"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Ο Κολοκοτρώνης αντιμετωπίζει τη Στρατιά του Δράμαλη στην Πελοπόνησσο.

Εις τον ίδιον καιρό, ο ίδιος ταχυδρόμος έφερνε ένα γράμ­μα του κυρ Αναγνώστη και του έλεγε: «Φιλογενέστατε κυρ Αναγνώστη, να πάρεις τα στρατεύματά σου και να υπάγεις εις τα Μεγάλα Δερβένια, διατί ο Δράμαλης έφθασε εις τας Θήβας». Και ο κυρ Αναγνώστης ήτον εις τα Λαγκάδια με τον δούλο του. Η κυβέρνησις έστειλε τον Ρήγα Παλαμήδη εις τα Μεγάλα Δερβένια με χίλιους οχτακόσιους Κορινθίους και Τριπολιτσιώτες (και εις το Άργος εμοίραζαν οχτώ χιλιάδες ταΐνια) και χίλιους Μανιάτες νεοφερμένοι. Ο Λουκόπουλος έδωσε χίλιους μαχμουντιέδες και τους έδωσαν εις τους Μα­νιάτες, οπού δεν εξεκινούσαν χωρίς χρήματα. Με δύο χιλιά­δες έφθασα εις την Τριπολιτσά. Η Γερουσία ευρίσκετο εκεί. Μέρος από τους Γερουσιαστάς φοβούμενοι τον ερχομό μου, έφυγαν. Αφού εμβήκα εις την Τριπολιτσά, έβαλα άλλους από τες ίδιες επαρχίες και εδυνάμωσα την Γερουσίαν.

Η Γερουσία δεν ήξευρε παρά εκ φήμης τον εροχμόν του Δράμαλη. Έβγαλα πεζούς εις όλες τες επαρχίες να ετοιμα­σθούν. Έμεινα τέσσερες ημέρες εις την Τριπολιτσά. Ήρχοντο άνθρωποι από το Άργος και μας έλεγαν, ότι ο Δράμαλης έρχεται, και εις εμένα οπού με άκουαν εις την Τριπολιτσά δεν μου έγραφε τίποτε η κυβέρνηση, ούτε έστειλε τες έξη χιλιά­δες στα Δερβένια. Επειδή δεν είχα είδηση από την κυβέρνη­ση, δεν έστελνα και τα στρατεύματα, ενόμιζα ότι ήτον ψεύματα όλα. Από την στενοχωρίαν μου στέλνω δύο καβαλλαραίους να παν εις τον Αγιογιώργη και το ό,τι μάθουν να μου στείλουν. Να πάνε στην Κόρινθο, στα Δερβένια έως εις τας Θήβας να εύρουν τον Υψηλάντη και Νικήτα, και να μου στεί­λουν καθαρά είδηση τι τρέχει. (Εις τον μήνα Ιανουάριον 1822 εβγήκε ο Νικήτας και ο Π. Ζαφειρόπουλος). Όσο να παν εις την Κόρινθο, απάντησαν τους Τούρκους και ολίγον έλειψε να τους πιάσουν ζωντανούς, και εγύρισαν πίσω.

Ο Ρήγας, οπού ήτον εις το Δερβένι, κινώντας οι Τούρκοι από τα Μέγαρα, άφηκαν δύο - τρεις σημαίες και έφυγαν χωρίς να ρίξουν τουφέκι. Οι Τούρκοι ενόμιζαν, αφού είδον τας σημαί­ας ανοικτός, ότι ήτον στράτευμα και άργησαν να προχωρή­σουν εις τον Αέρα. Αφού είδαν ότι δεν ήτο στράτευμα, οι καβαλλαραίοι Τούρκοι επήραν από κοντά τους Έλληνας. Άλλοι έφυγαν κατά την Αίγινα και άλλοι κατά το σοφικό. Οι Τούρκοι εσκότωσαν Έλληνας ... Ο Ρήγας επήρε το φύσημα εις το Άργος και έδωσε την είδηση, ότι ο Δράμαλης εμβήκε εις το Δερβένι με εξήντα χιλιάδες, ωσάν να τους είχε μετρήσει. Τον ερώτησαν: «Τι έγινε το στράτευμα;» και τους αποκρίθηκε, ότι: «Όλοι εχάθηκαν, μόνον εγώ γλίτωσα». Η κυβέρνηση είχε φρούραρχον εις την Κόρινθον ένα καλόγηρον λεγόμενον Αχιλλέα, δι­δάσκαλος της αλληλοδιδακτικής και βλέποντας τους Τούρκους έφυγε με τους στρατιώτας, αφού εσκότωσε τον Κιαμήλμπεη. Ο Δράμαλης έστειλε και έπιασε το κάστρο. Τότε έστειλε σαράντα εννιά καβαλλαραίους να φέρουν τα συγχαρίκια εις το Ανάπλι.

Το Ανάπλι, πριν ένα μήνα, είχε κάμει συνθήκη με την κυ­βέρνηση να δώσουν οι Τούρκοι το Καστέλι και δέκα Τούρκους αξιωματικούς ενέχυρον και εδικούς μας τριάντα, και να τους στέλνουν ζωοτροφίας έως ότου να έλθουν τά ελληνικά καρά­βια να τους πάρουν και να βάλουν εις τάξιν τα λάφυρα. Η κυ­βέρνηση βλέποντας τους Τούρκους, οπού έφερναν τα συγχα­ρίκια, έφυγαν και εμβήκαν εις τα καράβια (το Βουλευτικό), και το στράτευμα, οπού ήτον εκεί συναγμένον, διελύθηκε. Οι δύο καβαλλαραίοι με έδωσαν είδηση ότι ο Δράμαλης εμβήκεν εις την Πελοπόννησο και ήλθε στην Κόρινθο. Δεν ήξευραν ακόμη ότι το κάστρο ήτον εις τους Τούρκους και ελπίζαμε να του πά­με βοήθεια. Ο πεζός ήλθε μια ώρα πριν να βασιλεύσει ο ήλιος. Λαμβάνοντας το γράμμα, επήγα εις την Γερουσία και τους εί­πα, ότι: «Να έλθουν όσοι ηξεύρουν γράμματα». Και έτσι εγράψαμε όλη την νύκτα και εστείλαμεν εις όλας τας επαρχίας δια να προφθάσουν μίαν ώραν αρχήτερα, διότι ο Δράμαλης εμβήκεν εις την Πελοπόννησο. Είπα της Γερουσίας: «Να σταθείς εδώ και να μας βοηθάς από τροφάς και πολεμοφόδια, και εγώ παίρνω τα στρατεύματα και πηγαίνω εμπρός, και αν ιδώ ότι δεν ημπορώ να βαστάξω, τότε σας στέλνω είδηση και αναχω­ρείτε». Και έτσι εβάσταξαν την θέση.

Την αυγή έβαλα λόγο εις τους στρατιώτας και τους είπα: «Έλληνες, μη φοβείσθε! Εμείς εσκοτώσαμε τόσους Τούρ­κους εντόπιους, και τούτους έτσι θα τους κάμομε. Δεν είναι πολλοί οι Τούρκοι, όσους τους λέγουν. Να υπάγομε να σκο­τωθούμε μακράν από τα παιδιά μας και τες φαμελιές μας. Μην παίρνετε μαζί σας ούτε μουλάρια, καπότες, όλα μας τα φέρνουν εκείνοι».

Εδιόρισα τον Κολιόπουλο και τον Αντώνη Κολοκοτρώνη με χίλιους εφτακόσιους να τραβήξουν εις τον Άγιον Γεώργιο και να υπάγουν αντίκρυ να ρίξουν δύο - τρεις μπαταρίες, να ακούσουν οι Έλληνες οπού ήτον εις το κάστρο της Κορίνθου και να ενθαρρυνθούν. Έλπιζα ότι το κάστρο εβάσταγε ακόμη. Εβάσταξα μόνον τρακόσιους και εκίνησα δια το Άργος όπου ήξευρα ότι ήτον εκεί πεντ' έξη χιλιάδες στρατιώτες και να τους πάρω και να υπάγω εμπρός εις τους Τούρκους εις τα Δερβένια. Έρχοντας εις το Παρθένι, απάντησα τον Ρήγα με τον Κολιό τον Δαριώτην. Τους ερώτησα τι ηξεύρουν, και αυ­τοί μου αποκρίθηκαν ότι εμβήκαν εξήντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα, ότι μόνον αυτός εγλύτωσε. Τον εμάλωσα, και του είπα: «Να μη ματαειπείς τέτοια λόγια εις την Τριπολιτσά». Αυτός μόλις επήγε στην Τριπολιτσά, έδωσε την είδηση και έφυγε όλος ο κόσμος από τη Τριπολιτσά' μόνον η Γερουσία έμεινε. Οι στρατιώτες οπού είχα μαζί, ωσάν ήκουσαν αυτάς τας ειδήσεις, εδείλιασαν, και δια να τους ενθαρρύνω άρχισα και ετραγούδαγα. Παρακάτω απάντησα τον Λυκούργο Κρεστενίτη με δεκαπέντε και τους είπα: «που πηγαίνουν;» και αυτοί: «πηγαίνουν εις τον Πύργον και πάλιν έρχονται». Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος και έφυγαν. Τους απαντάω εις τον δρόμο, τους ερωτάω που πηγαίνουν και αυτοί μου έλεγαν ότι: «Έχομεν άρρωστο και πάμε και γυρίζομε». Τους έλεγα: «Τον άρρω­στο τον πάει ένας - δύο, όχι τόσοι». Εις το Ταβούλι, απάντησα τον Υψηλάντη, τον Κρεβατά, τον υιό μου Πάνο οπού ήτον με την Γερουσία, τον Μαυρομιχάλη, τους ερωτώ: «Που πάτε; Τους είδατε με τα μάτια σας τους Τούρκους;» - «Όχι, μας εί­παν πως εμβήκαν πενήντα καβαλλαραίοι εις το Ναύπλιον». -«Εσείς που πάτε; Έχομε κανένα κάστρο να εμβούμε; Έχομε καμμίαν δύναμιν να τραβηχθούμε και ημείς, και οι Τούρκοι να σκλαβώσουν τον κόσμο;». Και έτσι τους εκράτησα.
Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεοδωρή Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη, και τους λέγω: «Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του 'Αργους με εκατό αν­θρώπους διαλεχτούς, και πιάνοντας το κάστρο, να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο». Με αποκρίθηκαν ότι: «Πάμε, μα χανόμεθα». Τους είπα: «Πηγαίνετε, κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου». Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό. Ευθύς στέλνω τον Πάνο με εκατό πενήντα στρατιώτας να υπάγει να πιάσει τους Μύλους και να ειδοποιήσει τα καράβια της πεθε­ράς του να πλησιάσουν κοντά, κι αν τον εύρει πόλεμος να τον βοηθήσουν με τα κανόνια. Τρεις ημέρες εκαθίσαμε εις τον Αχλαδόκαμπο, και εγράψαμε να έλθουν στρατεύματα. Ήλθαν οι Αγιοπετρίται με τον Ζαφειρόπουλο και Μιστριώτες, κι εγινήκαμε ως χίλιοι. Τότε είπα του Πετρόμπεη και του Υψη­λάντη να παν να πιάσουν τους Μύλους και να στείλουν βοή­θεια εις το Άργος, και εγώ να τραβήξω κατά την Κόρινθο, να ιδώ πόθεν πηγαίνουν οι Τούρκοι. Και έγιναν δύο κολόνες, η μια να υπάγει κατά τα Βασιλικά και η άλλη κατά το Άργος.

Επήγαν εις τους Μύλους. Ο Πάνος, ο Μπεηζαντές Γεωργάκης, επήγαν και εκλείσθηκαν εις το Άργος. Εγώ ετράβηξα δια να υπάγω εις την Κόρινθο. Ηύρηκα τον Κολιόπουλο εις το Σκηνοχώρι, ο Αντώνης ήτον εις τον Άγιο - Γιώργη, οι Τούρκοι άρχισαν να κατεβαίνουν εις το Άργος. Οι Τούρκοι μην ευρί­σκοντας εναντιότητα, εξαπλώνονται. Ο Κολιόπουλος απαντά­ται εις το Χαρβάτι με τους Τούρκους, εσκότωσαν είκοσι. Ο Κολιόπουλος μονομαχεί μ' έναν καβαλλάρη και τον φονεύει. Τότε εγύρισε εις το Σκηνοχώρι, εκατέβηκαν και από το κά­στρο του Άργους μερικοί, και επολέμησαν με τους Τούρκους που ήρχοντο από την Κόρινθο και εσκοτώθηκαν καμμιά δεκα­ριά, Μανιάτες και Πελοποννήσιοι. Οι Κουμαντουραίοι, ο Σισίνης, έμειναν όσοι ήτον με τον Μπέη ο Αντώνης εκαρτέρεψε εις τον Άγιο Γεώργιο τους Τούρκους στην Κόρινθο και εσκότωσε δέκα εφτά. Την άλλην ημέρα επήγαν δύο χιλιάδες και τον επολέμησαν και τον έδιωξαν και έκαψαν σπίτια.

Εγώ, σαν έστειλα τους άλλους να πάνε στους Μύλους, εγώ ετράβηξα κατά την Κόρινθο και επήγα εις το Σκηνοχώρι και επήγα και ηύρα τον Κολιόπουλο, και μου είπε τον αναχωρισμό του Αντώνη από τον Άγιο Γεώργιον. Και εκίνησα να πά­γω στον Άγιον Γεώργιο και πηγαινάμενος εις το Μαλανδρίνο, ηύρα δέκα καβαλλαραίους Τούρκους και βλέποντας μας εκλείσθηκαν εις ένα σπίτι' δεν ηθέλησαν να παραδοθούν, τους εκάψαμεν. Ένας στρατιώτης έπιασε το τουφέκι ενός Τούρκου από την θύραν, του το πήρε. Τραβάω και πάγω εις τον Άγιον Γεώργιο. Το χωριό ήτον γεμάτο από λάδι κλπ. Το έπιασα, αγνάντευσα και είδα, ότι από την Κόρινθο εκίνησαν τα τούρκικα στρατεύματα δια το Άργος και Ανάπλι. Όταν εκατέβηκαν οι Τούρκοι επήγαν και επολιόρκησαν το παλιόκαστρο του Άργους, και οι Τούρκοι ήτον δύο πασάδες. Οι πα­σάδες έλεγαν των στρατιωτών, ότι: «Εδώ είναι το βιος του κόσμου. Το Ανάπλι το έχομε, τ' άλλα τα πέρνομε όλα». Το επολιόρκησαν.

Ήτον συναγμένα στρατεύματα εις τους Μύλους έως πέ­ντε χιλιάδες. Ο Κολιόπουλος ήτον κλειστός εις το Παλιόκαστρο με Φαναρίτας και Καρυτινούς, με τον Δημητράκη τον Δελιγιάννη. Μου γράφουν ένα γράμμα, ότι να φθάσω, διατί έκλεισαν το κάστρο και δεν έχουν προβεζιό. Την άλλην ημέ­ρα έκαμαν αρχηγό του στρατεύματος τον Αντωνάκη Μαυρο­μιχάλη, του στρατεύματος που είναι στους Μύλους. Σαν τον έκαμαν αρχηγό, ηθέλησαν να κάμουν ένα πόλεμο, με τους Τούρκους, και τον Κολιόπουλο δεν τον ετεμπίχιασαν που ήτον εις το πλευρό τους, και ο πόλεμος επιάσθη στην άκρη στ' αμπέλια, και εβγήκαν Τούρκοι δέκα χιλιάδες καβαλλαραίοι και ετσάκισαν τους Έλληνας, και εχάθηκαν εκατό πενήντα Έλληνες. Σαν έχασαν την μπατάλια, μου στέλνουν ένα γράμ­μα και μου λένε, αν τρώγω ψωμί να το αφήσω, να τους βοη­θήσω - ήμουν εις τον Άγιον Γεώργιο - διατί η Πατρίς εχάθη.

Δεν έλειψα ευθύς να κινήσω με εκατό στρατιώτας και τον Αντώνη Κολοκοτρώνη τον αφήνω στα Δερβενάκια με καμμιά χιλιάδα. Πηγαινάμενος εις τους Μύλους τους Αργίτικους ηύ­ρα όλους τους στρατιώτας λυπημένουςα από τον πόλεμο της άλλης ημέρας που εχάθηκαν στρατιώτες. Δεν έλειψα να τους ομιλήσω και να τους ενθαρρύνω, ότι αν οι Τούρκοι εσκότωσαν εκατό πενήντα, ημείς χιλιάδες, και να εκδικηθούμε, και άλλα πολλά τους είπα και εμψυχώθηκαν. Τους εμάλλωσα πο­λύ με την αταξία του πολέμου, ότι δεν ομίλησαν και του Κολιόπουλου. Ο Μαυρομιχάλης, ο Κρεβατάς ήτον εις τους Μύ­λους τους Αφεντικούς (Μύλοι Αργίτικοι, Μύλοι Αφεντικοί δια­φορά). Την άλλην ημέρα επλάκωσαν χίλιοι διακόσιοι Αρκαδιανοί. Οι Τούρκοι έρριχναν βόμβες από το Άργος και έβαναν δύο κανόνα από μία ράχη και επολιορκούσαν το Παλιόκαστρο. Οι κλεισμένοι δεν είχαν τίποτε μέσα και ήτον στενοχω ρημένοι. Στες 20 του Ιουλίου, στην ημέραν του Αγίου Ηλία έκραξα τα στρατεύματα εις τους Μύλους τους Αργίτικους και τους ομίλησα δύο ώρες: «Να πολεμήσομε, να βγάλομε τους κλεισμένους, οι Τούρκοι είναι όλοι σαβούρα».

Απεφάσισα να κτυπήσομε το βράδυ από όλες τες μεριές τους Τούρκους· διατί δεν ημπορούσε να πάγει άνθρωπος να τους ιδεί, αλλ' ότι έκαναν τα σινιάλα. Τότενες, διατάττω τες επαρχίες να κτυπήσουν τον εχθρό εις την θέση καθεμιά που είχε. Τόσο και τον Κολιόπουλο και τους Αρκαδιανούς τους έβαλα εις το κέντρο, να κτυπήσουν τους Τούρκους οπού εί­χαν τα κανόνια. Και οι Αρκαδιανοί καθώς επήγα το βράδι και εκτύπησα από όλες τες μεριές, επήγαν και εχάλασαν με τα πόδια τα ταμπούρια. Αναχωρούν πάλι δια νυκτός, διότι οι άλ­λοι Έλληνες δεν εκινήθηκαν. Εκείνοι έμειναν ακόμη κλεισμέ­νοι εις το Παλιόκαστρο. Την άλλην ημέρα εστενοχωρήθηκα δια τους μέσα, να μη βλαφθούν. Έκαμα ένα στρατήγημα, να πάμε όλοι ολοτρογυρα ν' αδειασομε από δύο τουφέκια, να κάμομε φανό και εκείνοι να κάμουν τρόπο να έβγουν από το Παλιόκαστρο. Έτσι εζυγώσαμε κοντά, εκείνοι εβγήκαν τότε αβλαβείς από το Παλιόκαστρο και άφηκαν μέσα ένα ασκί τυ­ρί, και εβγήκαν όλοι εις τους Μύλους του Άργους υγιείς.

Την αυγή μπαίνουν οι Τούρκοι στο κάστρο και δεν εύρι­σκαν ουδέν. Αυτοί (οι δικοί μας) είπαν ότι αναχωρήσαμε. Τα στρατεύματα την αυγή βγαίνουν καμμιά δεκαριά χιλιάδες κα-βαλλαραίοι και βγαίνουν εις τους Μύλους τους Αργίτικους να ιδούν. Βλέποντας ημείς την καβαλλαρία, εγώ έκαμα τους δι­κούς μου κολόνα εις τους πρόποδας του λόφου και κατέβη­καν καμμιά εικοσαριά καβαλλαραίοι και έκαμαν ακροβολισμούς εις τους κάμπους, διότι οι Τούρκοι εβγήκαν να ιδούν, όχι να κάμουν πόλεμο. Εγύρισαν εις τα αμπέλια, ότι ήτον προβαλμένα τα σταφύλια και επήραν. Δίδαξα τα στρατεύμα­τα εις τους Μύλους τους Αφεντικούς να πιάσουν εκεί και να ανάψει από καθένας είκοσι φωτιές, και το Τριπολιτσιώτικο το έβαλα αντίκρυ εις τες ράχες να κάμουν και αυτοί το ίδιο. Ο Κολιόπουλος με το στράτευμα του να πιάσει το Σκηνοχώρι ανάμεσα εις τες δύο δημοσιές που πάνε εις την Τριπολιτσά.

