθουν, άφού είδον τήν κατα-στροφήν του Δράμαλη, τήν πτώσιν του Ναυπλίου καί τήν καταστροφήν πέντε πασιάδων είς τό Μισολόγγι, καί ότι αυτά τά ψεύματα τά πλάττουν οί προύχοντες της Πελοποννήσου μέ την κυβέρνησιν οπού την έκαμαν εδικήν τους καθώς ήθελον διά νά έβγάλουν έξω τά Πελοποννησιακά στρατεύματα, νο εύρουν άρμόδιον τον καιρόν νά συνάξουν τάς προσόδους, τρία εις τά δέκα, νά τάς φάγουν, και άλλα πολλά τοιαύτα προσκόμματα έτεκταίνοντο, ώστε δεν έστάθη δυνατόν νά ξεκινήσουν μήτε πεντακόσιοι στρατιώται καί καταντήσασα ή Κυβέρνησις κατ' άμφω είς άμηχανίαν άπεφάσισεν ή ιδία (διά νόμου εκδοθέντος είς τά τέλη Μαΐου) νά έκστρατεύση διά τον Ίσθμόν, τά ήμισυ μέλη, τά δ' άλλα ήμισυ διά τάς Πάτρας, νο δυνηθώσι καν εκείθεν νά δώσουν παρηγορίαν τινά είς τούς πά­σχοντας καί άπελπισθέντας αδελφούς μας, νά έμψυχωθώσι. Τότε δέ διά πολλών κόπων καί παρακλήσεων, έξεκόλλησαν καί τον Όδυσσέα από τήν Τριπολιτσάν είς τήν οποίαν διέμενεν μέ τούς διακοσίους του διά νά κατορθώσουν τήν άσυδοσίαν καί άναρχίαν, νά διαλύσουν τήν Κυβέρνησιν καί νά συστήσουν το ποθούμενον είς αυτούς Γοβέρνο Μιλιτάρε, καί άπήλθεν εις τήν Ρούμελην, άλλ' ούδεμίαν ώφέλειαν έπροξένησεν ό πηγαιμός του. Έξεκίνησε καί ό Νικηταράς μέ τριάντα Λεονταρίτας, καί μέ εξήντα Βουλγάρους ό Χατζηχρίστος, καί άπήλθον είς τον Κορινθιακόν Ίσθμόν, περιμένοντες νά υπάγουν καί άλλα πολ­λά Πελοποννησιακά στρατεύματα νά ενωθούν καί νά εξέλθουν ώστε μή έχοντες τήν άνήκουσαν δύναμιν νά εξέλθουν είς τήν Ρούμελην έμενον εκεί.

Άποφασίσασα, ώς είρηται, ή Κυβέρνησις νά εκστράτεύση διά τήν Κόρινθον, καί εκείθεν οί μέν διά τά Μέγαρα καί Σα­λαμίνα, οί δέ διά της Πάτρας, μέ
διέταξεν υποχρεωτικώς νά τήν ακολουθήσω ώς φρουρά αυτής μέ πεντακόσιους περίπου στρατιώτας, μή έχουσα έμπιστοσύνην είς ούδένα άλλον, καί μ' όσα μέσα
μετεχειρίσθην νά αποφύγω αυτόν τον διορισμόν, διά νά αποφύγω μάλλον τήν
άντιπάθειαν καί άντιζηλίαν των, ώς είρηται, συνωμοτών, υποσχεθείς προς αυτήν νά
έκστρατεύσω διά τήν Ρούμελην μέ έπέκεινα τών χιλίων στρατιωτών δι' ιδίων εξόδων
μου, καθώς άπ' αρχής του αγώνος έπραττον τούτο μετά τών αδελφών μου, άλλ' έστάθη αδύνατον.