Βλέποντας οι Τούρκοι ότι τόσες φωτιές ολοτρογυρα, απε­φάσισαν ότι δεν ημπορούν να περάσουν δια Τριπολιτσά. Εί­χαν έλλειψη από τροφάς, διότι ο Τσόκρης είχε κάψει μπρο-στύτερα τον κάμπο του Αργούς. Έκαμαν συμβούλιο να γυρί­σουν πίσω στην Κόρθο, ν' απεράσουν στην Βοστίτσα, να πά­νε στη Γαστούνη δια τροφάς, διότι δεν είχαν. Εγώ έκαμα συ­νέλευση με όλους τους οπλαρχηγούς εις τους Μύλους τους Αργίτικους, τους είπα: «Οι Τούρκοι θέ να γυρίσουν οπίσω κα­τά την Κόρθο. Το βλέπουν ότι από εδώ δεν ημπορούν να πε­ράσουν, μόνον σταθήτε εδώ να πάγω να πιάσω το Δερβενάκι, διατί οι Τούρκοι θα απεράσουν». Αφήνω τον Γιατράκο τον Π. εις τα σώματα οπού ήτον εις τους Μύλους, και αυτοί δεν ήθελαν, έλεγαν να κάτσω εγώ, τους έλεγα να πάγουν αυτοί. Αναχώρησα περ βίας να πιάσω το Δερβενάκι, από εκείθεν ήμουν βέβαιος, ότι θα περάσουν και όχι από την Τριπολιτσά. «Ο Κολοκοτρώνης, έλεγε ο Πετρόμπεης, πάγει κλέφτης εις τα βουνά». Και ανεχώρησα και επήγα εις τον Άγιο Γεώργιο.

Στες 26 του Ιουλίου, ημέραν της αγίας Παρασκευής, είχε την αυγήν ομιλήσει η βάρδια του Αντώνη με τρακόσιους νομάτους. Οι Τούρκοι εβγήκαν και έρχονται εις δύο κολόνες. Της ευθύς ορδινάρησα εγώ εις τον Άγιο Γεώργιο να μαζώξουν όλες τες ζωοτροφίες εις τέσσερα σπίτια οι Τσαουσάδες, οπού εάν ιδούν και έρχονται εις δύο κολόνες να σας κάμω σινιάλι, να κάψετε τες τροφές και να μην τα λάβουν οι Τούρκοι. Εγώ επήρα το λοιπό στράτευμα και έπιασα το Δερβενάκι. Ο Νική­τας και ο Παπαφλέσσας και ο Υψηλάντης με πεντακόσιους στρατιώτας τους είχα βάλει και είχαν πιάσει το Κινάρι, χωριό δυνατό εις τον δρόμο των Κορινθίων. Οι Τούρκοι, η μπροστέλα έφθασε εις τον Αντώνη και καθώς είδε τους Έλληνας εμπρός, ομίλησαν οι Τούρκοι να τους αφήσουν τον δρόμο, διατί θα απεράσουν οπίσω εις την Ρούμελη, στην Πατρίδα μας. Εγώ έστειλα πεζό να πάγει εις το Σκηνοχώρι που ήτον ο Κολιόπου­λος, να έλθει να μας δώσει βοήθεια. Από εκεί ήτον ώρες έξη, από το Δερβενάκι έως το Κινάρι ώρες δύο, όπου ήτον ο Νικη­ταράς, ήτον και από τον Άγιο Γεώργη, ο παπά Νίκας από την Κόρινθο με τα Κορινθιακά στρατεύματα εις ένα χωριό, στην Μάγκα. Έστειλα και εις εκείνους να έλθουν μεντάτι.
Εγώ πηγαινάμενος εις το Δερβενάκι, έκλεξα οχτακόσιους στρατιώτας εις το Γελέκι, και τους έκαμα τέσσερες κολόνες, και τους εκατέβασα κάτω από εκείνο το πόστο οπού εκρατούσα εις τη ράχη, και ο Αντώνης εκρατούσε το κεφάλι, ήτον ομπροστά. Και οι Τούρκοι εβγαίνανε από το κάστρο και οι ομπροστινοί εκαρτερούσαν να συναχθούν όλοι. Όσο να συνα­χθούν οι Τούρκοι, έβαλα τες σημαίες και τα ζώα και καπότες, τα έβαλα όλα εις μία ράχη, δια να νομίσουν, ότι εκεί είναι οι πολλοί στρατιώτες και να κάμουν κάτω, να μην έλθουν επάνω μας και μας χαλάσουν. Εγώ εστεκόμουν με δέκα ανθρώπους στην κορφή· οι ψυχογιοί με τα μουλάρια αράδα. Του δε Νική­τα ο πεζός του είπε, ότι εβγήκαν οι Τούρκοι, και όχι ότι έρχο­νται ν' απεράσουν εις το Δερβενάκι. Οι Κορίνθιοι εσκόρπισαν. Ο Κολιόπουλος έξη ώρες αλάργα· ενύκτωσε έως να πάγει εκεί ο πεζός. Στες τρεις η ώρα συνάχθηκαν όλοι οι Τούρκοι, και οι πασάδες ήτον στην πίσω μεριά. Οι δε έξη χιλιάδες, που ήταν εις τους Μύλους, δεν είχαν βάρδια δια να ιδούν, ότι άδειασε το Άργος, να έλθουν από κοντά. Οι τέσσερες κολό­νες τους είχα τεμπίχι, να μη κάμουν αρχή του πολέμου, παρά αφού ακούσουν τα δέκα τουφέκια, και έτσι εστέκονταν.

Οι Τούρκοι, σαν εσυνάχθησαν όλοι, διέταξε ο πασάς να κινήσει η μπροστέλα. Και έτσι οι Τούρκοι εξεκαβάλληκαν δια τον τόπο και εκίνησαν με τα πόδια, και ο Αντώνης ήτον τα-μπουρωμένος. Ο Αντώνης εκτύπησε, αφού έφθασαν εκατό βήματα οι Τούρκοι και εκράτησαν καμμιά δεκαριά Τούρκους. Εκείνοι έδωσαν τες πλάτες και έκαμαν κατά τον Άγιο Σώστη, και εκεί είναι ρεύματα, και επήρε το ασκέρι το τούρκικο τες ράχες. Ο Αντωνάκος δεν έπεσε κοντά εις εδαύτους, παίρνει ένα μπαϊράκι με 30 νομάτους και πέφτει εις τον Άγιο Σώστη εμπρός, οι Τούρκοι εγένηκαν τρεις κολόνες, μία οπίσω, οι πασάδες, μία στην μέση, η άλλη κατά τον Αντωνάκη· έως δέ­κα χιλιάδες εκίνησαν κατά τον Αντωνάκη· οι τριάντα εσκότωσαν πολλούς, δύο μόνον εσκοτώθηκαν, ανίψια μου.

Οι Τούρκοι όσοι έμεινα, επέρασαν κατά την Κουρτέσα και εκεί έκαμαν στάση. Ακούοντας ο Νικήτας, ο Υψηλάντης, ο Φλέσσας, έφθασαν εις τον Άγιο Σώστη και έπιασαν τον δυνα­τότερο τόπο εις τον Άγιο Σώστη. Το μεσιανό στράτευμα όπου εσκότωναν οι Έλληνες, έδωσε να περάσει και εκείνο, και έπεσεν εις τον Νικήτα με τους αλλουνούς, οι δε πασάδες που έμειναν οπίσω ενύκτωσε και δεν ημπόραγαν ν' απεράσουν. Ομίλησαν τους Έλληνας και τους είπαν: «Ποιος καπετάνιος ομπροστά:» Αποκρίθηκε ένας πα­πάς από το Χρυσοβίτσι; «Ο Κολοκοτρώνης είναι». Αποκρίθη­καν οι πασάδες: «Να κάμομε μπέσα, να περάσομε και του δί-νομε ό,τι ζητήσει». Και τότενες έστειλε ο παπα-Δημήτρης έναν άνθρωπο να μου ομιλήσει. Λαμβάνοντας την είδηση και εκίνη­σα να υπάγω. Είχα στο νου μου να τους χασομερήσω, ώστε να έλθει το πρωί, να τους χάσομε. Μέσα εις το στράτευμα εί­χαμε και μερικούς καβαλλαραίους, ο Φωτάκος και ο Σπηλιωτόπουλος, και ο Βούλγαρης ο Κώτσος και ο Κωνστ. Αναστα­σόπουλος, και άλλο ένα ανιψίδι μου. Εκείνοι εκίνησαν. Οι Πα­σάδες, βλέποντας καβαλλαραίους δικούς μας, ενόμισαν ότι έχομε καβαλλαρία πολλή. Γυρίζουν, πάνε στην Τίρυνθο, αφίνουν ό,τι είχαν, ενύκτωσε, το μπουχό τους εβλέπαμε' Εξημέ­ρωσε και ο Κολιόπουλος με δυο χιλιάδες με τον Δημ. Δελι­γιάννη και με τους Φαναρίτες. - Οι εδικοί μας έπεσαν στα λά­φυρα και εις τους λόγγους.

Οι Τούρκοι, οπού ήτον εις την Κουρτέσα, εδοκίμασαν να μάθουν τι έγιναν οι πασάδες, και εκίνησαν χίλιοι να έλθουν εις τον Άγιο Σώστη. Τους εκαρτέρεσαν οι δικοί μας, τους έρριξαν μία μπαταρία τουφέκια, τους πισοδρόμησαν. Οι πασά­δες επήγαν, εστάθηκαν εις την Τίρυνθο, εις την Γλυκεία, και ο Νικήτας ετραβήχθηκε με τον Παπαφλέσσα στο Αγιονόρι, πρώτα ήταν εις τον Άγιο Σώστη. - Το Δερβενάκι είναι πλευρά από του Αγαμέμνονος το μνήμα. - Εκείνη την ημέρα εξημέ­ρωσε, και ο Κολιόπουλος και εγενήκαμε ημείς τέσσερες χι­λιάδες εις το Δερβενάκι. Ο Γιατράκος με τον Τσόκρη ήλθαν εις το Δερβενάκι, τους λέγω: «Που ε^αι τάλλα στρατεύμα­τα;» - «Είναι εις το Κουτσοπόδι και έως εις του Χαρβάτη». Τους είπα: «Οι πασάδες οπού είναι εις την Τίρυνθο ταχιά θα εκστρατεύσουν δια την Κόρινθο, μόνο εσείς να πάρετε τα στρατεύματα σας και να πάτε εις ένα χωριό εις τον δρόμο που πηγαίνει από το Αγιονόρι εις την Κόρινθο, και να σταθήτε εκεί να βάλετε καραούλι, να μην περάσουν οι Τούρκοι από το Αγιονόρι. Αν έλθουν κατ' εμάς, να ελθήτε από πίσω, και ημείς τους καρτερούμεν εμπρός· εσείς έρχεσθε από πίσω, σαν προσπεράσουνε κατά μας' δια να πιάσομε τους πασάδες ζωντανούς. Αν κάμουν κατά σας, να μας κάμετε σινιάλο να έλθομε κατά σας βοήθεια σας.

Αυτοί εκίνησαν και επήγαν εις το στράτευμα, και το στρά­τευμα έφυγε και επήγε εις τους Μύλους τους Αφεντικούς (ο Γιατράκος ως φαίνεται τους παρεκίνησε να φύγουνε). Ο Για-τράκος, σαν ανεχώρησε το στράτευμα, δεν μου το εμήνυσεν, εγώ όμως ήλπιζα οπώς θα πάγει εκεί όπου τον διόριζα και έμεινα αναπαυμένος και είχα βάρδιες να ιδώ το σενιάλο που θα μου κάμουν. Οι Τούρκοι εκίνησαν και ετράβηξαν ίσια του Αγιονοριού την στράτα, οι πασάδες. Επήγαν επάνω στην μπροστοφυλακή του Νικήτα. Αρχινώντας η μπροστοφυλακή τον πόλεμο, έβγαινεν ο Νικήτας να τους πάγει μεντάτι, και δεν ημπόρεσαν να βαστάξουν, αλλά εγύρισε όλο το στράτευ­μα και έπιασε το χωριό. Οι Τούρκοι επήγαν στην άκρη, στο χωριό πολεμώντας τους. Οι Τούρκοι δεν είχαν σκοπό να πο­λεμήσουν τον Νικήτα, αλλά είχαν σκοπό κατά την Κλένια να περάσουν, και καθώς εκίνησαν οι Τούρκοι να πάνε κάτω εκί­νησε ο Νικήτας και οι ντοπικοί και οι γυναίκες ακόμα. Τότε μας έδωσαν είδηση εις τα Δερβενάκια (δυο ώρες μακράν από το Αγιονόρι τα Δερβενάκια).

Έστειλα τον Δημήτρη Κολιόπουλο να πιάσει την Κλένια, όταν άκουσα τον πόλεμο, με δυο χιλιάδες. Ο Νικήτας τους έπε­σε από κοντά και, ως την Κλένια που τους επήγε, πεντακόσιους εσκότωσε και ένα πασά. Απαράτησαν τα καμήλια τους, τα φορ­τώματα τους. Ο Κολιόπουλος δεν έφθασε να πιάσει την Κλένια. Το ασκέρι που ήταν στους Μύλους βλέποντας τους Τούρκους που έφυγαν, εκίνησαν από κοντά, πλην δεν έκαμαν πόλεμο-Γιατράκος. Οι Τούρκοι επήγαν εις την Κόρινθο, όσοι έμειναν. Μανθάνοντας εγώ ότι οι Τούρκοι απέρασαν, και επήγαν εις την Κόρινθον και οι πασάδες, επείκασα ότι θα απεράσουν από τα Μαύρα Λιθάρια δια Βοστίτσα και Πάτρα δια ζαερέδες. Ευθύς διέταξα όλα τα στρατεύματα να με ακολουθήσουν και έπιασα τα Βασιλικά,το στράτευμα μας έως εφτά χιλιάδες.

Το βράδι οπού ενύκτωσε ετεμπίχιασα τους στρατιώτας να κάμουν από δέκα ή δεκαπέντε φωτιές, που είμεθα αντίκρυ της Κορίνθου, και εφωτολογησαν τα βουνά, και οι Τούρκοι ενόμισαν ότι είμεθα τόσες χιλιάδες στρατεύματα. Την αυγή οι Τούρκοι κινάν δέκα πέντε χιλιάδες να δοκιμάσουν το πέρα­σμα τους. Επολεμήσαμε και δεν ημπόρεσαν ν' απεράσουν εσκοτώθηκαν ολίγοι, το βράδι εγύρισαν πίσω εις την Κόριν­θο. Οπόταν έβγαιναν εκεί, τους καρτερούσαν οι Έλληνες και τους επολεμούσαν με ακροβολισμούς. Μία ημέρα κινάν δύο χιλιάδες όλοι δια να απεράσουν με πόλεμο και τους αντιστά­θηκαν οι Έλληνες πεισματωδώς και η καβαλλαρία κάνει γιου­ρούσι και ετσάκισε ένα ταμπούρι από τους Έλληνας- τους πλάκωσε κάτω στες ρίζες, εσκοτώθηκαν τριάντα, μεταξύ αυ­τών ο Αναγνώστης Πετιμεζάς και το παιδί του, που ήτον κου­μάντο και ένας παπάς σημαντικός από το Μιστρά. Εκατέβη­καν τ' άλλα ταμπούρια κι εβοήθησαν τους φευγάτους. Οι Τούρκοι εγύρισαν άπρακτοι κι εκείνη την ημέρα.

Ο Δράμαλης εδιάλεξε τετρακόσιους Τούρκους, και τους άφησε με το ζαερέ τους έξη μήνες μ' ένα κουμάντο εις το Παλαμήδι, και ούτε έμβαινε ούτε! έβγαινε κανένας από τους άλλους Τούρκους. Επήραν την απόφαση, ότι δεν ημπορούν να τους έλθει μεντάτι'επρόσμεναν την αρμάδα'έβγαιναν μό­νο κι έκαναν ακροβολισμούς. Μπροστύτερα οι Κορίνθιοι με είχαν ειπεί, να τους στείλω ένα κουμάντο, και εστρατολόγαε τους Κορινθίους και εβασάνιζε τους Τούρκους. Μου ήλθε μία διαταγή από την Γερουσία να υπάγω εις την Τριπολιτσά και εις το μέρος το Βασιλικό άφησα τον Γενναίο και Απ. Κολοκο­τρώνη (είχα και ορδί στην Κλένια)...
Πηγές:
Θ. Κολοκοτρώνης
Απομνημονεύματα

Ρήγας Παλαμήδης.(Δράμαλης-Κόρινθος-'Αργος-Μάχη Δερβενίων-Θάνατος).

«Ό Δράμαλης έμπήκεν εις την Κόρινθον χωρίς πολέμου. Ό φρου­ρών την Ακρόπολιν με 250 στρατιώτας καί φυλάττων τόν Κιαμήλμπεην ιερεύς Αρσένιος Κρανιδιώτης βλέπων τό πλήθος τών έχθρών έδειλίασε, έφό νευσε τόν Κιαμήλ μπέην καί άνεχώρησε. Ό Δράμαλης έστειλε φρουράν εις την Άκρόπολιν καί απόσπασμα ίππικού εις Ναύπλιον και 'Αργος νά ειδοποιήσουν τήν έλευσίν του.Ό Σπαρτιάτης Καρύγιαννης μέ εξ ανθρώπους έμβήκεν εις τό φρούριον του 'Αργους. Οί Τούρκοι ίδόντες τήν έλληνικήν σημαίαν κυματίζουσαν επί του τείχους του φρουρίου δεν έτόλμων νά πλησιάσωσιν.Ό Π.Μαυρομιχάλης, ό Υψηλάντης, ό Αντώνιος, ό Γεώργιος, ό Ιωάννης, ό Κατζάκος Μαυρομιχαλαίοι άφήσαντες τόν Τζώκρην μετά του Ιωάννου Σταματελοπούλου εις τους Μύλους καί έλθόντες εις τά Νερούλια απήντησαν έρχόμενον έκ Τριπόλεως τόν Θ.Κολοκοτρώνην καί απεφάσισαν ό μέν Κολοκοτρώνης νά ύπάγη είς τό μονα στήρι του Αγίου Γεωργίου, ό Μαυρομιχάλης μετά του Ύψηλάντου νά επανέλ­θουν εις Μύλους, δπου συγχρόνως έφθασε καί ό Κρεββατάς μετά του Γεωρ.Γιατράκου κλπ. Ό δέ Κατζάκος, ό Κουμουστιώτης καί ό Μπαρμπιτζιώτης νά έλθουν εις τό φρούριον του 'Αργους, όπου ευρίσκετο ό Καρύγιαννης, άλλ'ούτος πρίν φθάσουν εκείνοι έξήλθεν από τό φρούριον καί ήλθεν είς τό Κεφαλάρι, ενθα εύρε τόν Τζώκρην καί Ν.Σταματελόπουλον, οίτινες όλοι έλθόντες όμού εις τό 'Αργός πολιορκούν μίαν οικίαν μέ 10 Τούρκους, έπειτα τήν αποτεφρώνουν μετ'αύτών. Ό δέ Κατζάκος μετά τών άλλων εισήλθεν είς τό φρούριον. Οί άκροβολισμοί ήρχισαν μετά τών ευρισκομένων έκεί αποσπασμάτων του Δραμαλικού στρατού, τό δέ γενικόν στρατόπεδον ήτον είς Κόρινθον.Μίαν νύκτα, ό Γεώργιος, ό Ιωάννης, ό Κατσάκος, ό Κουμουστιώ­της καί άλλοι τινές Σπαρτιάται εξελθόντες έκαυσαν τούς καρπούς είς τό Κουτζοπόδι, άλλά τούς κατέλαβεν ή ήμερα καί ώρμησε κατ'αύτών τό ίππικόν του Δράμαλη καί έφόνευσε πολλούς 'Ελληνας πεζούς. Ό Γε­ώργιος, ό Ιωάννης, ό Κατσάκος καί ό Μεδής δντες έφιπποι έπολέμων τούς εχθρούς καί ούτως ήδυνήθησαν οί λοιποί νά σωθώσιν. Έδώ έφονεύθησαν ό Παναγιώτης Χριστοδουλάκης καί ό Παναγ. Μαυρομιχά­λης. Έπιστρέψαντες άπό τό Κουτζοπόδι έμβήκαν πάλι είς τό φρούριον του ΄Αργους, μεθ' ων ό Υψηλάντης καί ό Πάνος Κολοκοτρώνης. Τότε συγχρόνως ήλθεν καί ό Σαλαφατίνος έλθών άπό τά Δερβένια.
Ό δέ Δράμαλης όχυρώσας τήν Κόρινθον, έλθών έστρατοπέδευσεν εις Ναύπλιον, ίκανόν δέ μέρος τού στρατού του ήλθεν είς 'Αργός, όπου οί άκροβολισμοί ήσαν συχνοί, άλλά μάχη σημαντική δεν έγινε καμμία. Μετ' ολίγας δέ ημέρας ό Δράμαλης ήλθε πανστρατιά είς 'Αργός. Ό πόλεμος ήρχισε σπουδαιότερος. Ό Μεδής έλαβε θέσιν εντός ενός περι­βολιού του Σέκερη άπό τό κάτω μέρος του 'Αργους, οίτινες καίτοι πολεμούντες ώς 'Ελληνες μιμούμενοι τούς προγόνους των δέν ήδυνήθησαν ν' άντισταθώσι κατά τοσούτων πολυαρίθμων έχθρών, όθεν έβιάσθησαν νά είσέλθωσιν είς τό φρούριον. Ό Σαλαφατίνος ών είς τό μοναστήριον έμεινε μόνον μέ ενα ψυχοϋιόν του καί μέ κίνδυνον μεγάλον διεσώθησαν καί αυτοί είς τό φρούριον. Ό Δράμαλης τούς έπολιόρκησε. Ό Π. Μαυρομιχάλης μετά του Κρεββατά ήλθον εις τούς Μύ­λους. Ό Θεόδ. Κολοκοτρώνης ευρίσκετο είς τό μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου. Ό Κολιόπουλος ήλθεν είς Καρυάς οί δέ Γιατρακαίοι καί λοιποί είς τό Κεφαλάρι, όπου ήτον ό Αντώνιος Μαυρομιχάλης. Ό Κο­λοκοτρώνης γράφει πρός τόν Κολιόπουλον νά κατορθώση οίωδήποτε τρόπω δυνηθή τήν άπό του φρουρίου εξοδον του υίού του Πάνου Κολο­κοτρώνη. Ό Κολιόπουλος έζήτησε τήν βοήθειαν τών είς Κεφαλάρι ευρισκομένων οπλαρχηγών. Είς τούτο ούτοι δέ έλθόντες όλοι επιπί­πτουν μέ όρμήν κατά τών όπισθεν του φρουρίου φυλαττόντων Τούρ­κων. Ή μάχη γίνεται πεισματώδης. Οί Τούρκοι μή δυνάμενοι ν' άντι­σταθώσι άπεσύρθησαν πρός τά οπίσω. Τότε εύρόντες εύκαιρίαν. καί οί εντός του φρουρίου έξήλθον ανενόχλητοι, έκτός του Ιωάννη Μαυρομι­χάλη, του Πιέρου Βοϊδή Μαυρομιχάλη, του Κουμουστιώτου καί του Μπαρμπιτζιώτου, οίτινες έμειναν είς τό φρούριον μέ 450. Οί Τούρκοι ώργισμένοι, διότι δέν ήδυνήθησαν όχι μόνον νά νικήσουν τόν Τσώκρην καί τούς λοιπούς είς τό περιβόλιον, άλλ' ακόμη καί άνελπίστως έδιώχθησαν, έπολιόρκησαν σφιγκτά τούς έν τω φρουρίω μείναντας. Οί μέν άλλοι οπλαρχηγοί, ώς είπομεν, έμενον στρατοπεδεύοντες είς τό Κεφα­λάρι, ό δέ Κολιόπουλος μετά του Πάνου ήλθον εις Καρυάς. Ό Υψη­λάντης μετά του Αντωνίου διωρίσθησαν αρχηγοί τών στρατευμάτων, μεθ'ών ήσαν καί οί Χριστοδουλιάνοι, ό Θανασούλης, ό Γαλάνης, οί Κουμουνδουριδίνοι καί ό Σταυριανός Καπετανάκης καί τήν Κυριακήν απεφάσισαν νά ορμήσουν κατά τών εχθρών. Περί τούτου έγραψαν τόν Κολιόπουλον καί Δεληγιαννόπουλον νά ελθωσι είς βοήθειάν των. Ούτοι δέ ήρνήθησαν (αγνοείται διά ποίαν αίτίαν). Ό πόλεμος μ' όλον τούτο ήρχισε περί τήν δείλην ώραν, άλλά μέ τόσον πείσμα καί τόσην όργήν τών μαχόμενων, ώστε 'Ελληνες καί Τούρκοι ήσαν έξω εαυτών. Τό πολυάριθμον ίππικόν τών έχθρών τρίς ώρμησε κατά του Γεωργίου καί Κατζάκου, κατεχόντων τήν Βέργαν, καί τρίς άντεκρούσθη, άλλά ούτε ένικήθη ούτε έδαμάσθη. 'Ελληνες καί Τούρκοι ώρμούσαν απελπι­σμένοι, οί πρώτοι ένθαρρυνόμενοι πρός αλλήλους άπαξ θέ ν'άποθάνωμεν, ελεγεν ό είς τόν άλλον, άς άποθάνωμεν ελεύθεροι, αν παραδοθώμεν, τό σπαθί του τυράννου δέν θέλει φεισθή της ζωής μας, άς φονευθώμεν λοιπόν ελεύθεροι φονεύοντες εχθρούς. Βρονταί πυροβόλων καί κανονιών, πάταγοι ξιφών, φωναί τών μαχόμενων, καλπάσματα πο­λυαρίθμων ίππων έγέμιζον τόν ορίζοντα.Μέ τόν ένθουσιασμόν αυτόν, περί τήν δύσιν του ηλίου ό Πιέρος Βοϊδής Μαυρομιχάλης μέ τούς υπ'αύτόν έξελθών του φρουρίου επιπίπτει καθ' ενός παρακειμένου όχυρώματος πλησίον του φρουρίου καί τό κυρι­εύει. 01 Τούρκοι ετοιμάζονται είς φυγήν. Ό Βοϊδής τρέχει νά ένθαρρύνη τούς συστρατιώτας του. Ιερεύς τις ευρισκόμενος εμπρός μέ τούς στρατιώτας του καί έκλαβών τόν Βοϊδή ώς έχθρόν έτράπη είς φυγήν άπό τό άριστερόν μέρος. Ό Αντώνιος έφώναξεν, άλλά δέν ήκούετο. Οί Τούρκοι ώρμησαν γενναίως, οί δέ "Ελληνες κυριευθέντες άπό φόβον, έθραύσθησαν πανταχόθεν. Τό έχθρικόν ίππικόν φονεύον τούς 'Ελληνας τούς έδίωξεν έως μίαν ώραν μακράν 127 έλληνικάς κεφαλάς έφερον οί εχθροί είς τό στρατόπεδόν των, κομπάζοντες διά τήν νίκην των, μ' όλον ότι οί έξ αυτών πεσόντες ήσαν 400 περίπου.Οί Τούρκοι μετά τήν μάχην έπολιόρκησαν τό φρούριον σφιγκτότερα νομίζοντες ότι θά εύρουν πολλάς τροφάς καί πολεμοφόδια εκεί έναποταμιευμένα. Οί νικηθέντες 'Ελληνες κατέφυγον είς τό Κεφαλάρι όπου έπρόφθασαν οί Άρκάδιοι καί άλλα στρατεύματα άπό διάφορα μέρη καί ώχυρώθησαν έκεί. Μετά δύο ημέρας κατέβη καί ό Θ.Κολοκοτρώνης, καθ' όν καιρόν 400 ιππείς ήλθον εναντίον ολίγων ιππέων Ελλήνων καί μετά μικρόν άκροβολισμόν χωρίς ζημίας οί Τούρκοι άπεσύρθησαν. Τήν ιδίαν ταύτην έσπέραν απεφάσισαν οί 'Ελληνες νά έπιπέσουν κατά τών πολιορκούντων Τούρκων τό φρούριον καί νά ελευθερώσουν τούς αποκλεισμένους.'Οθεν ό Θ. Κολοκοτρώνης δημηγορήσας καί ένθαρρύνας τούς Ελλη­νας άνεχώρησεν είς τήν θέσιν του. Ήτοιμάσθησαν λοιπόν καί ό μεν Τζώκρης μετά τών Άρκαδίων έλαβε μέρος άπό τών αμπελώνων της 'Ακοβας, ό Αντώνιος καί Γεώργιος Μαυρομιχαλαίοι καί Γιατρακαίοι είς τά αντικρύ του φρουρίου όχυρώματα τών εχθρών έπολέμησαν, άλλά δέν ήδυνήθησαν νά λύσουν τήν πολιορκίαν καί νά σώσουν τούς αποκλεισμένους μ' όλας των τάς προσπάθείας καί έπανήλθον εις τό Κε­φαλάρι άπρακτοι. Μετά δύο ημέρας ό Κολιόπουλος κατέβη άπό τάς Καρυάς. Ό Αντώνιος, ό Γεώργιος καί οί Γιατρακαίοι ήτοιμάσθησαν καί έπέπεσον είς τά ίδια πάλιν όχυρώματα τά κατάντικρυ του φρουρί­ου. Τότε ευρόντες εύκαιρίαν οί έν τω φρουρίω έξήλθον αβλαβείς, εκτός του Σπατ. Λιβερίου, τόν οποίον οί Τοΰρκοι φθάσαντες φεύγοντα έφόνευσαν. Ό Καρύγιαννης έμεινε καί αυτός εντός του φρουρίου μή προφθάσας νά έξέλθη, έμβαινόντων δέ τών Όθωμανών αυτός άναμειγείς μετ'αύτών καί καλύψας μέ λέβητα τήν κεφαλήν του έλαφυραγώγει με­τά τών Τούρκων. Οί "Ελληνες συναθροίσθησαν καί πάλιν εις τό Κεφα­λάρι. Οί δέ Τούρκοι τρεις ημέρας έμενον ήσυχοι. Μετά δέ ό Δράμαλης έστειλε τόν γραμματέα του πρός τόν Π.Μαυρομιχάλην υποσχόμενος πολλά πρός αυτόν, αν υποταχθή. Ό γραμματεύς έλθών ώμολόγησε τήν δειλίαν τών Όθωμανών καί τήν έλλειψιν τών τροφών, τόν οποίον έκράτησαν.


Μάχη Δερβενίων
Ό Δράμαλης απελπισθείς άκούσας τήν άρνησιν του Μαυρομιχάλη καί στενοχωρηθείς έτι μάλλον άπό τήν έλλειψιν τών τροφών, απεφάσι­σε ν'άναχωρήση άπό τό 'Αργος. Τούτο μαθόντες οί 'Ελληνες ήτοιμάσθησαν νά τόν όδοκοπήσουν. "Οθεν συμπαραλαβών ό Υψηλάντης τόν Κατσανόν, άδελφόν του Σαλαφατίνου, γνωρίζοντα τάς θέσεις τών Με­γάλων Δερβενιών, τά όποία οί Δερβενοχωρίται έκυρίευσαν άπό τούς εχθρούς άφαιρέσαντες συγχρόνως άπό αυτούς καί τά κανόνια των, εκί­νησε πρός εκείνο τό μέρος. Άλλά φθάσας είς τό Στεφάνι (χωρίον είς τό στενόν τών μικρών Δερβενιών μεταξύ Κορίνθου καί Ναυπλίας, ολίγον υψηλότερα τών Κλεωνών), εύρε τόν Γρηγόριον Δικαίον καί τόν Νική­τα έλθόντα άπό τήν Στερεάν Ελλάδα.Ό Δράμαλης άφήσας τό Άργος καί τόν Άλή πασα είς τό Ναύπλιον, έστράτευσε διά τά Δερβενάκια' ό Θ.Κολοκοτρώνης ευρισκόμενος έκεί διώρισε τόν Άντώνιον Κολοκοτρώνην μετά τών Άλωνιστιωτών καί Βυτινιωτών νά σταθώσι είς τό στενόν, αυτός δέ μετά τών σωματοφυλάκων του άνέβη είς τήν ράχιν του όρους νά όδηγή τόν πόλεμον. Οί Τούρκοι είς τήν πρώτην μεγάλην όρμήν των διέβησαν ώς 1600 τό στε­νόν καί έφθασαν είς θέσιν Κουρτέσα λεγομένην. Οί γενναίοι Άλωνιστιώται μετά τών συντρόφων των καί του άρχηγού των Ά. Κολοκο­τρώνη επιπίπτουν κατά τών λοιπών, κατακόπτουν πολλούς καί τούς οπισθοδρομούν, μή δυνάμενοι δέ νά διαβώσι κατέφυγον είς τό άλλο στενόν του Στεφανιού, άλλ' ό Υψηλάντης, ό Δικαίος καί ό Νικήτας κατέλαβον εμπρός τήν διάβασίν των. Οί Τούρκοι κατησχυμμένοι άπό άπελπισίαν καί πείσμα έν ταυτώ όρμούντες ν' ανοίξουν τό στενόν έπιπτον σωρηδόν. Μέ τόσον πείσμα έμάχοντο 'Ελληνες καί Τούρκοι, ώστε ήρχοντο καί είς πάλην. Ό Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Δικαί­ου, ήλθεν είς χείρας μέ ένα Σκοδριάνον καί ένώ έπάλαιον τίς νά ρίψη τόν άλλον εις άλλος φονεύει τόν Τούρκον. Βλέποντες οί Τούρκοι τόν μέγαν όλεθρόν των ώπισθοδρόμησαν, άλλ' είς τόν δύσβατον καί στενόν δρόμον οί "Ελληνες τούς κατεδίωξαν. Αυτοί τρέχοντες νά σωθώσι κατέπιπτον εις έπί του άλλου, άλλοι κρημνιζόμενοι καί άλλοι πυροβολούμενοι. Σωρός φονευμένων έμεινεν έκεί. Οί διασωθέντες άπό αυτήν τήν μάχην Τούρκοι επέστρεψαν είς τήν Γλυκείαν αντικρύ της Ναυπλίας.Τήν άλλην ήμέραν ό Δράμαλης έδραμεν ν' άναβή τό Άγινόρι, διά νά διαβή εκείθεν είς τήν Κόρινθον. Ό Υψηλάντης, ό Νικήτας καί ό Δικαίος κατασκοπεύσαντες τό κίνημα του έβγήκαν έμπροσθέν του. Άλλά οί Τούρκοι απεφάσισαν επιμόνως ή νά διαβώσιν ή όλοι νά μείνωσι εκεί. Κάμηλοι, ίπποι, ζώα φορτηγά καί οί φονευμένοι έμειναν είς τούς νικητάς, οίτινες δπερεπλούτησαν καί άπό χρήματα καί άπό άλλα λάφυ­ρα. Ό Δράμαλης έσώθη είς Κόρινθον. Ό Γεώργιος, ό Ιωάννης, ό Κατσάκος Μαυρομιχαλαίοι έτρεξαν είς αυτήν τήν μάχην, άλλά δέν έπρόφθασαν. "Οθεν ήλθον είς Κλένια μετά του Δικαίου. Οί Τούρκοι τρεις περίπου χιλιάδες μετ' ολίγας ημέρας ήλθον είς Καλύβια νά λάβωσι τροφάς, αποτυχόντες δέ ήρχισαν τόν πόλεμον, πλήν κατεδιώχθησαν κακώς έχοντες έως είς τούς Μύλους του μοναστηρίου.


Θάνατος του Δράμαλη


Ό Δράμαλης ηθέλησε νά διαβή τόν Ίσθμόν καί νά στρατοπεδυση είς τήν Περαχώραν, διά νά έχη έλευθέραν τήν δίοδον τών Δερβενιών, άλλ' ό Δικαίος καί ό Νικήτας τόν ήνάγκασαν νά έπιστρέψη κακώς εχων είς τήν Κόρινθον. Μετά ταύτα εν απόσπασμα του στρατου έκ 5.000 έξεστράτευσε κατά της Κλένης, όπου ό Σαλαφατίνος έφύλαττε πρό 20 ημερών καί όπου είχε φθάσει ό Ιωάννης καί Κατσάκος μέ 800 περίπου Τσάκωνας. Οί Τούρκοι άμα έφθασαν ήρχισαν τόν πόλεμον μέ τόσην όρμήν, μέ τόσον πείσμα, ώστε αμέσως έθραυσαν τούς 'Ελληνας καί κατέσχον τήν Κλένην. Εις τήν στιγμήν έφθασαν ό Τζώκρης άπό Άγιον Βασίλειον, οί νικημένοι ενθαρρύνονται, όρμούν όλοι όμού κατά τών πρό ολίγου νικητών, τούς θραύουν καί τούς τρέπουν είς φυγήν, κυ­ριεύουν τήν θέσιν, άλλ' ολίγους έφόνευσαν. Έν τούτοις ό ίπποκόμος του Κατζάκου Όθωμανός λαβών τούς δύο του ίππους κατέφυγε δραπετεύσας πρός τούς Τούρκους. Άπελπισθέντες πλέον οί εχθροί, απεφάσι­σαν νά διαβώσιν άπό τά Βασιλικά καί νά έλθουν είς τάς Πέτρας άμηχανούντες άπό τήν ελλειψιν τροφών, άλλά άπαντήσαντες τόν Γιατράκον μετά του Ιωάννου Κολοκοτρώνη είς τά Βασιλικά, έβλασφημούσαν τήν υπαρξίν των, διότι δέν εύρισκον δρόμον φυγής όσοι επέ­ζησαν. Έν τούτοις ή επιδημία ήρχισε νά μαστίζη καί νά καταστρέφη τούς είς Κόρινθον 'Οθωμανούς. Οί 'Ελληνες είσήρχοντο διά νυκτός είς τήν Κόρινθον καί έλαφυραγώγουν. Είς τήν έποχήν δ' αυτήν απέθανε καί ό Δράμαλης άπό τήν έπιδημίαν.
Μετά τόν θάνατον τούτου έξεστράτευσαν διά τό Μεσολόγγιον οί Π.
Μαυρομιχάλης, Ζαΐμης, 'Α.Λόντος, Καν.Δεληγιάννης, Θ.Γρίβας.»
Πηγές:
ΡΗ'ΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗ'ΔΗΣ -ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Σ.Τρικούπης-Δικαίος-Ρήγας Παλαμήδης-ΤΟ ΒΑΛΤΕΤΣΙ.