Ωστε ανα­γκασθείς, έγραψα αμέσως καί ήλθον πεντακόσιοι εξήντα στρατιώται καί έσυνόδευσα τήν Κυβέρνησιν από τήν Τριπολιτσάν καί άπήλθομεν είς τά Κλημεντοκαίσαρη χωρία της Κο­ρίνθου, όπου εύρομεν συνηγμένους εκεί άπαντας τούς προκρί­τους της επαρχίας εκείνης, καί διαμείνανατες ημέρας τινάς καί συνάξασα ή Κυβέρνησις μόλις εβδομήντα χιλιάδας γρόσια δι' έρανον της επαρχίας εκείνης, τό άνάλογον έκ τών 500 χι­λιάδων, ό όποίος υπεβλήθη νά πληρώση ή Πελοπόννησος. Καί ένώ ήτοιμάζετο νά αναχωρήση ή Κυβέρνησις έφθασεν ή είδησις από τήν Τριπολιτσάν, ότι τά εκεί έλθόντα στρατιω­τικά σώματα άπό τήν Λακεδαιμονίαν καί από τήν Άρκαδίαν συνεκρούσθησαν μεταξύ των καί πολεμήσαντα διά τών όπλων ήμισείαν ήμέραν έφονεύθηκαν δύο άπό τό εν μέρος καί τρεις άπό τό άλλο καί μόλις οί βουλευταί έπεσαν είς τό μέσον καί τούς έχώρισαν.
Λαβών τούτο ώς επιχείρημα ό Κολοκοτρώνης (άλλ' ότι άνεκαλύφθη έπειτα του έγραψαν ιδίως οί πρώην συνωμόται του ότι μετά τήν άπό Τριπολιτσάν άναχώρησίν του ενήργη­σαν οί ενάντιοι των καί τό Βουλευτικόν σώμα έξελέξατο πρόεδρον αύτο τον Μαυροκορδάτον, γενικόν όντα Γραμματέα τοΰ Εκτελεστικού, παραιτηθέντος του Ιωάννου Όρλάνδου. Τούτο έτάραξε τήν χολήν της συμμορίας των ταύτης καί τον έπαρακινούσαν οί κόλακες του νά έπιστρέψη είς τήν Τριπολι­τσάν διά νά σκεφθώσι νά πάρουν ένα δρόμον) καί απεφάσισε νά αναχωρήση. Μ' όλας τάς προσπάθειας τών λοιπών μελών της Κυβερνήσεως καί τούς δικαιολογημένους ορθούς λόγους, έστάθη αδύνατον νά συγκατατεθή νά μείνη· καί ούτως άνεχώρησεν αμέσως. Καί ένώ ήτον ό Μεταξάς διορισμένος νά άπέλθη είς τάς Πάτρας νά ένωθή μετά τού Ζαΐμη, ήναγκάσθη καί έμεινε μετά τού Προέδρου Μαυρομιχάλη καί του Σ. Χαραλάμπη, καθότι έμενεν ατελές τό σώμα της Κυβερνήσεως καί ειδοποίησαν τό περιστατικόν τούτο είς τον Ζαΐμην χωρήσαμεν εκείθεν καί ύπήγομεν είς τό Σοφικόν, πλήσίον τών Μεγάρων, καί έτοποθετήθη έκεί ή Κυβέρνησις.
Ό δέ Κολοκοτρώνης φθάσας εις Τριπολιτσάν διέταξεν αμέσως (ώς έχων πληρεξουσιότητα άπό τήν Κυβέρνησιν να διορίση είς ποίαν έκστρατείαν νά άπέλθη έκαστον τών συμπλακέντων σωμάτων) καί τούς μέν Άρκαδινούς διέταξεν απέλθουν είς τάς Πάτρας, τούς δέ Λακεδαιμονίους εις τα Μέγαρα καί έτελείωσε καί αύτη ή σκηνή.