Οι Επαναστάτες, με την εμφάνιση των τούρκων παίρνουν τα βουνά. Την επικρατούσα κατάσταση περιγράφει ο Ρήγας Παλαμήδης, που συμμετείχε στον αγώνα ως πολιτικός αλλά και ως στρατιωτικός. Καταθέτομε το σχετικό απόσπασμα:
«Ο Θ. Κολοκοτρώνης απεφάσισε νά ελθη είς Διάσελον της Καρυταίνης, νά δυνηθή νά στρατολογήση, εί δέ μη νά καταφύγη είς τό κλέφτικον, αλλά επειδή δεν είχε κανένα μαζί του, ό Ηλίας τόν έδωσε τόν Δημήτριον Δραγόνον άπό τήν Σέλιτζα. Φθάσας είς τήν Άλωνίσταινα, ένθα οί Τούρκοι έπολέμουν πεισματωδώς κατά τετρακοσίων Ελλήνων, έμβήκε μεταξύ των μαχομένων, τούς ενεθάρρυνε, τούς ένεψύχωνεν, απειλούσε τούς Τούρκους, αλλά δεν κατώρθωσε τίποτε. Οί Τούρκοι όντες πολλοί, έκαυσαν τήν Άλωνίσταινα.
Ό δέ Ηλίας μετά του Δικαίου ήλθον είς Λεοντάρι, όπου εύρον τόν Αναγνωσταρά καί ήρχισαν νά συσκέπτωνται σπουδαίως διά τό άποβησόμενον. Ό Δικαίος άποτεινόμενος πρός τόν Ήλίαν λέγει: -τώρα ή πατρίς, Ηλία, κρέμαται είς τόν λαιμόν σου'
έγώ έφανταζόμην καί έκήρυξα ότι οί Πελοποννήσιοι μέ τά ξύλα θέ νά διώξουν τούς Τούρκους, άλλ' ευρέθην ήπατημένος καί βλέπω τόν κόσμον κινδυνεύοντα. Μόνον άπό τήν Μάνην ελπίζω τήν σωτηρίαν της Ελλάδος, καί λύσας τό κιμέρι του έδωκε δύο χιλιάδες γρόσια του Ηλία!- λάβε τα, λέγει, καί στείλε νά φέρης Μανιάτας, νά σώσωμεν τήν Ελλάδα».
Περί τα αυτά συμβάντα Εξάλλου ο Ν. Τρικούπης αναφέρει:
«ήγωνίζοντο οί αρχηγοί νά τήν καλητερεύσωσι στρατολογούντες άκαμάτως, φαινόμενοι γενναίοι έν μέσω του πανικού φόβου καί προκινδυνεύοντες».
Στην αγωνία τους απάνω οι αρχηγοί του αγώνος είδαν ότι μόνο η Μάνη μπορού­σε να επιτύχει την σωτηρία της πατρίδος και πήραν αυτές τις αποφάσεις:
«Έξ αιτίας δέ των δεινών τούτων περιστάσεων συνήλθαν κατά πρόσκλησιν του Κολοκοτρώνη καί του Κανέλλου Δηληγιάννη, ευρισκομέ­νων τότε έν Μαρμαριά, διάφοροι οπλαρχηγοί είς Πάπαρι, 4 ώρας άπέχον της Τριπολιτσάς, καί κοινής σκέψεως γενομένης, συνωμολόγησαν, ότι δύσκολος ήτον ή στρατολογία, καί έτι δυσκολωτέρα ή μή λειποταξία τών στρατολογουμένων. Είς διόρθωσιν δέ του κακού άνηγόρευσαν όλοι όμογνωμόνως τόν έν Καλαμάτα διατρίβοντα Πετρόμπεην άρχιστράτηγον της Πελοποννήσου, καί τόν παρεκάλεσαν νά συνάξη όσους έδύνατο Μανιάτας, υποσχόμενοι αύτοίς τροφάς καί μισθούς, καί νά συναναβή καί αυτός κατ' εκείνα τά μέρη, ώστε νά βιάσωσι τούς χωρικούς διά τών Μανιατών νά όπλοφορήσωσι, νά έκστρατεύσωσι καί νά διατηρήσωσι τάς θέσεις των. Τούτου γενομένου διελύθη ή συνέλευσις' καί ό μέν Δηληγιάννης καί ό Τσαλαφατίνος έτοποθετήθησαν κατά τό διάσελον της Άλωνίσταινας όπου υπήγε μετ' ολίγον καί ό Πλαπούτας έπ' έλπίδι νά έμποδίσωσι τόν έχθρόν, άν έδοκίμαζε νά πέση εκείθεν είς άλλας επαρχίας, οί δέ λοιποί μετέβησαν είς Βαλτέτσι, χωρίον όρεινόν, 2 ώρας άπέχον τής Τριπολιτσάς».
Στου Ρήγα Παλαμήδη σχεδίασμα Ιστορίας απαντά η περιγραφή των γεγονότων που κατωτέρω αυτή εκτίθεται.
«Βαλτέτζι Απριλίου 28
Τούτων γενομένων οί έκ Τριπόλεως Όθωμανοί κατέθραυσαν τόν είς Βαλτέτζι στρατόν, διοικούμενον παρά του Θ. Κολοκοτρώνη, Κυριακούλη, Ηλία Μαυρομιχάλη, Διονυσίου Μούρτζι νου κλπ. Οί αδελφοί Πετμεζαίοι καί ό Γρηγ. Δικαίος ευρισκόμενοι είς Τουρνίκι, μαθόντες τήν κατα στροφήν τών είς Βαλτέτζι είπον «παλιά μας τέχνη κόσκινο» καί άνεχώρησαν διά τά Καλάβρυτα.
Οί έν Τριπόλει Όθωμανοί είδοποιηθέντες ότι ό Κεχαγιάς έφθασεν είς 'Αργος έκίνησαν πρός υποδοχήν του' διαβάντες όθεν άπό τόν Άχλαδόκαμπον κατέβησαν είς 'Άργος καί συνοδεύσαντες αυτόν επέστρεψαν διά του Τουρνικίου ύποπτευόμενοι νά διέλθουν διά τής ιδίας όδού.
Ό δέ Ηλίας Σαλαφατίνος μέ 150 στρατιώτας διά του Άλχαδόκαμπου ήλθεν είς Βέρβενα. Έκεί εύρε στρατόπεδον συστημένον άπό μίαν έπιτροπήν, τόν Θεοδώρητον έπίσκοπον Βρεσθένης, τόν Κωνστ. Μαυρομιχάλην καί τόν Νικόλαον Δεληγιάννην. Ό στρατός έζήτει τόν Κωσταντήν άρχηγόν καί περί τούτου έγραψαν τόν Π. Μαυρομιχάλην. Ό δέ άπεκρίθη ότι ούτε διά τούς αδελφούς του ούτε διά τούς υιούς του επιθυμεί αρχηγίας, καθ' ότι επιθυμεί νά πηγαίνουν όπου ή πατρίς έχει ανάγκην. 'Οθεν απεφασίσθη κοινή ψήφω ό Π. Γιατράκος.
Βαλτέτζι τό β'. Μαίου 12-13.
Ό Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης διώρισε καί έκτισαν τέσσαρας πύρ­γους είς καταλλήλους θέσεις τών Βερβένων. Επομένως έφθασε καί ό Κυριακούλης καί απεφάσισαν συμπαραλαβόντες τόν Ήλίαν άπό Πάπαριν νά έλθουν είς Βαλτέτζι.
Καθ' όδόν απαντούν έπιστολήν του Θ. Κο­λοκοτρώνη, άγγέλλοντος ότι οί Τούρκοι ετοιμάζονται είς έκστρατείαν καί ότι νά προλάβουν τό Βαλτέτζι, ώστε, αν οί Τούρκοι έλθουν είς Χρυσοβίτζι κατά το Κολοκοτρώνη, νά έλθουν Μαυρομιχαλαίοι πρός βοήθειάν του, αν δέ έλθουν είς Βαλτέτζι, νά έλθη ό Κολοκοτρώnης.
Φθάσαντες είς Βαλτέτζι πρώτος ό Ηλίας έπάρας λίθον είς τούς ώμους καί θέσας αυτόν κατά γής λέγει' —έδώ θέ νά γίνη ό τάφος, ούτινος θελήση νά φύγη. —Τό παράδειγμά του ήκολούθησαν αρχηγοί καί στρατιώται, ώστε είς όλίγην ώραν έκτισαν πέντε όχυρώματα πέριξ του Βαλτετζίου καί ώχυρώθησαν είς αυτά, ο Κυριακούλης είς τό πρώτον. Ό Ηλίας μετά του Νικήτα καί Ήλία Φλέσσα είς τό δεύτερον, ό Ίωάν. Π. Μαυρομιχάλης μετά του Δημητρίου Τζονοπούλου, Καραμέρου, Μητροπέτροβα καί Κεφάλα είς τό τρίτον. Ό Ηλίας Σαλαφατίνος είς τό τέταρτον καί ό Ίωαν. Κατζανός μετά τών Μπουραίων είς τό πέμπτον.
Διώρισαν έπειτα σκοπόν τόν Κατζανόν μέ οκτώ παλληκάρια. Μετά 8 ημέρας (12 Μαίου) δίδει ό Κατζανός τό σημείον καί καταλαμβάνουν όλοι τάς θέσεις των περιμένοντες τόν έχθρόν, όστις μετ' ολίγον φθάνει είς Βαλτέτζι.
Οί Πελοποννήσιοι Τούρκοι έστειλαν τόν Κεχαγιά του Μαϊμέτ πασα είς τό Καλογεροβούνι κατά νώτα τών Ελλήνων, αυτοί δέ έπέπεσον μέ μεγάλην όρμήν είς τό όχύρωμα του Κυριακούλη καί έστησαν τάς σημαίας των είς τά τείχη του όχυ ρώματος, άλλ' οί έν αύτώ απεφάσισαν ή νά νικήσουν ή νά κατασφαγώσιν είς αυτό. Ή μάχη ήρχισε πεισματωδεστάτη, άμα οί Τούρκοι έφθασαν περί τήν μεσημβρίαν, οί εχθροί έπιπτον είς κατόπιν του άλλου. Φθάνει ό Κολοκοτρώ­νης είς τήν στιγμήν μέ 500 καί ό Κολιόπουλος μέ 400, όστις έτοποθετήθη κατά νώτα τών έχθρών τών πολεμούντων τά όχυρώματα του Ηλία καί Ιωάννου Μαυρομιχαλαίων. Ό δέ Κολοκοτρώνης έλαβε τήν θέσιν του είς τό όρος τών Βρεστοχωρίων είς τήν κλεισούρα, καταντικρύ του Βαλτετζίου μή γνωρίζων ότι ό Κεχαγιάς έρχεται κατά νώτα, καθώς περί τούτου ήγνόουν καί οί λοιποί Έλληνες. Ό Κεχαγιάς ίδών ότι μετά μιας ώρας μάχην οί Έλληνες δέν έθραύσθησαν, ήρχετο πρός βοήθειαν τών Τούρκων, άπαντήσας δέ τόν Κολοκοτρώνην είς τήν κλει­σούρα τόν έπολέμησεν, έθραυσε τόν στρατόν του καί τον έτρεψεν είς φυγήν.
Ό Κολοκοτρώνης έφιππος, καθώς ό ίπποφορβός, όταν οί ίπποι τρέ­χουν τεταραγμένοι άπό φόβον είς τάς πεδιάδας διά νά τούς συνάξη, ούτως έτρεχεν ό πατήρ είς Πελοπόννησον βροντοφωνάζων, σταθήτε Έλληνες, άλλ' άνωφελώς.

Οί Έλληνες ίδόντες τήν θραύσιν του Κολοκοτρώνη έδείλιασαν, άλλ' ό Κολιόπουλος επιμένων είς τήν θέσιν του τούς ενεθάρρυνε. Πάραυτα ό Κεχαγιάς στήσας δύο κανόνια είς τό πεδίον έκανονoβόλει τό όχύρωμα του Σαλαφατίνου, είς τό οποίον οί Αλβανοί έπέπεσον ξιφήρεις καί άφήσαντες τάς κάπας των έστησαν τάς σημαίας των έπί τών τειχών του όχυρώματος. Οί δέ Έλληνες, μή δυνάμενοι νά μεταχειρισθώσι τά του­φέκια των, έχρώντο τάς πιστόλας, ήρπασαν τάς σημαίας τών έχθρών έσωθεν του όχυρώματος ταυτοχρόνως, επειδή ή θέσις ήτον κατωφερής, οί έν τω όχυρώματι κυλίοντες λίθους έπροξένουν μεγάλην φθοράν είς τούς εχθρούς, οίτινες διά νά προφυλαχθώσιν έκρύπτοντο υπό τούς βρά­χους. Μ' όλην ταύτην τήν σφαγήν, μ' όλον τόν κίνδυνον είς τόν οποίον διέτρεχον οί εχθροί, άνθίστατο γενναίως ή τόλμη των, ή επιμονή των πολλάκις έματαίωσε τήν άνδρείαν τών Ελλήνων.
Τά φυσέκια του Σαλαφατίνου έτελείωσαν. Ό Κυριακούλης τόν έστειλε μερικά καί έδωσεν ανά δύο εις έκαστον στρατιώτην. Εξ Λεονταρίται στρατιώται δειλιάσαντες έφυγον άπό τό όχύρωμά των. Ό πόλεμος ήκολούθει καί είς τά πέντε όχυρώματα. Τήν νύκτα έξήλθον μερικοί άπό του Σαλαφατίνου, έλαφυραγώγησαν τούς νεκρούς Τούρκους καί έκοψαν καί τίνων τάς κεφαλάς. Δύο ώρας μετά τό μεσονύκτιον ήλθον 100 Λεονταρίται αυτόκλητοι είς τήν κορυφήν του όρους, οπόθεν πυροβολήσαντες ένεθάρρυνον πολύ τούς 'Ελλη­νας. Καθ' όλην τήν νύκτα ήκουέ τις βροντάς πυροβόλων εξ έκατέρων τών στρατοπέδων καί κραυγάς Όθωμανών, άλλάχ, άλλάχ, τά φάγαμεν τά σκυλιά. Κραυγάς Ελλήνων ώ μπίρ, ώ μπίρ, τά φάγαμεν τά όμαλίκ (;). Περί τό μεσονύκτιον έστειλαν τόν Κατζανόν είς τόν Κολοκοτρώνην εύρισκόμενον είς τό όρος, διά νά τούς φέρη φυσέκια, ό δέ άπεκρίθη ότι τά άφησεν είς τό Χρυσοβίτσι καί έδωσε μόνον τεσσαράκοντα δεκάρια καί μίαν πήραν, άνεπλήρωσαν δέ τήν έλλειψίν τους λαβόντες ικανά πολεμο­φόδια σταλέντα άπό τήν Αίκατερίνην, χήραν το Δημητρίου Σταμέλου, του πρώτου μάρτυρος τής ελευθερίας μας, πεσόντος κατά τήν πρώτην είς τήν Άλωνίσταινα μάχην, ως είρηται. Τήν τετάρτην ώραν μετά τό μεσο­νύκτιον έφθασεν ό Αντώνιος Μαυρομιχάλης άπό τό στρατόπεδον τών Βερβένων μέ τετρακόσιους καί έλαβε θέσιν μεταξύ τών όχυρωμάτων του Σαλαφατίνου καί Κυριακούλη, πρός τόν όποίον έστειλε τόν Μπαρμπιτζιώτην καί Δημήτριον Πουλικάκον μέ 17 ανθρώπους, νά τόν ειδοποιή­σουν τήν έλευσίν του καί τήν θέσιν, είς τήν οποίαν ευρίσκετο. Οί Τούρκοι αποσυρθέντες άπό τό Σαλαφατινόν όχύρωμα, έπλησίασαν πρός τό του Κυριακούλη, είς τό όποίον άφήσαντες νά κανονοβολούν, έπεσον κατά του Αντωνίου. Ό Αντώνιος μέ τούς 400, μ' όλον ότι άντέκρουε τά στίφη τών έχθρών μέ καρδίαν Σπαρτιατικήν, έκινδύνευεν.
Ό Κυριακούλης ίδών τόν κίνδυνον του Αντωνίου, έρχεται είς τό όχύ­ρωμα τού Σαλαφατίνου καί μέ τό ξίφος είς τάς χείρας έφώναξεν.
—-Έξω παλληκάρια, τό στράτευμα του Αντωνίου κινδυνεύει. Καί αμέ­σως άκολουθούντες τό παράδειγμά του, όρμούν όλοι ξιφήρεις, επιπίπτουν κατά τών έχθρών, τούς θραύουν καί τούς τρέπουν είς φυγήν, ώστε ούτε νά πυροβολήση επέστρεψε κανείς. Τούς διώκουν κατόπιν ως μίαν ώραν. Οί εχθροί έρριπτον τά όπλα των νά τά πάρουν οί 'Ελληνες, διά νά ευρί­σκουν καιρόν νά φεύγουν. Τότε ώρμησαν καί οί του Κολοκοτρώνη, του δέ Κολιοπούλου τά παλληκάρια τρέχοντες κατόπιν τών έχθρών ως λέοντες, έλαβον καί περισσότερα λάφυρα. Μετά τήν μάχην ήλθεν καί ό Π. Γιατράκος, όστις ειδοποιηθείς τόν κίνδυνον τών Ελλήνων, έτρεξεν αμέσως είς βοήθειάν των.
Είς τήν μάχην αυτήν ή έξ Άρεοπόλεως Σπαρτιάτις Σάββαινα έφερε τά φυσέκια τήν νύκτα πρός τούς είς τά όχυρώματα είς τούς στρατιώτας του Κυριακούλου άπό τήν άποθήκην. 'Εν όσω είχον εντός τών όχυρωμάτων, ήσαν έως 750 Έλληνες, έξ ων οί 250 ήσαν Σπαρτιάται, έξω­θεν οί του Κολιοπούλου, Κολοκοτρώνη καί Αντωνίου έως 1200. Οί δέ Τούρκοι έως 4.000, έξ ών έφονεύθησαν περίπου 700. Ή μάχη διήρκε­σε 23 ώρας.
Μετά τήν μάχην καί τόν καταδιωγμόν τών έχθρών, οί Έλληνες άποκεφαλίσαντες πολλούς φονευμένους καί σωρεύσαντες τάς κεφαλάς έχόρευον περί αύτάς χαίροντες διά τήν νίκην, ήτις ήτον τότε ή σωτηρία τής Πελοποννήσου. Έκ πολλών τών κρινόντων τάς τοιαύτας περιστά­σεις ήκούσαμεν ότι ό πόλεμος του Βαλτετζίου, ήτον ό πρώτος συστη­ματικός πόλεμος είς τήν Ελλάδα καί άπό αυτόν έξήρτάτο ή τύχη τής Ελλάδος, καί ότι ό Αντώνιος καί ό Κολιόπουλος συνετέλεσαν πολύ είς τήν μάχην, μ' όλον ότι είχον τάς κινδυνωδεστέρας θέσεις καί μ' όλον ότι ή θραύσις του Κολοκοτρώνη τούς έπροξένησε δειλίαν. Μετά τήν μάχην ό Κολοκοτρώνης καί ό Κολιόπουλος ήλθον είς Χρυσοβίτσι, ό Αντώνιος Μαυρομιχάλης καί Π. Γιατράκος είς Βέρβενα. Ό Κυριακούλης, Ιωάννης καί Ηλίας Μαυρομιχαλαίοι, Σαλαφατίνος, Φλεσσαίοι, Μητροπέτροβας, Κεφάλας καί ό Τζονόπουλος έμειναν είς Βαλτέτζι.
Κατά ταύτην τήν έποχήν τής μάχης ό Π. Μαυρομιχάλης έξεστράτευσεν άπό Καλάμας καί ήρχετο πρός βοήθειαν τών έν Βαλτετζίω, άλλά φθάσας είς τήν Σκάλα του Μελιγαλά καί μαθών τό αποτέλεσμα ήλθεν είς Καλτεζιές, όπου συστηθείσα επταμελής επιτροπή παρά τών προκρί­των πολιτικών καί στρατιωτικών διωρίσθη Αρχιστράτηγος».