Ύπήγον λοιπόν καί βουλευταί πολλοί καί οί ύπουργοί επεσκέφθησαν τον Κολοκοτρώνην, ώς άντιπρόεδρον. Σύν τοις άλλοις υπήγε καί ό Μαυροκορδάτος, νέος Πρόεδροι Βουλής, νά τον έπισκεφθή, άλλ' άμα έμβήκεν είς τήν οικίαν του, τον εδέχθη μέ τον πλέον άνοίκειον καί βάρβαρον τρόπον χωρίς καν νά σεβασθή τήν ύψηλήν θέσιν του Προέδρου, και με αλόγους φωνασκίας καί απρεπείς εκφράσεις τον λέγει να ύπάγη νά δώση τήν παραίτησίν του αμέσως άπό τήν προεδρίαν, άλλως είναι αναγκασμένος νά τον έξορίση κακήν κακώς άπό τήν Ελλάδα, ώς ταραξίαν. Αυτός τον απήντησεν μέ εύσχημοσύνην, ότι ή Βουλή τον έδιόρισεν άνευ τής συγκαταθέσεώς του, ένώ κατείχεν όμοίαν μέ αυτήν θέσιν του Γ. Γραμματέως, ό έστί Πρωθυπουργός, καί ότι χωρίς να τον θέση είς τοιαύτας ασχολίας, θέλει δώση αμέσως τήν παραίτησίν του. Καί ούτως ήκολούθησεν' άλλ' ή Βουλή δέν τήν δέχθη, μάλλον τον προσεκάλεσεν επισήμως καί τήν έπιούσαν συνεδρίασε. Τούτο μαθών ό Κολοκοτρώνης κατεταράχθη έγινε μανιακός έκ του θυμού, καί του παρήγγειλε μέ έτι άπεσταλμένον, ότι θά τον φέρη είς δεινήν θέσιν καί θά κινδυνεύση ή ζωή του.Ύπήγον δέ προς αυτόν καί πολλοί φίλοι του καί τον είπον ότι κάμνει φρόνιμον νά αναχωρήση εκείθεν περιφρουρημένος άπό πιστούς στρατιώτας καί κρυφίως, καθότι έτεκταίνετο κατ' αυτού δολοφονία. Αναγκασθείς λοιπόν κατέφυγεν είς τήν οίκίαν του Αναστασίου Λόντου, ώς φίλον του, καί αυτός τον συνώδευσε μέ πιστούς στρατιώτας του, τον εξήγαγε τήν νύκταν έκείνην ό ϊδιος,
καί κατεβάσας αυτόν άπό τό τείχος του φρουρίου καί τρέξας όλην τήν νύκταν δρομαίως καί φθάσας είς τό "Αστρος, έμβήκεν αμέσως είς εν πλοιάριον καί έφθασεν είς τήν "Υδραν όπου εξασφαλισθείς διέμενεν υπό τήν προστασίαν τής Κουντουριωτικής οικογενείας διά τινα και­ρόν. Άλλ' οί περί τον Κολοκοτρώνην διεφήμισαν έπειτα, ότι ό Αναγνώστης Δεληγιάννης, βουλευτής τής Καρύταινας, έπιθυμών τήν Προεδρίαν τής Βουλής, άπεπειράθη νά κακο­ποίηση τον Μαυροκορδάτον καί διά τούτο φοβηθείς άνεχώρησε, μέ σκοπόν νά δυνηθούν μέ τήν τοιαύτην φήμην, τήν όλως άνύπαρκτον, νά καλύψουν τήν κατ' αυτών κατακραυγήν καί δυσφημίαν (δι' αυτό τό αύθαίρετον άνοσιούργημα) όλων τών Ελλήνων.

Ό Κολοκοτρώνης, έχων 20 ημερών άδειαν άπό τό Έκτελεστικόν νά διαμείνη είς Τριπολιτσάν, καί παρελθούσης αυτής τής προθεσμίας, δέν τον άφηνον πλέον οί κόλακες νά ακολουθή μέ τό Έκτελεστικόν καί τον έκατόρθωσαν νά μένη είς τήν Τριπολιτσάν νά διοική τήν Πελοπόννησον δικτατο­ρικούς, δυνάμει τής αντιπροεδρίας, διά νά δυνηθούν διά πα­ντοίων μέσων νά διαλύσουν καί τήν Βουλήν καί τό Έκτελε­στικόν νά συστήσουν τό πάντοτε έπιθυμητόν εις αυτούς Γοβέρνο μιλιτάρε, νά συνάξη δέ καί τον έρανον τής Πελοποννή­σου. Καί μ' όσας προτροπάς καί παρατηρήσεις τον έκαμαν οί συνάδελφοι του άπό τό Σοφικόν νά έπιστρέψη, αυτός άπαντούσεν ότι ήτον μεγαλύτερα ή ανάγκη νά ευρίσκεται είς τήν Τριπολιτσάν καί τής Βουλής τάς παρεκτροπάς νά άναχαιτίζει και τήν στρατολογίαν νά ενεργή καί τον έρανον νά συνάξη καί έπί τέλους νά κρατή τήν Πελοπόννησον είς ισορροπίαν να μήν ίσχύση δήθεν ή Αγγλική φατρία. Καί άλλας τοιαύτας προφάσεις έπρότεινεν ώστε διέμεινεν έκεί πάντοτε, άγόμενος καί φερόμενος κατά τάς εμπνεύσεις τών γραμματικών καί τών κολάκων του.