Ο Παλαμήδης, περιγράφει τα γεγονότα, αλλά στο τέλος σχολιάζει και τον Φραντζή, στο τμήμα το αναφερόμενο στο Βαλτέτσι, και παρατηρεί:
«Παρατηρήσεις άφορώσαι τήν μάχην Βαλτετζίου είς τήν Ίστορίαν του Φραντζή.
Ζβ', § 14. Επιστολή του Κολοκοτρώνη πρός τόν Κυριακούλην καί Ήλίαν. Ό Κυριακούλης, ό Ηλίας καί λοιποί, όχι μόνον είχον τήν άπόφασιν νά πηγαίνουν είς Βαλτέτζι, άλλ' ήσαν καθ' όδόν καί καθ' όδόν απήντησαν είς τά Τρίκορφα τόν κομιστήν τής του Κολοκοτρώνη επιστολής, όστις έγραφεν ότι:
«Οί εχθροί, ως έπληροφορήθην, μέλλουν νά έκστρατεύσουν άπό Τρι­πόλεως, πρός ποίον μέρος αποβλέπει ή εκστρατεία των, δεν γνωρίζω' έάν έλθουν είς Βαλτέτζι, θέλω έλθει έγώ πρός βοήθειάν σας, εάν δέ είς Χρυσοβίτζι νά έλθετε σεις πρός βοήθειάν μου». Είναι αληθές ότι τούτο ένεψύχωσε πολύ τούς είς Βαλτέτζι ερχομένους.
§ 17. Περί τηλεγραφικών σημείων του Κολοκοτρώνη οί έν Βαλτετζίω δεν έγνώριζον τίποτε. Ό Κατζανός ήταν σκοπός διωρισμένος άπό τόν Κυ­ριακούλην καί λοιπούς αρχηγούς μέ 8 παλληκάρια, οίτινες έδιδον τάς είδήσεις καί αυτοί ειδοποίησαν τήν έξοδον τών Όθωμανών άπό Τριπόλεως.
§ 18. Όμιλία μεταξύ Τούρκων καί Ελλήνων δεν έγινε καμμία. Οί Τούρκοι άμα έφθασαν περί τήν μεσημβρίαν, ήρχισαν αμέσως τόν πόλεμον, έπιπεσόντες κατά πρώτον είς τό όχύρωμα του Κυριακούλη, έπειτα καί είς τά άλλα. Ή μόνη όμιλία όπου έγινεν ήτον τρεις ώρας πρό του μεσονυκτίου.
Ό Ηλίας Σαλαφατίνος έφώναξε δυνατά πρώτον τούς 100 Λεονταρίτας νά μή καταβώσιν εκείθεν, διότι είχον έμπροσθέν τους τούς εχθρούς, έπειτα έφώναξε τόν Κυριακούλην καί τόν Κολοκοτρώνην, νά είναι έτοι­μοι νά έπιπέσωσι δύο ώρας μετά τό μεσονύκτιον κατά τών εχθρών, καθ' ην ώραν θέλει έλθει καί ή άλλη βοήθεια πρός αυτούς. Ούτοι δέ άπεκρίθησαν. Ό σκοπός του Σαλαφατίνου ήτον ν' ακούσουν οί Τούρκοι τά ονό­ματα αυτών, διότι δεν έγνώριζον μέ ποίους πολεμούν καί επειδή οί Μπαρδουνιώτες έγνώριζον τόν Κυριακούλην οποίος ήτον.
§ 20, 21, 22, 23. Ό Θ. Κολοκοτρώνης ήτον τοποθετημένος προτού νά έλθη ό Κεχαγιάς είς τήν κλεισούρα, του οποίου τήν έλευσιν ήγνόει, ώς έρρέθη, καί εκεί ήρχισε νά κτίζη τό όχύρωμα του, άλλ' έλθών ό Κε­χαγιάς τόν προσέβαλε, τόν έθραυσε καί τόν έβίασε ν' άναβή τό όρος. Ή θραύσις αύτη έπροξένησε δειλίαν τούς έν Βαλτετσίω. 'Οσον δέ περί πο­λεμοφοδίων καί τροφών ζητηθέντων παρά του Κολοκοτρώνη, πρός δέ καί ότι ό Κολιόπουλος ήλθεν έν τω μέσω τών μαχόμενων, δέν υπήρξε τί­ποτε άπ' αυτά. Τό αληθές είναι ότι μετά τό μεσονύκτιον οί πολεμούντες έστειλαν τόν Κατζανόν είς τόν Θ. Κολοκοτρώνην εύρισκόμενον είς τό όρος νά ζητήσωσι πολεμοφόδια μόνον καί όχι τροφάς, άλλ' ούτος άπεκρίθη ότι τά άφησεν είς Χρυσοβίτζι καί έδωσε μόνον είς μίαν πήραν τεσσαράκοντα δεκάρια φυσεκιών, ήτοι τετρακόσια. Μετά τό μεσονύκτιον ήλθε μόνον ό Αντώνιος Μαυρομιχάλης καί ό Πέτρος Μπαρμπιτζιώτης καί συναγωνίσθησαν μετά τών άλλων, οί δέ λοιποί τούς οποίους αναφέ­ρει ό Φραντζής ήλθον τω όντι, άλλά μετά τήν καταστροφήν τών έχθρών καί μ' όλον τούτο είναι αξιέπαινοι έξ ίσου μέ τούς πολεμήσαντας, διότι βεβαίως δέν ήρχοντο πρός περιδιάβασιν καί διάχυσιν, άλλ' ήρχοντο νά συναγωνισθώσιν καί νά συνταφώσι μετά τών συναδέλφων των.
Οί Τούρκοι πρίν λάβουν είδησιν περί τής έλεύσεως του Κωνσταντίνου, Νικήτα κλπ., ήσαν νικημένοι καί καταδιωγμένοι καί όχι ότι έφυγον άπό φόβον είδοποιηθέντες τήν έλευσιν Ελληνικής βοηθείας.
Συμφωνούμεν μέ τήν γνώμην του Φραντζή καί τήν 1 υποσημείωσιν § 24.
Ταύτα ακριβέστατα έξετάσαντες άπό πολλούς έγράψαμεν».
Πηγές:
Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ
ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Επιχειρήσεις στην Πάτρα. Εντολή Εκστρατείας στη Δ. Ελλάδα.

Φθάνοντας εις την Πάτρα, επήγαμε με Καρυτινούς και Πυργιώτες έως τέσσερες χιλιάδες και Καλαβρυτινούς, ο Ζαΐμης, ο Λεχουρίτης, έως χίλιους, κι από την Πάτραν οι ντοπικοί ως πεντακόσιοι, και ήτον οι Κουμανιωταίοι επί κεφαλής. Ήτον και με τρακόσιους Βοστιτσάνους ο στρατηγός Λόντος στα Σελά κατά το Καστέλι της Πάτρας. Εγώ πηγαινάμενος δεν ήξευρα τον τόπο της Πάτρας, 28 Φεβρουαρίου. Και ερ­χόμενοι ημείς, εβγήκαν οι Τούρκοι έως πέντε χιλιάδες εβγήκαν να λαφυραγωγήσουν εις την Αχαΐαν και έντεσε η εμπροστινέλα του Γενναίου. Έφθασε και ο Κολιόπουλος και τους εκυνήγησαν έως έξω της Πάτρας, και από πίσω ηρχόμουν εγώ και εμαζωχθήκαμε όλοι εις το Σαραβάλι και ευθύς έστει­λα εκατό νομάτους και έπιασαν το μοναστήρι του Γεροκομιού, τίρο κανονιού από την Πάτρα. Και βλέποντας οι Τούρκοι ότι επιάστηκε το μοναστήρι, εβγήκαν εις πόλεμο, νομίζοντες ότι ήσαν καθώς πρώτα. Και τα στρατεύματα κινήθηκαν τα εδικά μας και έγινε ο πόλεμος σφοδρός και επήραμε κεφάλια καμμιά ογδοηνταριά.
Εμβήκαν οι Έλληνες εις την μισή χώρα (1 Μαρτίου 1822).-Μου επαράγγειλαν να μείνουν εις την χώρα, τους είπα να τραβηχθούν εις τα πόστα τους. Το μεν Καλαβρυτινό στρά­τευμα, οι εκατό, έμειναν εις το Γεροκομιό. στου Σαΐταγα τον ληνό, οι Τριπολιτσιώτες τετρακόσιοι. Ο Κανέλος Δελιγιάννης με εξακόσιους έπιασε το Πουρναρόκαστρο αποκάτω. Τον Γενναίο με τους Φαναρίτας τριακόσιους στον Παλιόπυργο, τους Γαστουναίους τους είχα στην Οβριά, το μεν δυνατώτερο λοιπό στράτευμα το είχα εις το Σαραβάλι να δίδει μεντάτι. Το Σαραβάλι, μακράν από τα ταμπούρια μισή ώρα, από την Πάτρα τρία κάρτα. Είδαν οι Τούρκοι τα ορδιά, και ακούοντας, ότι ήρθε και ο Κολοκοτρώνης, έστειλαν του Γιουσούφ πασά, οπού ήτον εις το Καστέλι, ότι ήλθαν πολλά στρατεύματα και ο Κολοκοτρώνης. Πριν κάμομε τον πόλεμον, είχε έλθει ο Μιαούλης και έκαμε μεγάλη χαλάστρα εις τα καράβια, και έφυ­γαν και πήγαν κατά την Κωνσταντινούπολη και τα εδικά μας έμειναν εκεί έως οπού επήγαμε και ημείς και εκάμαμε τον πό­λεμο. Αναχώρησαν τα καράβια, ο Γιουσούφ πασάς έστειλε εις τον Έπακτο και εις το Καστέλι της Πάτρας και τους εσήκωσε όλους τους Τούρκους και εκίνησε και ήρθε εις την Πά­τρα. Οι Τούρκοι εσυνάχθηκαν έως δώδεκα χιλιάδες. Εννέα χι­λιάδες Ανατολίτες και τρεις χιλιάδες. Και εις τας 9 Μαρτίου όλοι εκινήθηκαν εις πόλεμον, και εγώ, βλέποντας από το Σα­ραβάλι, ότι εκινήθηκε ασκέρι πολύ, ετεμπίχιασα όλα τα στρα­τεύματα να κινηθούν. Οι Καλαβρυτινοί οπού ήταν εις το γεροκομιό, και οι Τριπολιτσιώτες εις το Σαΐταγα.

Εκινήθηκαν να πιάσουν τον πόλεμο έξω τες ράχες και ανοίγοντας τον πόλεμο έστειλα τον Γενναίο με τους Φαναριώτας και οι Γαστουναίοι έστειλαν και από το ορδί το δικό μου. Όσο να πάγει το μετάτι να τους κάνει βοήθεια ετσακίσθησαν εκείνοι και ο Γενναίος με εξακόσιους εκλείσθη εις του Σαΐταγα το ληνό, και οι Τούρκοι ήτον πολλοί και τους έκλεισαν και επροσπέρασαν οι Τούρκοι κυνηγώντας. Ο μεν Κολιόπουλος με το λοιπό στράτευμα έπεσε κατά την σταφίδα που ήτον ληνοί, και έπιασαν με τους Γαστουναίους, του Κανέλου το στράτευμα και των Πατραίων εκόλλησαν εις το Πουρναρόκαστρο, ο δε Ζαΐμης έντεσε εκεί με τα στρατεύμα­τα, και τον εκυνήγησαν έως μισή ώρα, και ετράβηξε με ολί­γους κατά την ποταμιά κατά τους μύλους. Και εγώ ήμουν μο­ναχός μου, διατί το στράτευμα το έστειλα όλο, και έντεσε να είναι και ο Δεσπότης Άρτης από την Δυτικήν Ελλάδα και ο Καλαμογδάρτης ο Ανδρέας και ο γραμματικός ο Μιχαλάκης.

Βλέποντας ότι τα στρατεύματα τα τούρκικα εκινήθησαν και έπιασαν το ληνό και το μοναστήρι, λέγω: «Αφήνω τα μου­λάρια με τον Τσεπχανέ εδώ, αν τσακίσομε τους Τούρκους, ελάτε, αν μας τσακίσουν, φύγετε με τα μουλάρια, και εγώ με του Θεού την βοήθεια και την εδική σας πηγαίνω». Και επήγα μόνος μου, χωρίς να έχω ούτε ψυχογιό κοντά μου, και εκίνη­σα. Εις ένα κάρτο απήντησα τον γέρο Αναγνώστη Λεχορίτη· τον έστελνε ο Ζαΐμης. - «Τρέξε, αδελφέ, διατί την εχάσαμε την μπατάλια» και έκαμα συντροφον τον γέρο Αναγνώστη εις τον δρόμο που επήγαινα εις τον Παλιόπυργο. Απάνω από τον Παλιόπυργο βλέπω ένα μπαϊράκι μικρό. Ήτον ο Ευαγγέλης ο Κουμαντιώτης με δεκαπέντε και εκάθοντο και έκανε σεΐρι, τους ομίλησα και τους είπα: «Τι άνθρωποι είσασθε εσείς;». Και μου αποκρίθηκαν: «Έλληνες». Εγώ τους είπα: Με γνωρί­ζετε; Είμαι ο Κολοκοτρώνης, ελάτε εδώ». Και τότενες εφορούσα φορέματα κόκκινα και φουστανέλλα κόκκινη και εκατέβηκαν και τους έβαλα ομπροστά, και επήγαινα ίσια εις κέ­ντρο των Τούρκων, και ξετρουπώνοντας Έλληνες, που με άκουγαν που επήγαινα, και τους έκαμα καμμιά πενηνταριά, και τους έβαλα εις ένα πόστο εις το κέντρον των Τούρκων εμπρός. Τους είπα: «Μπήχτε το μπαϊράκι εδώ», - «Χανόμεθα». - «Σας στέλνω μεντάτι εγώ», και εγώ εγύρισα καβαλλάρης κατά την σταφίδα του Κολ, και τους είπα να πάρουν το μπαϊ­ράκι τους και να πάνε εις το άλλο το μπαϊράκι.

Ο Γενναίος και οι Καλαβρυτινοί ήτον αποκλεισμένοι. Τη­ράω ομπρός από τα μπαϊράκια και ήτον ένα χοριγοκάμινο και στέλνω τον Παρασκευά, του Κολιόπουλου τον αδελφό, με εί­κοσι νομάτους να το πιάσουν που ήτον καμμιά εξηνταριά καβαλλαραίοι Τούρκοι να τους εμποδίσουν. Μου λέγουν: «Χα­νόμεθα». - «Σύρτε και εγώ έχω την έγνοια σας». - Όσο που δυνάμωσαν το κέντρον καλά, έντεσε εκεί και ο Καραχάλιος και ο αγιουτάντες μου Φωτάκος, διατί επαρατήρησα τον πόλεμο, και από το κέντρο δεν ημπορούσαμε να τους τσακίσου­με τους Τούρκους, όμως, αν τους χαλάσομε, θα τους χαλάσομε από τας πτέρυγας. Τότε επήρα τον Καραχάλιο και τον Φωτάκο και επήγα από το άλλο μέρος, οπού οι Τούρκοι εκρατούσαν έως εις την μάννα του νερού (τους δύο μόνον). Έμπηξα την φωνήν: «Που είσθε, μωρέ Έλληνες; Κάτω - κά­τω!!..». Ακούοντας τη φωνή μου οι φευγάτοι κατέβαιναν αφού εκατέβηκαν κάτω, βάνω το κιάλι, δεν είδα, και εφώναζα (στρατήγημα): «Ετσάκισαν οι Τούρκοι». Χουμούν οι Έλληνες, ετσάκισε το πρώτο τζογκάρι, οπού ήτον οι Τούρκοι, που εί­χαν αποκλεισμένο τον Γενναίον εις τους ληνούς.
Καβαλλάρης ήμουν, η τύχη ήτον καλή, όχι το άλογο, ζω­ντανούς να τους πιάσουμε. Ετσάκισε η πτέρυγα των Τούρ­κων που ήτον εις την μάννα του νερού, τους πήραμε μπλαστούς. Εις τους Τριπολιτσώτες ο Σέκερης ήτο κουμάντο. Το κέντρο το δικό μου εκτύπησε το κέντρο των Τούρκων εσκότωσε ένα μπίμπαση. Οι Κουμανιώτες τους κτυπούν, επήραμε κεφάλια διακόσια πενήντα, τι έγιναν οι λαβωμένοι δεν ηξεύρω. Και εγυρίσαμε οπίσω εις το καρτέρι τους. Από τότε δεν εξεμάκρυναν πίσω να πολεμήσουν, έλεγαν ότι η φευγούλα μας ήτον στρατήγημα.

Τους επήραμε από κοντά. Ολημέρα εγίνοντο ακροβολισμοί με ζημία των Τούρκων. Ο Καραχάλιος ελαβώθη εις την κεφαλήν. Έδωσε το μπαϊράκι: «Πηγαίνετε ομπρός, μου ήλθε σκοτούρα».
Η τροφή όλου του στρατεύματος ήρχετο από Γαστούνη. Τόσον τακτική ήτον η ζωοτροφία, τέσσερες χιλιάδες σφαχτά, ογδόντα κεφάλια γελάδια, ψωμί από τη Γαστούνη. Η Γαστού­νη ήτον μελίσσι άτρυγο, και μας τα έστελνε όλα ο Σισίνης. Όσα ετρώγαμε την εβδομάδα, μας τα έμβαζαν οπίσω και ήτον πάντοτε οι τέσσερες χιλιάδες. Τότε είχα γραμμένο εις την Αρ­καδία να έλθουν. Οι Αρκαδιανοί βάνουν αρχηγό τον Μήτρο Αναστασόπουλο, εκίνησαν χίλιοι διακόσιοι. Εκίνησε και ο Πο­νηρός και ήθελε να πάρει τα άρματα της Αρκαδίας, και ήθελε να τα πάρει εκείνος, και ανακάτωνε το στρατό. Εν πρώτοις ερχαμένοι οι Αρκαδιανοί εις το Σαραβάλι που είχα το ορδί εγώ, με είπε ο Πονηρός να τον κάμω επικεφαλής. «Δεν μπορώ να το κάμω, να ερωτήσω». Ερώτησα και δεν τον εδέχτηκαν. - «Τι να σου κάμω;» Επήγαν οι Αρκαδιανοί μόνοι τους και έκαμαν ένα πόλεμο καλό, και επολέμησαν ανδρειωμένα, και εσκότωσαν καμμιά δεκαριά Τούρκους χίλιοι διακόσιοι ήτον Αρκαδια­νοί. Ήτον Παπατσωραίοι, Γκρίτζαλης και άλλοι. Εις δεκαπέντε ημέρας έφυγαν όλοι κρυφίως μπουλούκια - μπουλούκια, έμει­ναν οι καπεταναίοι. Έπιασα μερικούς, τους εντρόπιασα.
Οι Αρκαδιανοί ανεχώρησαν, έμειναν μόνο οι καπεταναίοι, και τους έδιωξα και αυτούς. Έλαβα μίαν διαταγή από τον Μινίστρο του πολέμου δια να περάσω εις την Δυτικήν Ελλάδα με τα στρατεύματα, και εγώ του αποκρίθηκα, ότι δεν ημπορώ να αφήσω δώδεκα χιλιάδες Τούρκους εις την Πάτρα, και να υπάγω εμπροστά. Πρέπει πρώτον να σβύσουμε τη φωτιά που είναι μέσα, και έπειτα να υπάγεις και εις βοήθειαν του γειτόνου σου. Και αυτός μου δευτεροαποκρίθηκε, ότι: «Το γράμμα οπού μου έστειλες δεν το έδειξα εις την κυβέρνησιν, διότι ήθελες κακοπέσει, όμως τώρα, άμα λάβεις την παρούσαν διαταγήν, να εκστρατεύσεις». Και εγώ άφησα τον Κολιόπουλο εις τα στρατεύματα επί κεφαλής, και επήγα εις την Κόριν­θο δια τρεις ημέρας. Πηγαινάμενος, πέντε ώρας μακρυά, έστειλα είδησες της κυβερνήσεως ότι πηγαίνω, και απόκριση δεν έλαβα. Εγώ εκίνησα. Ένα τέταρτο μακράν έλαβα μία δια­ταγή και μου έλεγε ότι να αφίσω τους ογδόντα ανθρώπους οπού είχα μαζί και να έλθω εις την Κόρινθο με πέντε ανθρώ­πους. Εγώ εμβήκα μέσα, μου έδωκαν ένα κονάκι χωρίς πάτω­μα. Το βράδι μας άφηκαν απεριποίητους και έτσι ανεχώρησα και επήγα εις ένα χωριό την νύκτα.

Σαν με άκουσαν οπού ανεχώρησα, το Βουλευτικό με το Εκτελεστικό άρχισαν να τρώγονται και να λένε ότι: «Όχι, σεις φταίτε», «Όχι, σεις!» και δεν έπρεπε να φερθούμε έτσι.Έστειλαν μίαν επιτροπήν από τον Κωλέττην, από τον Κορίν­θου, τον Σωτήρ Νοταρά και μέρος Υδραίων. Ερχόμενοι εκεί τους αποκρίθηκα ότι: «Σαν δεν δέχεσθε ένα στρατηγόν οπού έρχεται να σας ομιλήσει, εγώ αναχωρώ και πηγαίνω εις την Τριπολιτσά, εις την Γερουσίαν, και ό,τι έχω να ειπώ, θέλει το ειπώ εις αυτήν». - «Όχι, με λέγουν να γυρίσεις οπίσω, να προβάλεις ό,τι θέλεις, διατί εστάθη ένα λάθος και ήτον έλλειψις κονακιών». Εγώ αποκρίθηκα του Κωλέττη, οπού μου ομι­λούσε, ότι: «Να πας να γίνεις Μινίστρος στα Γιάννενα, και όχι εδώ». Μου έπεσε ο Δεσπότης ο Κορίνθου και οι λοιποί και επήγα μέσα, έκαμα τας προτάσεις μου και τας εδέχθηκε η κυβέρνησις. Τους επαράστησα ότι, αν περάσω εις την Ρού­μελη, οι Τούρκοι της Πάτρας, οπού ήτον δώδεκα χιλιάδες θέ­λει σκορπισθούν εις όλην την Πελοπόννησο και θα την χαλά­σουν. Έτσι η κυβέρνησις αισθάνθηκε την ανάγκην και με έδωσε νέαν διαταγή δια να υπάγω εις τας Πάτρας.