Κατά τά μέσα του Ιουλίου, άπήλθεν ό 'Ανάστος Δεληγιάννης (ώς προείρηται) είς Δημητσάναν, ώς επίτροπος Κυβερνήσεως καί έπροεκήρυξαν μετά του Έπαρχου τήν έναρξιν τής δημοπρασίας είς ρητήν ήμέραν. Είς αυτήν συνήλθον, άπαντες οί προκριτώτεροι τών κωμοπόλεων καί χωρίων, όσοι είχον τήν διάθεσιν νά ενοικιάσουν προσόδους. Τήν προτεραίαν είχον τήν διάθεσιν νά ενοικιάσουν προσόδους, την προτεραίαν δέ τής ενάρξεως συνήλθον άπαντες είς τό 'Επαρχιακόν χιακόν Κατάστημα νά αναγνώσουν τον περί ένοικιάσεων νόμον και τάς διαταγάς τής Κυβερνήσεως, διά νά γνωρίζουν ποίους όρους θά ενοικιάσουν' καί άναγνωσθέντων είς έπήκοον πάντων ότι αί ίδιοκτησίαι νά δώσουν έν δέκατον, τά δέ έθνικά δύο είς τά δέκα.
Παρευρέθηκαν δέ είς τήν συνάθροισιν αυτήν υπέρ τους τριάντα Παλουμπαίοι προκα τειλημμέ νοι διά τήν δολοφονίαν, τήν οποίαν είχον άπόφασιν νά πράξουν, καί έξαρχοι αυτών ήτον οί δύο Πλαπουταίοι, Παρασκευάς καί Θανάσης αδελφοί του νυν στρατηγού, γερουσιαστού κτλ. Δημ Πλαπούτα, ό σύγγαμβρός του ό Πανουριάς, ό Κωνσταντής Τσιραλής, (ό δολοφόνος) ο γαμβρός του καί ό Μαστρογεώργης, όλοι ώπλισμένοι' ήτον δέ καί δέκα ώπλισμένοι του 'Ανάστου Δεληγιάννη, άλλ' άνευ ουδεμιάς υπόνοιας του στυγερού σκοπού. Έν μιά φωνή έκραύγασαν οί Παλουμπαίοι μέ όργήν, ότι ήμείς ένα είς τά δέκα θά δώσωμεν είς τά εθνικά, καθότι τοιαύτην ύπόσχεσιν μας έδωκαν οί αρχηγοί μας. Ό 'Ανάστος Δεληγιάννης τους ώμίλησε μ' όλην τήν άπάθειαν καί φρόνησιν, λέξας προς αυτούς, ότι τον νόμον αυτόν τον έκαμεν όλόκληρον τό Έθνος καί ή Κυβέρνησις ενεργεί τους νόμους, ημείς χρεωστούμεν νά πειθώμεθα είς τούς νόμους, νά δώσωμεν τούς φόρους μας, νά οίκονομήση ή Κυβέρνησις τά στρατεύματα καί τάς λοιπάς άνάγκας του Έθνους, καθότι ή πατρίς είναι είς κίνδυνον άπό τήν πλημμύραν τών έχθρών οίτινες συνέρρευσαν καί είναι δίκαιον νά δώσωμεν καί κάτι περισσότερον κτλ. στοχαζόμενος νά τούς πείση είς τον ορθόν λόγον καί τό δίκαιον. Αυτοί ήρχιζαν νά εξυβρίζουν αυθαδών μέ εκφράσεις αίσχράς τήν Κυβέρνησιν, τούς νόμους καί τό Έθνος· όλοι οί πρόκριτοι καί ό έπαρχος άντέκρουσαν πει­σματώδους τήν τοιαύτην αύθάδειαν καί ταραχής καί κρότου προκύψαντος ένεκα τών πολλοτάτων φωνών καί χειρονο­μιών καί εύρών άρμοδίαν τήν περίστασιν ό δολοφόνος έν τω μέσω τοιούτου θορύβου έπυροβόλησε μέ τήν πιστόλαν κατά τού 'Ανάστου Δεληγιάννη καθήμενου είς τήν γωνίαν χαμαί διό νά τον κτυπήση είς τό στήθος, άλλ' αυτός άσηκωθείς αίφνης τον έπήρεν είς τον χονδρόν μηρόν καί έβγήκαν τά μο­λύβια τό όπισθεν μέρος. Έσηκώθηκαν άπαντες όρθιοι φωνάζοντες καί άλαλάζοντες καί εύρόντες οί δολοφόνοι τήν εύκαιρίαν άπεσύρθησαν καί εξελθόντες τοΰ καταστήματος έτρεξαν δρομαίως καί άπέρασαν τό πέρα μέρος του ποταμού καί διε­σώθησαν. Οι δέ οικείοι καί στρατιώται του 'Ανάστου Δεληγιάννη δεν έγνώριζον ώς έκ του θορύβου ποίον έκτύπησαν μέ τήν πι­στόλαν καί ποίος, άλλ' άφου άπέρασεν εν τέταρτον τής ώρας καί έβγήκαν άπαντες άπό τό κατάστημα, τότε τό είδον οί δο­λοφόνοι όμως τότε ήτον απομεμακρυσμένοι' τον επήραν λοιπόν καί τον μετέφερον έπί κραββάτου είς τήν έν Λαγκαδίοις οίκίαν μας. Έφερον ευθύς τον ίατρόν Μ. Κάββαν και άλλους δύο χειρούργους καλούς, άλλ' ή πληγή ήτον θανατηφόρος καί διά νά έμπορέση νά θεραπευθή έχρειάζετο κόποου πολλού καί χρόνου μακρού, ώστε ήναγκάσθηκαν οί άδελφοί μου καί τον μετέφερον μετά ένα ήμισυν μήνα επί κραββάτου άνθρωποι εις τήν Τριπολιτσάν, άλλ' ή πληγή κατήντησε χρονική καί ανίατος πλέον, ώστε ύποφέρας δύο σχεδόν ετών βασάνους καί δυστυχίας κλινήρης άπεβίωσεν είς τό Ναύπλιον. Άκολουθησάσης αυτής τής δολοφονίας αμέσως μέ έγραψαν οι αδελφοί μου αυτό τό περιστατικόν δι' αλλεπαλλήλων πεζών ότι νά προφθάσω έκεί καθότι δέν υποφέρουν τοιαύτην προσβολήν, καί αν τούς συγχαρώ, ήδύναντο καθόλα νά κινηθούν κατά τών δολοφόνων καί νά λάβουν ίκανοποίησιν. 'Ανέφερον όλα αυτά είς τήν Κυβέρνησιν, ήτις ώς αγαθή τω όντι καί φ1λόστοργος μήτηρ μέ προέτρεψε, μέ παρεκάλεσεν νά μήν κάμωμεν παραμικρόν κίνημα χάριν τής κινδυνευούσης πατρίδος καί άφού παρέλθη ό κίνδυνος, τότε καί αυτή ή ιδία θέλει τους αποκήρυξη καί θέλει άποφασίση τήν καταστροφήν τους. Τα αυτά καί περισσότερα μέ έγραφον οί Παπατσώνηδες, Ζαΐμης, οί αδελφοί Μαυρομιχάλαι, ό Σισίνης, ό Λόντος και όλοι οί πρόκριτοι, ότι έάν αποφασίσω νά κινηθώ κατ' αύτών τών απονενοημένων, δέν είναι άλλο παρά νά κινηθή ό έμφύλιος πόλεμος καί συνεπεία αυτού νά έπέλθη ή καταστροφή της πατρίδος καί άλλας τοιαύτας φρόνιμους προτροπάς καί παρατηρήσεις μέ έκαμαν.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Κολοκοτρώνης-Πλαπούτας-Πάνος-Γενναίος.Πρόσοδοι.(Δολοφονία).