Επέρασα από το Αργός, Τριπολιτσά και επήγα εις την Πά­τρα αρχάς Μαίου. Εις την Κόρινθο αντάμωσα τον Μάρκο Μπότσαρη, ο οποίος επρόσμενε εκεί δια την αλλαγήν της φαμιλιάς του. Αυτός μου είπε να υπάγω εις την Δυτικήν Ελ­λάδα και να με κάμουν αρχηγόν όλων των στρατευμάτων, εγώ του έκαμα τες ίδιες παρατηρήσεις, επρόβαλα εις την κυ­βέρνηση να υπάγει ο Μαυροκορδάτος, οπού ήτον τότε πρόε­δρος του Εκτελεστικού, να πάρει χίλιους τακτικούς Φιλέλλη­νας και να υπάγει εις την Δυτικήν Ελλάδα. Έτσι ο Μαυροκορ­δάτος επήρε τους τακτικούς και Μάρκο Μπότσαρη και απέρασε από το στρατόπεδο της Πάτρας, οπού ευρισκόμουν εκεί. Αφού απέρασαν εις την Δυτικήν Ελλάδα, με έγραψαν από εκεί, ότι έχουν ανάγκη και να τους στείλω βοήθεια και απεφάσισα και έστειλα τον υιόν μου Γενναίον με διακόσιους στρατιώτας διαλεκτούς. Τότε ο Γιατράκος είχε έλθει εκεί και τον έστειλα και εκείνον με μια σαρανταριά - του είχαν φύγει οι άλλοι - και τον Κανέλο Δελιγιάννη με διακόσιους. Εγώ έμεινα οπίσω και έφερα στρατιώτας δια να αναπληρώσουν όσους είχα στείλει εις την Ρούμελη· έξη χιλιάδες είχα. Έβαλα αλώνια δια τες σταφίδες, και είπα των Ελλήνων να τρυγούν την σταφίδα, να πάρουν τους κόπους τους και να εβγάλομε και το εθνικόν δικαίωμα. Και ήρχισαν οι Έλληνες να το βάλ­λουν εις πράξη. Οι Τούρκοι εστενοχωρήθησαν πολύ εις το κάστρο, και από νερό, και κατά τον τρόπο οπού τους εστενοχώρησα εις ένα μήνα ήθελε παραδοθούν.
Σκοτωμένοι Τούρκοι εις τους ακροβολισμούς και τους πο­λέμους ήτον χίλιοι, και άλλοι τόσοι λαβωμένοι και άρρωστοι, (Τον Κανέλο τον είχαν κρυφίως αφήσει στρατηγόν το Εκτελε­στικό. - 7 ή 8 Μαρτίου ήτον ο πόλεμος ο μεγάλος του Σαραβαλιού). Έστειλα τον Κολιόπουλο εις την Καρύταινα διά να κάμει νέα στρατολογία. Τότε το Βουλευτικό και το Εκτέλεστικό, αφού ακούσθη ο Δράμαλης εις τα Τρίκαλα της Ρούμελης εσυνάχθηκαν και απεφάσισαν να πάγει ο Κρεβατάς εις το Μιστρά να πάρει χίλιους οτρατιώτας και να εκστρατεύσει διά την Ανατολικήν Ελλάδα. Ο Σωτήρ Νοταράς να πάρει τους Κορινθίους και να εκστρατεύσει και εκείνος δια την Ανατολική Ελλάδα. Ο Ζαΐμης, ο Σωτήρ Χαραλάμπης με τους Καλαβρυτινούς να υπάγουν και εκείνοι εις την Ανατολικήν Ελλάδα, τον Αναγνώστη Δελιγιάννη με διακόσιους Καρυτινούς. Η Διαταγή λέγει ότι: «Όποιος παρακούσει και δεν κινήσει με τους άρχοντας να είναι το ένα τρίτο της περιουσίας του εθνικό». Πρωτοσύγκελος της Αρκαδίας με χίλιους Αρκαδιανούς Φαναρίτας να περάσει εις την Δυτικήν Ελλάδα, καθώς κοι Σισίνης με άλλους χίλιους Γαστουναίους και Πυργιώτας.

Αφού έλαβαν την διαταγήν οι άρχοντες, έστειλαν εις διαφόρους καπεταναίους, που ευρίσκοντο με εμέ εις την Πολιορκίαν της Πάτρας, να αναχωρήσουν και να υπάγουν αυτούς. Οι καπεταναίοι με έδειξαν τες διαταγές τους, εγώ τους είπα ότι: «Δεν συμφέρει να διαλύσομεν την πολιορκίαν, διότι οι Τούρκοι θα έβγουν και θα χαλάσουν τες επαρ­χίες. Να που κοντεύει να πέσει η Πάτρα». Αυτοί με αποκρίθη­καν ότι: «Δεν ημπορούμε να μείνομε, διατί η διαταγή λέγει ότι, αν δεν πάμε, θα μας κυριεύσουν το ένα τρίτο της ιδιοκτη­σίας μας». Τότε εγώ τους αποκρίθηκα: «Σαν είναι έτσι, δώσε­τε μου το διαγράφως, ότι εγώ δεν σας διαλύω, παρά φεύγετε σεις, και πηγαίνετε στο καλό». Και έτσι με το έκαμαν διαγράφως. Αυτό ήτον εις τα μέσα του Ιουνίου. Τα στρατεύματα ανεχώρησαν και έμεινα με μόνον εξακόσιους. Οι Τούρκοι εβγήκαν και έκαψαν τα καρτέρια μας. Εγώ τους εκτύπησα ολίγω. Έπειτα το μεσημέρι εκίνησα δια την Γαστούνη. Ο σκο­πός τους ήτον να μην πάρω την Πάτρα και να μου σηκώσουν την δύναμη την στρατιωτική.

Εις την Γαστούνη, οπού επήγα, εφοβήθηκε ο Σισίνης και εκλείσθηκε εις τα σπίτια του με τρακόσιους. Του έστειλα έναν άνθρωπο και ήλθε- του είπα: «Σισίνη, τούτος είναι ο σκοπός μου, να μαζευθούμε όλο το στρατιωτικό εις την Κόρινθο, αν εί­ναι αλήθεια πώς έρχεται ο Δράμαλης, να τον καρτερέσομε εις τα Δερβένια και να κοιτάζομε και τα πράγματα του έθνους». Ο Σισίνης εσυμφώνησε μαζί και μου είπε ότι: «Είμαι έτοιμος και με δευτέραν σου διαταγήν ξεκινάω». Έστειλα εγκύκλιον διαταγήν εις όλες τες επαρχίες Αρκαδίας, Φανάρι, Λεοντάρι, Μεσ­σηνία, να συνάξουν τους στρατιώτας και να έλθουν εις την Τριπολιτσά. Εκίνησα δια την Καρύταινα. Ημέρα και νύκτα επερπάτησα και έφθασα εις την Δημητσάνα, μαζώνοντας στρατιώτας. Φθάνοντας εις την Δημητσάνα έρχεται ένας ταχυ­δρόμος με μια διαταγή του Μινίστρου του πολέμου και μου έγραφε: «Γενναιότατε στρατηγέ Θ. Κολοκοτρώνη, λαμβάνο­ντας την διαταγήν της κυβερνήσεως, να κτυπήσεις την σιδηράν ράβδον την συνηθισμένην, να συνάξεις τους στρατιώτας και να υπάγεις εις την Πάτρα. Η κυβέρνησις της εκακοφάνη πολύ διατί διέλυσες την πολιορκίαν της Πάτρας, και όσο δια την εξασφάλισιν των Δερβενιών, έλαβε τα αναγκαία μέτρα».
Πηγές:
Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ - ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Πάτρα - Κόρινθος - Συνέλευση- πτώση Κορίνθου

ΕΠΕΙΤΑ από δέκα ημέρας εβγήκαν όλοι οι Έλληνες με τα λάφυρα και επήγαν εις τες επαρχίες τους σκλάβους, σκλάβες. Σε δέκα ημέρες οπού επείκασα, ότι οι Έλληνες εσιγουρεύθηκαν τα λάφυρα τους, εκάμαμε συνέλευση, ο Υψηλά­ντης, ο Πετρόμπεης και άλλοι, οπού είχαμεν αρχή. Τους είπα, ότι: «Είναι καιρός να εκστρατεύσομε τώρα και να κινήσω δια την Πάτρα» και το έκριναν εύλογο. Τότε εκίνησα μόνο με σα­ράντα σωματοφύλακες για την Πάτρα. Έστειλα προσταγή εις την επαρχία της Καρύταινας, να μαζωχθούν τα στρατεύματα δια την Πάτρα. Και όταν έφθασα στα Μαγούλιανα, έξη ώρες από την Τριπολιτσά, εσυνάχθηκαν χίλιοι εφτακόσιοι στρατιώ­τες, και έως να κατεβώ εις την Γαστούνην εμάζωνα δέκα χι­λιάδες. Ακούοντας ότι εκστράτευα δια την Πάτρα οι άρχο­ντες, ο Α. Ζαΐμης, Σωτήρ Χαραλάμπης, Π. Πατρών, που πολιόρκιζαν την Πάτρα, γράφουν ένα γράμμα του Υψηλάντη και Πετρόμπεη και όλης της τότε Κυβερνήσεως (Γερουσίας): «Εμάθαμε ότι ο Κολοκοτρώνης έρχεται εις την Πάτρα. Ο Κο­λοκοτρώνης να μείνει και να έλθει βοήθεια μια τριακοσαριά νομάτοι ή με τον Δελιγιάννη, ή μ' ένα Μαυρομιχάλη, διατί σε έξη ημέρες παίρνομε την Πάτρα» - διατί έλεγαν των μικρών: «Δεν συμφέρει, ότι αν έλθει ο Κολοκοτρώνης θε να πάρει και της Πάτρας τα λάφυρα, καθώς και της Τριπολιτσάς». Σκοπός τους ήτον να μην πάρω την Πάτρα και δυναμωθώ. Αν με άφιναν να πάγω αμέσως, θα μου έδιδαν αμέσως τα κλειδιά οι Τούρκοι από τον φόβον τους. (Ανάθεμα να έχουν). Οι Λαλαίοι ήτον μέσα - πρώην σχετικοί του Κολοκοτρώνη. Είχαν τες φα­μελιές των εις τον Έπακτο.

Μου γράφουν από την Τριπολιτσά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. «Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο». Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτσά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδού­με τι κάνουν εις το Ανάπλι. Μας αποκρίνονται, ότι: «Είμεθα
άξιοι να πάρομε τ' ανάπλι, διότι έχει πείνα». Αρχηγοί εις την πολιορκία, Τσόκρης, Στάϊκος, Σταματελόπουλος, Παπά Αρ­σένης. Την ίδια ώρα οπού έκαναν το γράμμα έφθασε ένα κα· ράβι εις το Ανάπλι αουστριακό φορτωμένο σιτάρι έως δέκα λιάδες κιλά. Την ίδια ώρα μας στέλνανε ένα γράμμα: «Φθά­σετε, ότι ήλθε ένα καράβι με πριβιζιόνες, και δεν ημπορούμε μόνοι μας». Αμέσως εκινήθημεν δια το Άργος, ο Υψηλάντης ο Πετρόμπεης, η τότε Γερουσία. Κάνουν μίαν αναφορά οι Τριπολιτσιώτες, μου γυρεύουν τον Πάνο, να μείνει φρουρά δια την ευταξίαν της πόλεως. Τους απεφά σισα και τον άφηκα. Εκστρατεύσαμε και εκατεβήκαμε εις το Άργος, επήραμε και τον Κιαμήλμπεη και ένα παιδί του Κιαμήλμπεη. Σαν εκατε­βήκαμε στο Άργος, ευρήκαμε την πολιορκία πολύ καλά.

Η Μπουμπουλίνα με τον αδελφό της εφύλαγε τον μπλόκο. Εκεί που εσυνάχθημεν ήλθαν από Ύδρα, Σπέτσες, Πελοπόννη­σο, να κάμομε κυβέρνηση. Τες ίδιες ώρες απεφασίσαμε να κάμομε ρεσάλτο εις τ' Ανάπλι. Εκείνες τες ώρες εκαβάλικα να πάγω στους Μύλους να ιδώ τα καράβια. Εις τον δρόμο μ' έρριξε το άλογο και ήμουν άρρωστος. Έκαναν το συμβούλιο να γενεί το ρεσάλτο. Το στεριανό στράτευμα να κτυπήσει το Παλαμήδι και της στεριάς την πόρτα, και τα καράβια να κανονιζάρουν το Κα­στέλι και τα Πέντε Αδέλφια, και πεντακόσια μικρά Κρανιδιώτικα να κτυπήσουν μέσα από το γιαλό. Η γνώμη μου δεν ήτον. Μου είπαν: «Σαν είσαι ανήμπορος κάτσε». - «Οι αδελφοί μου πάνε να σκοτωθούν και εγώ να κάτσω;» Εμαζώχθηκαν τ' ασκέρι! στην Άρια. Ο Ιωσαφάτ έβαλε λόγο εις τα' ασκέρια: «Όποιο; σκοτωθεί, λαβωθεί, η Πατρίς θέλει τους βραβεύσει».

Είμαστε ως τέσσερες χιλιάδες. Χωρίζουν, στο Παλαμήδι! με χίλιους να πάγω εγώ, και ο Νικήτας, και ο Γιατράκος κι άλλοι να κτυπήσουν του γιαλού την πόρτα. Ο Ταρέλας Φιλέλλην, είχεν έως εκατό.
Τους είπα να κτυπήσουν τα καράβια πρώτα έως έχουν καιρόν, και αν δεν έχουν καιρό να μη δοκιμάσομεν. Αυτοί αποκρίθηκαν: Τα καράβια είναι που είναι, να τους κτυπήσομε πρώτα ημείς· να κτυπήσω νύκτα την αυγή εις το Παλαμήδι, δια να τραβήξουν από την χώρα δύναμιν εις το Παλαμήδι και τότε να κτυπήσουν της στεριάς την πόρτα. Εμένα με απεφά­σισαν με χίλιους. Τετρακόσιοι με ακολούθησαν, οι άλλοι νομί-ζοντες να εμβούν εις την χώρα. Μ' εκείνους που επήγα εγώ την αυγή άνοιξα τουφέκι, και εβγάλαμε τες σκάλες από την Πρόνοια, εκτύπησαν και επήγαν ίσια με το Λεύκο. Τα καράβια από τον γιαλό δεν τους έκανε αέρας, εφυσούσε από την στεργιά, είχαν κατάμπροστα τον αέρα, δεν μπουκάριζαν. Οι Τούρκοι εδυνάμωσαν στα μπεντένια. Οι Έλληνες εχώθησαν στα τουρκομνήματα. Δυο ώρας εβάσταξε ο πόλεμος. Βλέπο­ντας εγώ ότι τα καράβια δεν έκαναν δουλειά, έστειλα τον Φωτάκο να ειπεί να ριτιράρουν με μιας, και έτσι ριτιράρησαν όλοι μια κοπανιά και εσκοτώθηκαν ολίγοι - και επαλληκαρεύ-σαμε τους Τούρκους. Εγυρίσαμε πίσω εις το Άργος άπρα­κτοι. Οι Έλληνες δεν ήτον καλοί τέτοια κάστρα να παίρνουν με ρεσάλτο- ήτον μία τρέλλα.

Εστείλαμε εις τες επαρχίες να κάμομε συνέλευση. Ήλθε ο Μαυροκορδάτος, ο Ζαΐμης δια να κάνουν συνέλευση, να κά­μομε κυβέρνηση. Ο Μαυροκορδάτος με τον υιόν του Καρατζά ήλθον εις την Πάτρα, εστάθησαν εκεί μερικόν καιρό, έπειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσα μεν εις το Άργος. Αφού επιστρέψαμε εις το Άργος, εμαζεύ θησαν όλοι οι Άρχο­ντες και από διαφόρους επαρχίες και νησιά της Ελλάδος.

Υψηλάντης: - Ήτον ένας άνθρωπος σταθερός, τίμιος, αν­δρείος, μικρόνους, κούφος, ευκολοαπάτητος, μικρός εις το ανάστημα, λιγνός, το όνομα του εχρησίμευε πολύ εις την αρ­χή. Είχε την φαντασία να είναι αρχηγός (κεφαλή), πλην τομυαλό του δεν του έσωνε αναλόγως με τας περιστάσεις οπού ευρέθηκε. Αν ήθελε έλθει ο Αλέξανδρος, ο αδελφός του, ηθέλαμεν κάμει δουλειά, διατί ήθελα τον υποστηρίξει. Εγώ δεν εγύρευα παρά έναν ν' ακουμβήσω τες πλάτες μου, εγώ δεν έκανα καπούλι τους άρχοντας, εκείνοι εμένα, και έτσι κανένας τρίτος - δεν εγίνοντο διχόνοιες. Αναγνω σταράς: ήτον με πολύ νου άνθρωπος, αλλά φθονε ρός, βαρυκίνητος, παχύς. Ο Κρεβατάς ήτον άνθρωπος με νου και πολλά ωφέλιμος για την πατρίδα.

Εσυμβουλευθήκαμε να κάμομε κυβέρνηση, εφιλονικήσαμε κάμποσο, που να γένει η συνέλευσις. Τότε έκαμαν ταστρατεύματα οπού ήταν εκεί μια αναφορά, και μου ζητούσαν να τους δώσω την άδεια να σκοτώσουν τους προύχοντας.Κάποιος τους είχε ερεθίσει λέγοντάς τους, ότι δεν θέλουν να κάμουν συνέλευση, και έτσι γελούν τον κόσμο. Εσηκώθηκα το μεσημέρι και επήγα και τους είπα: «Τι κάνετε αυτού;Κάμετε τον όρκο, διότι τούτο έχουν να σας κάμουν, και έπειτα πηγαίνετε εις ένα μέρος δια να αρχίσετε την συνέλευσιν».Τους επήρα εις την εκκλησίαν του Αγίου Ιωάννη, έκαμαν τον όρκο,και έτσι έπαυσε αυτός ο χόχλος του λαού. - Ο λαός είχε πάντοτε σκοπό να σκοτώνει τους άρχοντας και κάθε παραμικρά αιτία ερεθίζοντο.
Έτσι οι πολιτικοί επήγαν εις την Πιάδα (Επίδαυρο), και αρχίνησαν να κάμουν τους νόμους, και οι στρατιωτικοί επη-γαμεν εις την Κόρινθο. Ο Π. Γιατράκος επήρε τον Κιαμήλ­μπεη και είκοσι ζορμπάδες Λεονταρίτες και Τριπολιτσιώτες. Ο Υψηλάντης, ο Αναγνωσταράς, ήτον όλοι εκεί, και ο Γιατρά­κος με τους Τούρκους επήγε εις τα Εξαμίλια, και τα άλλα στρατεύματα επήγαν μέσα εις την χώρα στην Κόρινθο και επολιορκούσαν το κάστρο. Μία ημέρα σηκώθηκα και επήγα εις τα Εξαμίλια και ηύρηκα τον Κιαμήλμπεη, δια να γράψει:ένα γράμμα εις τον επίτροπο του και εις την γυναίκα του να παραδώσει το κάστρο. Ή εκείνος δεν έγραφε καθώς έπρεπε, ή εκείνοι δεν τον ήκουσαν, δεν επαράδωσαν το κάστρο. Εγώ του έκαμα χίλιους φόβους, πλην εστάθη αδύνατο. Στην Κό­ρινθο εσκότωσε το στράτευμα είκοσι Τούρκους. Ήτον μερι­κοί Λαλαίοι μέσα και Αρβανίτες, και έβαλα τον Καραχάλιο και τους ομίλησε μια και δυο δια να παραδοθούν, και εκείνοι του έλεγον σήμερον και αύριο, και επέρασαν είκοσι ημέρες, διατί εκαρτέρευαν μεντάτι από τον Ομέρ Βρυώνη, οπού ήτον εις την Ανατολικήν Ελλάδα. Επήγαιναν από τους Κορινθινούς και τους έλεγαν: «Μην παραδίδεσθε εις τον Κολοκοτρώνη, διατί σας έρχεται μεντάτι», και ο σκοπός τους ήτον να φύγομεν ημείς, και τότε να μείνουν μονάχοι να πάρουν τα λάφυρα, και ο φθόνος ήτον ακόμη.