Βλέπων λοιπόν ό Κολοκοτρώνης τήν κατ' αυτού νέαν συνωμοσίαν των υιών του, τών συγγενών του καί τών φίλων του, ή φίλων τών συμφε ρόντων τους, ιδίως δέ τού Πλαπούτα, ό όποίος κατεγίνετο νυχθη μερόν καί ενεργούσε διά τών αισχρότερων καταχθόνιων μέ­σων νά τήν κατορθώση, ήγανάκτησεν, έφρύαξεν, άλλά τί ήδύνατο νά κάμη διά τοι αύτην καταφορόν είς τάς περιστάσεις καί εις τήν θέσιν, είς ην ευρέθη; Συμβουλευθείς πάλιν τους επίβουλους εκείνους κόλα­κας του περί τού πρακτέου, όλοι ώς έκ συνθήματος τον προέτρεψαν νά πα ραιτηθή κάλλιον παρά νά διαιρεθή μέ τους ώς άνω είρημένους, οί όποίοι είναι τά μόνα υποστηρίγματα της δυνάμεώς του καί νά κα­ταντήσουν εις τόσην άσυμφωνίαν, ώστε νά υπερισχύσουν οί εχθροί των, νά καταστρέψουν καί τά δύο μέρη. Τον έπέβαλον τοσούτους καί τοιούτους φόβους καί υπονοίας, ώστε απεφάσισε καί έδωκε τήν παραίτησίν του εγγράφως, άλλά μήτε τό Βουλευτικόν μήτε τό Έκτελεστικόν την εδέχθη, άπαντήσαντα αμφότερα δικαιολογημένους προς αυτόν δτι έν απουσία των δύο μελών του Εκτελεστικού, του τε Ανδρέου Ζαΐμη και του Μεταξά, ή Κυβέρνησις δεν είναι πλήρης και δεν δύναται νά ένεργήση μήτε τό εν μήτε τό άλλο σώμα, και ως έκ τούτου δεν δύναται νά την δεχθή. 'Ωστε πεισθείς εις τον ορθόν λόγον και εις τό δίκαιον την άνεκάλεσε καί έλαβε πάλιν μέρος ένεργητικόν εις τό Έκτελεστικόν καί ήρχισαν τάς εργασίας των.
Ή πρώτη πάντων ήτον νά διαθέσουν τάς προσόδους τών επαρ­χιών, καί τάς μεν τών νήσων, ως ελευθέρας, διέθεσαν δια τό Ναυτικόν, τάς της Στερεάς Ελλάδος τάς διέθεσαν προς διατροφήν τών ευρισκομένων εις διαφόρους επαρχίας στρατευμάτων, αί όποίαι άλλαι μεν ήτον προσκυνημέναι εις τους Τούρκους, καί οί έχοντες τά καπάκι λεγόμενον βαλμένον με τους Τούρκους καπεταναίοι τάς κατεβρόχθισαν, άλλας τάς είχον καταπλακωμένας τά τουρκικά στρα­τεύματα καί δεν ήτο δυνατόν νά τάς διαθέσουν, μερικάς δέ, αίτινες έφαίνοντο όπωσούν έλεύθεραι, εις αύτάς έδιόρισαν έπιστάτας νά συ­νάξουν τό έθνικόν δικαίωμα, νά τροφοδοτούνται δσα στρατεύματα ευρίσκοντο εις κίνησα,
τάς δέ της Πελοποννήσου παρεχώρησαν εν μέρος εις τον Κολοκοτρώνην, άλλο μέρος εις τους υιούς του Πάνον καί Γενναίον, εν μέρος εις τον Πλαπούταν, άλλο εις τον Νικηταράν καί διάφορα μερίδια παρεχώρησαν εις τους λοιπούς συνωμότας όλους εις τάς διαφόρους επαρχίας, νά τους αναπαύσουν δήθεν διά νά ησυχάσουν. Παρεχώρησαν καί την έπαρχίαν Καλαμάτας εις τον Μαυρομιχάλην διά τα έξοδα τών εκστρατειών τάς οποίας είχον κάμει ή οικογένεια του, τάς δέ έναπολειφθείσας απεφάσισαν καί έδιόρισαν έπιτροπάς της Κυβερνήσεως εις έκάστην έπαρχίαν νά δημοπρατήσουν τάς προσόδους έπιτοπίως δύο εις τά δέκα.
Άλλ' επειδή ό Κο­λοκοτρώνης καί οί λοιποί σύντροφοί του είχον προκηρύξει πρότερον άπό τό Ναύπλιον καί άπό την Συλήμναν εις δλας τάς επαρχίας της Πελοποννήσου νά δώσουν οί κάτοικοι εις τά δέκα εν μόνον, διά τούτο ήναγκάσθη ή Κυβέρνησις νά κάμη τόσην θυσίαν νά παραχωρήση εις αυτούς τόσην μεγάλην ποσότητα προσόδων εις όλους διά νά δυνηθή νά συνάξη τά δύο δέκατα άπό τάς έθνικάς γαίας διά τάς τρομεράς και κατεπείγουσας έκείνας άνάγκας, τάς οποίας είχε τότε ή Πατρίς.Είναι δέ άδιαφιλονεικήτως όμολογούμενον παρά πάντων, δτι οι Δεληγιαν ναίοι, καίτοι δυνάμενοι και αυτοί υπέρ πάντα άλλον νά άρπάσουν έάν ήθελον άπό τάς επαρχίας προσόδους, δεν έκαταδέχθησαν όμως νά λάβουν μέρος ποτέ εις αυτό τό αίσχρόν συμφέρον, μή­τε οί Παπατσώναι, άλλά μάλλον ενίσχυσαν πραγματικώς την Κυβέρνησιν καί έσύναξαν εν μέρος έξ αυτών, δσον έκ της άκορεσίας τών λοιπών έναπελείφθη καί άπήντησεν άνάγκας τινάς. 'Ολη δέ ή Ελλάς γνωρίζει, δτι ή Δεληγιαννική οικογένεια μήτε προσόδους ήρπασέ ποτε, καίτοι κατέχουσα τό εισοδηματικώτερον μέρος της επαρχίας Καρυταίνης τεσσάρων δήμων (Λαγκαδιών, Βαλτεσινίκου, Άκοβας καί Πέρα Μειράς) αποκλειστικώς υπό την κυριότητα της, καί έάν ήθελε νά καταχρασθή αυτά τά εισοδήματα, ήθελε συνάζει κατ' έτος υπέρ τάς διακοσίας χιλιάδας γρόσια· άλλά μήτε προσόδους κατεδέχθη νά άρπάση, μήτε χρήματα, μήτε κτήματα εθνικά, μήτε προικοδοτήσεις έκ γαιών καί φθαρτών κτημάτων, μήτ' ενοικιάσεις, καθώς έπραξαν άλλοι και νέμονται τόσα λαμπρά κτήματα εισοδηματοφόρα, χωρίς νά πληρώσουν εις τό Δημόσιον ουδέ λεπτόν τόσα έτη, καί καθώς τούτο αποδεικνύεται άπό τά αρχεία της Οικονομίας καί τοΰ Έλεγκτικοΰ Συνεδρίου, δτι οί Δεληγιανναίοι δέν έχουν ούδεμίαν ληψοδοσίαν μέ τό Δημόσιον, καθότι δέν κατεδέχθηκαν ποτέ νά βάλουν βέβηλον χείρα εις τό δημόσιον πλούτον, αλλά έφύλαξαν άκηλίδωτον τον χαρακτήρα τους.Τούτων ούν ούτως εχόντων τών πραγμάτων, οί δύοι υιοί του Κολοκοτρώνη ό Τασκούλιας και ό Αποστόλης, ό Πλαπούτας, ό Νι­κηταράς, ό Γεώργης Δημητρακόπουλος, ό Πάνος Νεμνιτσιώτης, ό Σπηλιάδης, οί δύο γραμματικοί του Μιχαλάκης Οικονόμου καί Κόκκαλης, ό Άναγνωστάκος Μαγουλιανίτης, οί Ροϊλαίοι, ό ιατρός Πελοπίδας καί άλλοι πιστοί της συμμορίας των συνελθόντες έσκέφθησαν μέ ποίον τρόπον ήτον δυνατόν νά αποχωρίσουν τον Κολοκο­τρώνην άπό τους Δεληγιανναίους, νά διαλύσουν την νέαν έκείνην αρραβώνα, νά τον επαναφέρουν εις ην