Μετά είκοσι ημέρας έστειλα τον Καραχάλιο και εμίλησε και ήλθαν δύο εις το κονάκι μου, και τους ομίλησα να εβγούν εκείνοι, και ας μείνουν οι άλλοι Τούρκοι. Και αυτό ήτον δια να κάμω αρχή, και έτσι επήραν τα άρματα τους δεκαέξη και ήλ­θαν εις το σπίτι, και τους έβαλα εις το ορδί μου. Ετρατάραμε και έστειλαν, περάσοντας πέντ' έξη ημέρες, ένα Λαλαίο και έκραξαν τον κεχαγιά του Κιαμήλμπεη και τον κατή και άλλους δύο αξιωματικούς Τούρκους, δεν ενθυμούμαι τα ονόματα τους· Εβγήκαν και ομιλήσαμεν, τους είπα να παραδώσουν το κάστρο και τα άρματά τους, και να πάρουν δύο φορεσιές (σκουτιά), και να τους βαρκάρουμε, να τους περάσουμε εις την Ρούμελη, άλλοι εις το Γαλαξίδι και άλλοι κατά τα Σάλωνα, και μ' αποκρίθηκαν ότι: «Να πάμε απάνω να ειπούμε και των άλλων και σας στέλνουμε απόκριση». Την άλλη ημέρα μας ομίλησαν πάλι να κουβεντιάσομε με αυτούς. Εκινήσαμε να πά­με και το στράτευμα, από την αταξίαν του, εκίνησε όλο σιμά. Βλέποντας την αταξίαν αυτή επείσμωσα και δεν ηθέλησα κα­νένα κοντά μου. Εκαβάλικα και επήρα τον καπετάν Αναγνώ-στη Πετιμεζά μονάχο, και εκίνησα και επήγα κοντά εις το κά­στρο εις κάτι τουρκομνήματα, και είπα: «Οι αρχηγοί να γίνουν τριάντα νομάτοι, να έλθουν κοντά μου», και έτσι τους έστειλα.
Πηγαινάμενος εκεί, οπού είμεθα οι δύο, ομίλησα δια να κα­τεβούν από το κάστρο να τους ειπώ, διατί οι Τούρκοι έστρεξαν και τη συνθήκη οπού τους είχα κάμει τες περασμένες ημέρες. Εκατέβηκαν οι τέσσεροι και εκάτσαμε αντάμα. Τότε έστειλα εις τον κατή (σαν τους έβαλα εις το χέρι τούτους) με τους τριάντα ανθρώπους μέσα εις το κάστρο δια να παραδώ­σουν τα άρματα τους όλοι οι Τούρκοι και να τα βάλουν εις ένα σπίτι. Ο κατής έκαμε λόγον και τους όρκωσε εις την πίστι τους· να μην κρύψουν κανένα άρμα, αλλά να τα δώσουν όλα. Και έτσι εξαρματώθηκαν όλοι και τα έβαλαν εις ένα σπίτι. Στην συνέλευσιν, αφού ήκουσαν ότι ζητούν να παραδοθούν οι Τούρκοι, εστείλαμε να ελθούν και πέντε έξη πολιτικοί, να πα­ρασταθούν εις τα λάφυρα, και να βγάλουμε και του Έθνους. Αυτοί ήσαν ο Σωτήρ Νοταράς, ο Κορίνθου και άλλοι, ήτον και ο Πρωτοσύγκελος της Αρκαδίας εκεί, οπού είχαν έλθει εκεί απεσταλμένοι από την συνέλευση δια να υπογράψουμε τους νόμους, και εγώ δεν ήθελα, εξ αιτίας οπού ήτον ένα κεφάλαιο που έλεγε ότι: το Εκτελεστικό να τελειώνει μία υπόθεση, και έπειτα από έξη ημέρες να δίδουν την είδηση εις το Βουλευτι­κό. Όλοι το υπέγραψαν έξω από εγώ. Τότε επήγαν πίσω, έκα­μαν εξαίρεση (παράρτημα) από τούτο το κεφάλαιο και έτσι υπόγραψα. Σαν έβαλα τους τριάντα ανθρώπους μέσα και εξαρμάτωσαν τους Τούρκους, μου ομίλησαν, ότι τα έκαμαν όλα. Τότε έδωσα είδησιν εις τους απεσταλμένους της συνε­λεύσεως και επήρα τρακόσιους από τα διάφορα σώματα, και επήγα εις την πόρτα, και εσταύρωσα με μία σημαία ελληνική την πόρτα και έπειτα τους έμβασα μέσα και έβαλα αυτήν την σημαία απάνου εις το κάστρο. Τα στρατεύματα και εγώ εκατεβήκαμε εις την χώρα, είμεθα έξη χιλιάδες, οι Τούρκοι ήσαν τρακόσιοι: εις τα μέσα μου Δεκεμβρίου.
Εις την πτώσιν της Κορίνθου ήσαν ο Υψηλάντης, Μαυρο-μιχάληδες, Πετμεζαίοι, Γιαννάκης Κολοκοτρώνης, Αποστό­λης Κολοκοτρώνης, ο υιός μου ο Γενναίος, Αντώνης Κολοκο­τρώνης, Αναγνωσταράς, Γιατράκος, Κεφάλας, Κολιόπουλος. Τότε ήλθε είδησις, ότι η αρμάδα του Καπετάν Πασά με εννέα χιλιάδες ετράβαε δια την Πάτρα. Ακούοντας αυτό, έλαβα διαταγή και εκίνησα ευθύς δια την Πάτρα. Επέρασα από το Άργος, την Τριπολιτσά και εις την Τριπολιτσά διέταξα τες επαρχίες Τριπολιτσάς, Καρύταινας, Φαναριού, Αρκαδίας, να τραβήξουν δια τες Πάτρες.

Εις την Τριπολιτσά οπού έφθασα, εμάθαμε ότι ο Αλή πα­σάς εχάθη, και έλεγαν μερικοί Γερου σιασταί, ότι: «Τώρα οπού εχάθη ο Αλή πασάς, οι ογδόντα χιλιάδες οπού τον επο λιορκούσαν θα πέσουν εις ημάς». Εγώ είπα: «Έχει ο Θεός». Ένας Νικολός Τζανέτος από το Φανάρι είπε: «Αξιωθήκαμε και εκάμαμε Γερουσία και Βουλή, καθώς λέγουν τα παλιά χαρτιά, ας χαθούμε τώρα» - «Εύγε σου, Κύριε!». Διέταξα τον Γενναίο να πάρει τους μισούς Τριπολιτσιώτας, Φαναριώτας, και άλλους να τραβήξει κοντά. Εις την Βυτίνα, έλαβα τας διαταγάς της Κυβερνήσεως, οπού επρωτοσυστήθηκε εις την Ελ­λάδα, έλαβα το δίπλωμα του στρατηγού. Εις την 1 Μαρτίου έφθασα εις την Πάτρα. Επέρασα από Καρύταινα, Πύργο, Γα­στούνη και Πάτρα. Εσύναξα έξη χιλιάδες. Αρχηγοί Α. Ζαΐμης, Κανέλος Δελιγιάννης, Πετιμεζαίοι, Σέκερης Τριπολιτσιώτης, Λόντος με τους Βοστιτσάνους.
Πηγές:
Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Βαλτέτσι - Ζαράκωβα-Γράνα-Τρίπολη.

Άνοιξε ο πόλεμος του Βαλτετσίου. Τους δικούς μας τους πολιόρκησαν οι πέντε χιλιάδες. Ανοίγοντας το τουφέκι εφθά­σαμε και ημείς εις τες πλάτες των Τούρκων, ρίξαμε μια μπα­ταριά να εμψυχωθούν οι μέσα και οι μέσα εχάρηκαν και έρρι­ξαν κι εκείνοι, έρριξαν και οι Τούρκοι, έγινε κρότος μεγάλος. Οι Τούρκοι, οι εμπροστινές φύλαξες περίμεναν να φύγουν οι Έλληνες, καρτερώντας δύο ώρες και ακούοντας φρικτό πό­λεμο οπίσω, επείκασαν, ότι οι Έλληνες εκλείσθηκαν και πολεμάν. Ήλθαν και εκείνοι εις την πολιορκίαν των Ελλήνων, έπια­σαν ένα καταράχι δέκα μπαϊράκια και εμπόδιζαν την κοινωνία μας με τους μέσα. Ημείς οι οχτακόσιοι εδυναμώσαμε τον τό­πο, για να μη μας πάρουν τα οπίσθια οι Τούρκοι. Ο Κεχαγιάς εκαρτέρεσε και αυτός, δεν είδε τίποτες, ήλθε εις το Βαλτέτσι με δυο κανόνια. Πολεμούν οι Έλληνες οι κλεισμένοι. Έφθασε και ο Κολιόπουλος, έκλεισε τον Ρουμπή με τους πέντε χιλιά­δες, και δεν είχε ανταπόκριση με τους Τούρκους. Τους έβαλε (ο Ρουμπής) το κανόνι, πλην δεν τους έκανε ζημία.

Ο πόλεμος εστάθη σφοδρός όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι επρόσμεναν με τα ψηφώματα να αδειάσουν το Βαλτέτσι οι κλεισμένοι, και ημείς ακαρτερούσαμε να φύγουν οι Τούρκοι. Το βράδι παίρνω μερικούς και πάγω εις το καταράχι, όπου ήτον οι σημαίες των Τούρκων. Επήγα κοντά, τους τουφέκισα, με δίδουν τέσσερα τουφέκια - οι Έλληνες οπίσω δεν εκατάλαβαν: «Ζωντανούς θα σας πιάσω, εγώ είμαι ο Κολοκοτρώ­νης». - «Τι είσαι συ; - «Ο Κολοκοτρώνης!» - Άδειασαν τον τό­πο. Τότε εμβήκαμεν εις το Βαλτέτσι, εδώσαμε φυσέκια, ψωμί, ό,τι αναγκαία ήτον εις εκείνους. Εις τες δύο ώρες της νυκτός ήλθαν διακόσιοι εδικοί μας και έρριξαν μία μπαταριά' ενομίζαμε ότι είναι Τούρκοι, και ήτον Έλληνες. Εξενυκτήσαμε και τα δύο μέρη, ο ένας πώς θα φύγει ο άλλος, Εξημερώσαμε εις τον πόλεμο. Βάνω το κιάλι και τηράω, βλέπω τους Τούρκους εις ένα μέρος, ο Ρουμπής ήτον αποκλεισμένος. Την αυγή ο Κεχαγιάς έβαλε το κανόνι εις το ταμπούρι του Μπεηζαντέ του Ηλία. Το κανόνι προσπέρναε το ταμπούρι του Ηλία και έπερνε το ταμπούρι του Ρουμπή. Αν το χαμήλωνε, θα τον έπερνε.

Ο Ρουμπής εστενοχωρήθη να γυρίσει με γιουρούσι, ανά­μεσα των δύο ταμπουριών των Ελλήνων. Επείκασα ότι θέλει να φύγει, τον εζυγώσαμε κοντά. Κάνει γιουρούσι ο Ρουμπής - από την τρομάρα τους αφίνουν τουφέκια. Πέφτουν ανάμε­σα των δύο, του σκοτώνουν ως τριακόσιους, ημείς από πίσω. Επέσαμε από κοντά, επετάχτηκαν και οι κλεισμένοι Έλληνες, τους μάσαμε μπλαστοί, τους μονομεριάσαμε, τους ακολου­θούσαμε. Οι Έλληνες έπεσαν εις τα λάφυρα και εις τους σκοτωμένους και δεν ακολουθούσαν με προθυμία. Ο Νικητα­ράς έντεσε να είναι εις τα Βέρβενα με οχτακόσιους- έρχεται, δεν έφθασε εις ώρα, τους εκυνηγήσαμε έως που τους εβγά-λαμε εις τον κάμπο. Εκείνος ο πόλεμος εστάθη η ευτυχία της Πατρίδος. Αν εχαλιόμεθα, εκινδυνεύαμε να [μην] κάμομε ορ­δί πλέον.

Ο Μπεηζαντές εις το καταράχι, και εις την εκκλησιά άν­θρωποι του Μπεηζαντές' ο Μητροπέτροβας εις το άλλο κα­ταράχι' άλλο ταμπούρι είχαν οι Λεονταρίτες. Ο Κολιόπουλος είχεν αποκλεισμένο τον Ρουμπή. Όλοι ομού εκυνηγήσαμε τον εχθρό.
Δώδεκα, δεκατρείς Μαίου ήτον. Είκοσι τρεις ώρες εβάσταξε ο πόλεμος.
Εκείνη την ημέρα ήτον Παρασκευή και έβαλα λόγο, ότι: «Πρέπει να νυστεύσομε όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, και να δοξάζεται αιώνας αιώνων εωσού στέκει το έθνος, διατί ήτον η ελευθερία της Πατρίδος». Ο Κεφάλας και ο Παπατσώνης ήσαν εις την μάχη του Βαλτετσίου. Μετά τη νίκη του Βαλτετσίου οι Καρυτινοί επέστρεψαν εις τας θέσεις των, Χρυ-σοβίτσι και Πιάνα, και οι επίλοιποι εστάθηκαν εις το Βαλτέτσι.

Περάσοντας δέκα ημέρες η Μπουμπολίνα, ο Τσόκρης και ο Στάϊκος μ' έγραψαν να τους στείλω βοήθεια και έναν αρχη­γό, και τους έστειλα το Νικήτα με πενήντα από το ορδί του Χρυσοβιτσιού, πενήντα από το ορδί του Βαλτετσίου και πενή­ντα από το ορδί των Βερβένων, και έτσι επήγε εις τα Δολιανά, δια να πάρει και τους πενήντα από τα Βέρβενα. Εκοιμήθηκε το βράδι εκεί (Κωνσταντής Αλεξανδρόπουλος ήτον αρχηγός των πενήντα, Στεμνιτσιώτης). Οι Τούρκοι έκαμαν συνέλευση εις την Τριπολιτσά. Οι Μιστριώτες και Μπαρδουνιώτες επρόβαλαν: ωσάν δεν έκαμαν τίποτε εις το Βαλτέτσι να πάνε να χαλάσουν το ορδί οπού είναι εις τα Βέρβενα, και απεκεί να τραβήξουν δια τον Μιστρά. Έτσι εδέχθηκαν οι Τούρκοι την γνώμη ν αυτή, και εκίνησαν και επήγαν εις τα Δολιανά, δια να περάσουν να βαρέσουν το ορδί το εδικόν μας εις τα Βέρβενα. Ο Νικήτας μόλις είχε έβγει ένα κάρτο μακρυά από τα Δολιανά και του είπαν: «Τούρκοι έρχονται». Και αυτός γυρίζει οπίσω και πιάνει το χωριό, και τον έκλεισαν μέσα οι Τούρκοι. Άλλοι έκλεισαν τον Νικήτα και άλλοι εστράτευσαν δια τα Βέρβενα. Των Βερβένων το ορδί τους εκαρτέρεψε, και με πρώτη φωτιά εσκότωσαν ένα μπαϊρακτάρη και οι Τούρκοι εφοβήθηκαν και ετράπησαν εις φυγήν. Το ορδί των Βερβένων τους επήρε από κοντά. Αφού εζύγωσαν κοντά εις τα Δολιανά ετσάκισαν και οι Τούρκοι οπού πολιορκούσαν τον Νικήτα, και έτσι εβγήκε κι ο Νικήτας με τους ανθρώπους του, και τους εκατέβασαν έως τον κάμπο κυνηγώντας. Επήραν δύο κανόνια, εβδομήντα σκο­τωμένοι, και έτσι εμούδιασαν οι Τούρκοι και δεν εβγήκαν άλλη φορά δια εκστρατείαν (Μάιος).Ο Νικήτας ετράβηξε εις το Άργος, εχάλαε τα τζαμιά, τους μιναρέδες και μας έστειλε μολύβι, γιατί είχαμε έλλειψη από μολύβι και χαρτί, και επήραμε την Βιβλιοθήκην της Δημητσά­νας και άλλων μοναστηριών και εδέναμε φουσέκια. Μπαρούτι είχαμε, έκαμνε η Δημητσάνα. Του μπαρουτιού την υπόθεση την είχαν πάρει απάνου τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, και δια να δουλεύουν την μπαρούτη δεν επαίρναμε πολλούς Δημητσανίτες εις το στρατόπεδο, τους αφίναμε δι' αυτήν την δούλευσιν.

Σαν άκουσαν οπού εκάμναμε προόδους οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι, μας έστειλαν και πολεμοφόδια και πετσιά για τσα­ρούχια· μου τα έστελναν εμένα και εγώ τα έδινα οπού ήτον ανάγκη. Εγώ εσηκώθηκα μία νύκτα με τους Καρυτινούς, μετά τον πόλεμο των Δολιανών, και έπιασα τα Τρίκορφα ψηλά, και τους τζεπχανέδες τους είχαμε εις την Ζαράχοβα, οπού ήτον ένας δυνατός πύργος, και τες ζωοτροφίες και λοιπά. Εις την κορυφή των Τρικόρφων έφκιασα ταμπούρια, που ήτον η πρώτη φορά οπού εζυγώσαμε τόσα κοντά εις την Τριπολι­τσα, μισή ώρα ήτον μακριά. Τους φιλοτιμούσα να κατέβουν ομπρός, και τους ανέφερα το παράδειγμα του φιδιού. Βλέπο­ντας οι Τούρκοι, την αυγή, ότι εκάμαμε ταμπούρια κοντά τους, αγνάντια στην Τριπολιτσα, εβγήκαν και πολεμήσαμε έως δύο χιλιάδες, και ημείς τους αντικρούσαμε και τους εκυ­νηγήσαμε, και έτσι ακολούθησε πέντε-έξη ημέρες να έχομε πόλεμο κάθε ημέρα. Ημείς χίλιοι οχτακόσιοι είμεθα. Ο τόπος μας βοηθούσε πολύ, και οι Έλληνες άρχισαν να παίρνουν θάρρος, γιατί εκυνηγήσαμε τους Τούρκους και εις το Βαλτέ­τσι, και εις τα Δολιανά, και εις διαφόρους ακροβολισμούς. Όταν ο πόλεμος εβάσταε πολύ, μας ήρχετο μεντάτι από το Βαλτέτσι.
Είχα εκτελεστική δύναμη εις την επαρχία, και όποιος έφευ­γε από το στρατόπεδο τον έπιαναν, τον έδεναν και τον έστελναν οπίσω, του έκαιγαν το σπίτι. Ο Κανέλος Δελιγιάννης εφρόντιζε δια τες ζωοτροφίες και εγώ δια τον πόλεμο. Τόσον ενθουσιασμό άρχισαν να έχουν οι Έλληνες, οπού μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψεναν το ψωμί, και τα έφερναν με τα ζώα των εις το στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικό εις την Πιάνα, Aλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν, πότε από τα είκοσι, πότε από τα τριά­ντα, από τα σαράντα, από τα πενήντα το ένα, και τα έδιδαν με ευχαρίστηση τους. Ο Κυριάκος Τσόλης εχάρισεν εκατόν είκο­σι τραγιά εις το στρατόπεδο από την Ζαράχωβα. Είχαμε κιόλα στελμένα και τα εμάζωναν. Από ημάς επήραν παράδειγμα και τα άλλα στρατόπεδα και έκαμναν το ίδιο.

Μετά δέκα ημέρες έκαμα μία διαταγή και επαρακινούσα του Βαλτετσίου τα στρατεύματα να έλθουν εις τα Τρίκορφα, καθώς και το έκαμαν. Ήλθαν και έφκιασαν ταμπούρια αποπάνω από τον απάνου μύλο της Τριπολιτσάς. Ο Αναγνωσταράς, ο Ηλίας, οι Μεσσήνιοι όλοι, οι Λεονταρίτες, οι Σαμπαζιώτες, έως χίλιοι πεντακόσιοι. Τότε επαρακινήσαμε τους Τσάκωνας και Αγιοπετρίτες, οπού ήτον εις τα Βέρβενα και έπιασαν την θέσιν το Στενό. Εκεί έφκιασαν γράνες και ταμπούρια, επί κε­φαλής ο Ζαφειρόπουλος. Έβγαιναν οι Τούρκοι και έκαμναν ακροβολισμούς. Ο Γιατράκος ήλθε με τους Μιστριώτας. Οι Καλαβρυτινοί ήτον έως χίλιοι διακόσιοι εις το Λεβίδι, και τους έγραψα και ήλθαν εις την Πάνω Χρέπα. Ήτον εκεί ο Σωτήρ Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης, Πετιμεζαίοι, Σολιώτης, Λεχουρίτης και λοιποί καπεταναίοι των Καλαβρυτινών. Εις την Πάτραν διέλυσαν την πολιορκίαν διατί τους εχάλασαν ένα δύο φορές οι Τούρκοι.

Εις τον ακιρό οπού εκάμναμεν ημείς αυτά, έγραψαν οι Λαλαίοι του Γιουσούφπασια δια να τους υπάγει μεντάτι. Επήγε λοιπόν εκεί' επολέμησαν πολλοί εις του Λάλα, και εις αυτούς τους πολέμους εχάθη ο αδελφός του Κολιόπουλου, ελαβώθη ο Μεταξάς ο Ανδρέας. Οι Λαλαίοι εοηκώθηκαν με τες φαμε­λιές των και επήγαν ανέγγιαγοι εις την Πάτρα. Άδειασε το με­σόγειο της Πελοποννήσου. Τότε η Πάτρα εδυνάμωσε, και τα Καλαβρυτινά στρατεύματα έφυγαν από εκεί και ήλθαν εις βοήθεια μας στην Πάνω Χρέπα. Επήγα εις αυτούς, τους πα­ρακίνησα να φτιάσουν ταμπούρια εις το Περθώρι, δια να σφίξομε στενά την Τριπολιτσα. Αυτοί μου έβγαλαν ένα ψεύτικο γράμμα, ότι τάχα ήλθαν πολλοί Τούρκοι εις τα Μαύρα Λιθά­ρια, και έτσι, ανεχώρησαν και επήγαν έξη ώρες μακριά από την Τριπολιτσα. Ο Σωτήρ Χαραλάμπης εις του Γκόζη, και ο Ανδρέα Ζαΐμης εις το Μπακράτι. Οι Τούρκοι είχαν στενοχω­ρηθεί από τους Έλληνας.