τον είχον προτέραν κατάστασιν, νά τον άγουν καί νά τον φέρουν δπως αυτοί βούλονται διά τους σκοπούς των, νομίζοντες δτι έγώ τον παρέσυρα καί εδέχθη τήν άντιπροεδρίαν καί ϋποπτευόμενοι δτι καί εις τό εξής θέλει δίδει προσοχήν εις τάς παρατηρήσεις μου καί δτι ήδυνάμην νά τον αποτρέπω νά μήν ύποπίπτη εις λάθη καί άλλας πολλάς τοιαύτας συζητήσεις έκαμαν μεταξύ των άπαξ, δίς, τρίς καί πολλάκις καί ενέκριναν έν ως μόνον συντελεστικόν μέσον προς έπίτευξιν του σκοπού των, νά κα­τορθώσουν νά δολοφονήσουν ένα έκ τών μή στρατιωτικών αδελφών μου (επειδή έβλεπον δτι δέν ήθελε δυνηθώσι ποτέ νά δολοφονήσουν έμέ)· καί τούτο ένόμιζον δτι ήτον δυνατόν νά έπιφέρη τήν παντοτεινήν μεταξύ μας δυσπιστίαν καί τήν τελείαν διαίρεσιν. Σκεφθέντες δέ καί περί του δολοφόνου, έπέτυχον ένα Παλουμπιώτην, Κωνσταντήν Τριραλήν λεγόμενον, τον όποιον είχεν ό αδελφός μου ό Ανάστος σεΐζην εις τούς ίππους του έπτά περίπου έτη, ό όποίος μετά τήν άλωσιν τής Τριπολιτσάς άνεχώρησεν άπό αυτόν καί υπήγεν εις τήν πατρίδα του. Προς αυτόν έ'δωκαν μίαν άρκετήν ποσότητα χρημάτων καί διά νά τον ενισχύσουν έτι μάλλον εις αυτό τό στυγερόν άνοσιούργημα τής δολοφονίας, του έδωκεν ό Πλαπούτας εις γυναίκα του τήν άνεψιάν του, θυγατέρα του εις Λάλα πεσόντος άδελφού του Γεωργάκη, καί τήν ένυμφεύθη αμέσως. Έγνώριζον δέ δτι ή Κυβέρνησις συν τοις άλλοις υπεχρέωσε καί τον άδελφόν μας Άνάστον νά υπάγη ως επίτροπος της είς τήν Δημητσάναν, πρωτεύουσαν τής επαρχίας μας, νά δημοπρατήσουν τάς προσόδους μετά του έπάρχου Αναστασίου Έλατινού, και μ' δλας τάς αιτίας καί δικαιολογήματα, τά όποια έπρότεινε καί παρεκάλεσε διά ν' άποφύγη τον διορισμόν αυτόν ώς άπάδοντα είς τό σύστημά του, έστάθη αδύνατον νά συγκατατεθή ή Κυβέρνησις, γνωρίζουσα τήν άρετήν καί τήν ακεραιότητα του χαρακτήρος του ανδρός, ώστε άκων καί μή βουλόμενος παρεδέχθη. Διά νά συσφίξουν δέ στενώς αυτήν τήν συνωμοσίαν καί τήν ενω σιν μεταξύ των νά κατορθώσουν τον στυγερόν αυτόν σκοπόν, παρεχώρησεν ό Πλαπούτας τήν φρουραρχίαν του Ναυπλίου εις τον Πάνον Κολοκοτρώνην, κατά τάς 10 Ιουνίου, έμενον δέ καί οί δύο αυτοί έκεί, προσποιούμενος ό Πλαπούτας τον ασθενή διά νά μήν εΰρεθή μήτε ό εις μήτ' ό άλλος είς τήν Τριπολιτσάν, ή είς τήν Καρύταιναν μεχρισότου τελείωση ή δολοφονία διά νά μήν ενοχοποιηθούν οί πρω­ταίτιοι ή ως συνεργοί αυτής.
ΠΗΓΕΣ:
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