Εις τες Καλτεζιές, επαρχία Μιστρά, έγινε συνέλευση από μέρος προυχόντων της Πελοποννήσου και το εύρηκαν εύλο­γο να φέρομε τον Μαυρομιχάλη, οπού ήτον εις την Καλαμά­τα. Επήγεν ο Κανέλος ο Δελιγιάννης και ο Πονηρός, τον επή­ραν από την Καλαμάτα, τον επήγαν εις την Στεμνίτσα και τον έκαμαν πρόεδρο της Γερουσίας, και έγραψαν εις την Ύδραν, εις τες Σπέτσες, εις την Επτάνησο. Εις την Ρούμελη η Δυτική Ελλάς είχε αποστατήσει τον Μάιο, και ημείς εκοιτάζαμε τη δουλειά μας. Κάθε ημέρα είχαμε ακροβολισμούς. Μέσα εις την Τριπολιτσά ήσαν δεκατέσσερες χιλιάδες άρματα και οχτώ χιλιάδες καβαλλαραίοι.

Τον Ιούνιο μήνα ήλθε ο Υψηλάντης εις το Άστρος και εσυνάχθηκαν όλοι οι άρχοντες της Πελοποννήσου, Ανδρέα Ζαΐμης, Σωτήρ Χαραλάμπης, Πετρόμπεης, Αναγνώστης, Δελιγιανναίοι και λοιποί, και εγώ, και επήγαμε να προϋπαντήσομε τον Υψηλάντη. Εις το ορδί άφησα τον Πάνο, υιόν μου, Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Γιατράκο, Μητροπέτροβα και λοιπούς. Τον εκαρτερέσαμε με παράταξη και έτυχαν και οι Σπετσιώτες προύχοντες εκεί και επήγαμε όλοι, και τον επήγαμε εις τα Βέρβενα. Εκεί ο Υψηλάντης εγύρευε να κάμει πράγματα, οπού δεν άρεζαν των αρχόντων και έτσι εφιλονίκησαν. Ο Υψηλάντης είχε μαζί του τον Βάμβα, Αναγνω­στόπουλο, Αντωνόπουλο, και μια πενηνταριά μαθητάς της Ευρώπης Έλληνας. Εκεί ήθελε να κάμει ως Επίτροπος του γενικού Επιτρόπου, οι άρχοντες δεν ηθέλησαν και έτσι ανεχώρησε δια την Καλαμάτα. Ο Αλέξανδρος Κατακουζηνός εί­χε σταλθεί εις την πολιορκία της Μονοβασίας. Εις τα Βέρβε­να ήσαν συναγμένοι έως πέντε χιλιάδες στρατιώτες. Αυτοί επήραν όλοι τα άρματα δια να σκοτώσουν όλους τους άρχο­ντας. Ήλθαν και μας πολιόρκησαν εις το κονάκι του Πετρόμπεη, όπου είμεθα όλοι συναγμένοι. Ήκουσα τον θόρυβο και ηθέλησα να έβγω έξω, ο Κανέλος Δελιγιάννης μ' εμπόδιζε, τους είπα: «Αφήσατε να έβγω, μήπως γένει αρχή και πέσει κανένα τουφέκι και τότε μας σκοτώσουν όλους». Εγώ οτρατιώτας δεν είχα τότες, εβγήκα έξω και ομίλησα: «Έλληνες, τι θέλετε; Ελάτε εδώ», και ευθύς έτρεξαν και με σήκωσαν εις τον αέρα. Μου λέγουν ότι: «Θέλομε να σκοτώσουμε τους άρχοντας, διότι μας έδιωξαν τον Υψηλάντη». Εγώ τους είπα «Ελάτε να σας ειπώ πρώτον και εγώ, έπειτα είμαι συμβοηθός σας να τους σκοτώσετε». Τους ετράβηξα τίρο τουφέκι εις μία βρύση όλους, και ανέβηκα επάνω εις μία πέτρα δια να ακούν όλοι, και τους είπα: «Διατί θέλομε τον χαϊμό μας μονάχοι μας; Ημείς ασηκώσαμε τα άρματα δια τους Τούρκους και έτσι ακουσθήκαμε εις όλην την Ευρώπη, ότι σηκωθήκαμε Έλληνες δια τους τυράννους, και στέκεται όλη η Ευρώπη ιδεί τι πράγμα είναι τούτο. Οι Τούρκοι όλοι είναι ακόμη απείραγοι εις τα κάστρα και εις τες χώρες, και ημείς εις τα βουνά, και αν σκοτώσομε τους προεστούς, θα ειπούν οι βασιλείς, ότι τούτοι δεν εσηκώθησαν δια την ελευθερίαν, αλλά δια να σκοτωθούν συνατοί τους, και είναι κακοί ανθρώποι Καρβονάροι, και τότε ημπορούν οι βασιλείς να βοηθήσουντον Τούρκο και να λάβομε ζυγό βαρύτερο από εκείνο οπού είχαμε. Γράφομε και έρχεται οπίσω ο Υψηλάντης και μην επήρε ο νους σας αέρα». Τότε τους ησύχασα.

Οι άρχοντες και ο Μαυρομιχάλης έστειλαν τον Αναγνω­σταρά και εγύρισαν οπίσω τον Υψηλάντη, και επήγε πάσα ένας εις την θέση του. Τότε επροσκύνησε η Μονοβασιά εις τον Κατακουζηνό. Επολιορκούσαν εκεί οι Μανιάται και οι Τσάκωνοι δια ξηράς, και δια θαλάσσης Σπετσιώτικα καράβια. Και μετ' ολίγας ημέρας επαραδόθηκε και το Νιόκαστρο. Επολιορ­κούσαν Μανιάτες, Αρκαδιανοί και Μεσσήνιοι δια ξηράς, και δια θαλάσσης Σπετσιώτικα καράβια.

Σαν επήγαμε εις τα Τρίκορφα, είπαμε του Πετρόμπεη να στείλει εις την Μάνη να φέρει βοήθεια, και απεκρίθηκε, ότι οι Μανιάτες δεν εβγαίνουν, αν δεν πληρωθούν. Τότε ήλθαν πε­ντακόσιοι Μανιάτες και τους επλέρωναν όλαι αι επαρχίες οπού πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, και η Καρύταινα ξεχωρι­στά επλήρωνε τρακόσιους Μανιάτες του Μούρτζινου. Εφέραμεν ένα κανόνι από τον Μιστρά και εκανονιτζάραμε την Τριπολιτσά από μακριά.
Εκείνες τες ώρες εκάθοντο οι άρχοντές μας εις την Ζαράκωβα, δεν ενθυμούμαι τώρα τι τους εζήτησε ο Υψηλά­ντης και οι άρχοντες δεν τον εδέχθηκαν. Το στράτευμα σαν το ήκουσε αυτό, αποφάσισε να υπάγει εις την Ζαράκωβα να τους σκοτώσει. Μου έκαμε μία αναφορά και μου έλεγε, ότι: «Οι άρχοντες δεν θέλουν να υπογράψουν εκείνο οπού ζητεί ο Υψηλάντης», και μου ζητούσαν την γνώμην μου δια να τους σκοτώσουν. Και εγώ τους αποκρίθηκα: «Μείνετε ήσυ­χοι και εγώ τελειώνω και τούτην την δουλειά». Εσηκώθηκα λοιπόν το μεσημέρι και επήγα εις την Ζαράκωβα, ηύρηκα τους άρχοντας, τους είπα: «Τι κάνετε; Κάνετε ό,τι κάνετε, υπογράψετε ό,τι σας ζητεί ο Υψηλάντης δια να τελειώσεικαι αυτός ο βρασμός». Και έτσι ετελείωσε και αυτό.
Την ημέρα του Αγίου Ηλία, τες 20 Ιουλίου, οι Τούρκοι ήλ­θαν εις ημάς και επήγαν εις τους Αγιοπετρίτας και Τσακώνους. Εκείνη η ημέρα ήτον δυστυχισμένη δια ημάς, εσκοτώθηκαν δεκαπέντε Αγιοπετρίτες και δέκα Μιστριώτες. Καθημε­ρινώς είχαμε πόλεμο από το μεσημέρι έως το βράδι και το βράδι τους εμβάζαμε μέσα. Εσιμώσαμε τόσο κοντά, οπού εφέραμε Κοσμίτες δια να φτιάσουν λαγούμι εις την μεγάλη τάπια της Τριπολιτσάς. Άρχισαν οι ζωτροφίες να ολιγοστεύουν στην Τριπολιτσά, και έδιωχναν τες ελληνικές φαμελιές από μέσα δια να μην τρώγουν το ζαερέ, και έτσι είχαμε κάθε ημέραν είδηση, τι έκαμναν και δεν έκαμναν μέσα οι Τούρκοι. Τους έφερναν εις το ορδί μου και τους εξέταζα. Νερό τους έλειψε, ερρίξαμε φλόμο εις τα τριγυρνά νερά.

Οι Έλληνες επήγαιναν έως εις τα τείχη της Τριπολιτσάς. Μια ημέρα έμαθα από έναν Έλληνα, ότι ο Κιαμήλμπεης ετοι­μάζεται με μια τρακοσαριά ή πεντακοσαριά δια να υπάγει εις την Κόρινθο και έμελλε ν' απεράσει από το Μύτικα. Εγώ σαν άκουσα αυτό (μολονότι ήτον ψέμμα), εγνοιάσθηκα και επήρα δέκα καβαλλαραίους και επήγα εις τον Μύτικα δια να ιδώ το στράτευμα, και αντί διακόσιους Τριπολιτσιώτες, οπού είχα διατάξει να μένουν εκεί, δεν εύρηκα παρά τριάντα. Τους ομί­λησα με τα χαράματα και ήλθαν, τους εμάλλωσα διατί ήτον τόσον ολίγοι, και αυτοί μου είπαν, ότι δεν ήτον άλλοι φερμέ­νοι και ήτον είκοσι ημέρες οπού εφύλαγαν εκεί. Ο Νταγρές με διακόσιους ανθρώπους ήτον εις τα Τσιπιανά και εις τες ράχες. Τότε τους έρριξαν μερικά τουφέκια, εκατέβηκαν και αυτοί και τους επήρα και επήγα εις το χωρίον Λουκά. Έπειτα επήρα τους διακόσιους του Νταγρέ και τους έβαλα εις τον Μύτικα αντίκρυ εις την Καπνίστρα και έφκιασαν ταμπούρια. Κοιτάζω την γην και ήτον εύκολο να σκαφθεί από του Μύτικα έως εις την πέρα μεριά της Καπνίστρας, όπου άφηκα τους στρατιώτας του Νταγρέ. Ήτον μακριά ένα μίλι, και το μισό ήτον γράνες αμπελιών. Τους λέγω: «Να φτιάσομε μια γράνα εδώ». Τότε έγραψα μία διαταγή εις τα Τριπολιτσιώτικα χωριά, να μαζωχθούν εβδομήντα έως διακόσιους και να σκάψουν μια γράνα (χαντάκι) και να ρίχνουν το χώμα κατά την Τριπολι­τσα, επειδή δεν ήλπιζα ότι θα περάσουν την άλλη μεριά της γράνας. Και εις τρεις ημέρες την έφτιασαν, την επήγαν έως τα ταμπούρια και την άφησαν εφτακόσια βήματα έως τη ρίζα του βουνού, οπού είχαν τα ταμπούρια. Το άφημα αυτό έγινε προς όφελος των Ελλήνων.

Ο Κεχαγιάς εις τρεις τέσσερες ημέρες με έξη χιλιάδες στράτευμα εβγήκε και επήγε κατά τα Δολιανά και γυρίζει έπειτα και πλακώνει τον Νταγρέ, και το χαλάν αυτό το ορδί'του εσκότωσαν είκοσι εφτά και είκοσι λαβωμένους. Οι Τούρ­κοι δεν είδαν τη γράνα, διατί ήτον νύκτα, μόνον είδαν την άκρην και είπαν: «Οι Γκιαούρηδες σύνορα κάμνουν, μοιρά­ζουν τη γη». Ο Νταγρές εκλείσθη εις μια σπηλιά με τέσσε-ρους. Ευθύς σαν ήκουσα τα ντουφέκια, εκατάλαβα ότι εκτύ-πησαν τον Νταγρέ και εκίνησα. Ειδοποίησα όλα τα ορδιά τα Καρυτινά να τραβούν κοντά μου, και εγώ εβγήκα με τον αγι-ουτάντε μου φωτάκο εις το Χωματοβούνι, καρσί (αντίκρυ) στο Μύτικα, και μια τρακοσαριά, οι ογληγορότεροι, τους έστειλα να πιάσουν τη γράνα και να πάνε εις βοήθεια του Νταγρέ. Επέρασαν αυτοί από κοντά ήλθαν άλλοι διακόσιοι, τους έστειλα και αυτούς, και ήλθαν Καρυτινοί χίλιοι.

Οι Τούρκοι οπού είχαν μείνει στην Τριπολιτσα, εβγήκαν κι επολεμούσαν δια να εμποδίσουν τους Έλληνας να έλθουν εις βοήθειαν. Οι στρατιώτες οπού είχα στείλει εκτύπησαν τους Τούρκους αποπάνω, και τους ετσάκισαν, και εγλύτωσαν τον Νταγρέ. Το μεγαλείτερο μέρος του τουρκικού στρατεύματος ευρίσκετο εις του Λουκά το χωριό, και εφορτωναν εξακόσια φορτώματα ζωοτροφίας. Ο Κεχαγιάς έστειλε τρακόσιους καβαβαλλαραίους δια να περάσουν την γράνα. Τους εβάρεσαν εδικοί μας και έπειτα τους άνοιξαν οι εδικοί μας και επέρασαν οι τρακόσιοι Τούρκοι' εσκότωσαν πέντε, λαβωμένοι δέκα, δεκαπέντε άλογα. Εγώ εδυνάμωσα τους Έλληνας. Τότε ξεκινά ο Κεχαγιάς με χίλιους. Οι Έλληνες εδιαμοιράστηκαν πλάτη με πλάτη, και ημείς εκτυπούσαμε τους Τούρκους οπού ήτον από το ένα μέρος και τους Τούρκους από το άλλο μέρος. Τους εκτύπησαν τους χίλιους. Εσκότωσαν μια πενηνταριά απ' αυτούς, και πολλοί λαβωμένοι, και πολλά άλογα. Έπειτα ή και το μεγάλο σώμα των Τούρκων με τα φορτώματα έως εξακόσια μουλάρια και άλογα με τους πεζούς και καβαλλαραίους. Τα φορτώματα τα είχαν εις την άκρη.

Οι Έλληνες οπού είχα στείλει εις βοήθειαν του Νταγρέ τους έφερναν πολεμώντας από πίσω κατάκαμπα. Κάμνει γιουρούσι και η περασμένη καβαλλαριά και η απέραστη. Σκοτώνουν ογδόντα καβαλλαραίους και όλα τα φορτώματα μεν εις την εξουσία των Ελλήνων. Οι Έλληνες εδόθησαν εις λάφυρα, και εγλύτωσαν οι Τούρκοι, διότι δεν τους επήραν κυνηγώντας. Επάσχισα με το σπαθί, με τες κολακείες διά να τους κινήσω, πλην δεν άκουαν, και έτσι εγλύτωσαν οι Tουρκοι. Εις αυτόν τον πόλεμο Τούρκοι ήσαν έξη χιλιάδες, οι περισσότεροι καβαλλαραίοι, Έλληνες ήσαν χίλιοι, όλοι Καρυτινοί. Ελαβώθη ο αδελφός του Κεχαγιάμπεη, Έλληνες δύο ,μά οι λαβωμένοι. Οι Τούρκοι πλέον δεν εβγήκαν από τα τείχη της Τριπολιτσάς, ήταν η ύστερή τους φορά, επολεμούσαν από τα τείχη, απελπίσθησθησαν δια να εύρουν πλέον ζωοτροφίας. Εις τας δέκα, δεκαπέντε Αυγούστου έγινε αυτός ο πόλεμος, ένας μήνας πριν παρθεί η Τριπολιτσά.
Επήγα μια νυκτιά και έπιασα του Μαντζαγρά. Εκάμαμε χα­ντάκια, και έκαμα και ήλθε ο Δημητράκης Δελιγιάννης με το σώ­μα του και έπιασε αυτό το χωριό, δέκα λεπτά μακριά από την Τριπολιτσα. Τα Τούρκικα άλογα άρχιζαν να αποσταίνουν, διότι δεν είχαν πλέον να φάγουν. Έστειλα τον Γενναίον και εμάζωξε Τσακωνίτες και Αγιοπετρίτες και τους έσμιξε με τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο και Γιωργάκη Τσάκωνα κι έπιασαν την Βουλιμή' δεν φθάνει το κανόνι εκεί -, παρομοίως έστειλα τον Κεφαλά με Μεσσηνίους κατά τον Άγιο Σώστη και εταμπουρώθη, και έτσι δεν τους αφίναμε με τελειότητα να σπαράξουν πλέον.

Οι Αρβανίτες άρχισαν να έχουν ομιλίες με ημάς. Αυτοί ήτον τρεις χιλιάδες και εκείνη ήτον η δύναμις της τουρκικής φρουράς. Με επρόβαλαν να τους αφίσω ν' απεράσουν και τους υποσχέθηκα, τους μεν Τούρκους εντοπίους να τους αφίσομε χωρίς τα άρματά τους και τους Αρβανίτας με τα άρ­ματα τους. Ομίλησα με τους άρχοντας, με τον Μαυρομιχάλη πρώτα και έπειτα έδωσα λόγον τιμής εις τους Αρβανίτες δια να αναχωρήσουν.

Κατά τον Ιούνιο μήνα, όταν επολιορκούσαμε την Τριπολι­τσά, εσήκωσα από τα Ντερβένια τον μακαρίτην Πάνο. Ο Πά­νος, ο Υψηλάντης, ο Γενναίος, ο Αποστόλης ήτον εις τα Βασι­λικά, επαρχία της Κορίνθου, διότι τους είπαν ότι ήλθαν Τούρ­κοι. Το στράτευμα εφτακόσιοι, με τον Υψηλάντην από την Αγία Ειρήνη αγνάντευαν τον στόλο που καίγει το Γαλαξίδι. Όταν επολιορκούσαμε στενά την Τριπολιτσα, έβγαιναν έξω οι πολιορκημένοι, στον πόλεμο τους πιάναμε, μεταξύ αυτών επιάσθη ο Χατζή Χρήστος, ο Κότσος. Οι Βούλγαροι ήτον σείζηδες, ως διακόσιους επιάσαμεν, ήτον χριστιανοί.

Εν ταυτώ άρχισαν οι Αρβανίτες να πραγματεύονται. -Ήτον ένας γραμματικός με τους Αρβανίτες, γραμματικός του Βελήμπεη και Αλμάσμπεη. Αυτός έκαμνε τον μεσίτην με τους Αρβανίτες να τους βγάλαμε. Οι επίλοιποι Τούρκοι μανθάνοντας το τραττάτο, ηθέλησαν να πάρουν μέρος και αυτοί Εβγαίνανε εις ένα μέρος, επήγαινε ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Δελιγιάννης, Κρεβατάς και άλλοι, και τους ελέγαμε, να αφήσουν τ' άρματα και να τους μπαρκάρομε όπου θέλουν. Εκείνοι έλεγαν: «Όχι, με τ' άρματα μας». Στέλνουμε στους Αρβανίτες, δια να εμπιστευθούν να εβγούν, τον Κολιόπουλο ως ενέχυρο. Βλέποντας οι Έλληνες, ότι θα πέσει η Τρίπολητσά, εμαζώχθηκαν είκοσι χιλιάδες (22 Σεπτεμβρίου). Καθώς εδοκίμασαν οι Αρβανίτες να φύγουν, επήδησαν οι Έλληνες μέσα από την τάπια του σεραγιού. Οι Αρβανίτες εβγήκαν έξω, επήραν τον Κολιόπουλο, ετράβηξαν κατά τον Μύτικα έως δυόμιση χιλιάδες. Μπαίνοντας τ' ασκέρι έβαλα τελάλη να μη σκοτώσουμε τους Αρβανίτες. Εβγήκαν ως δύο χιλιά δες, και μέσα εις την Τριπολιτσά έκοβαν.
Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Αρβανίτες κλεισμένοι εις τον πύργο δεν πείθονται εις την φωνή μου.

Εκεί που εβγήκα με τους Έλληνας, το πράγμα τους οι Aρβανίτες το είχαν στελμένο εις το τσαντήρι μου από ημέρας μπροστά τρεις. Πηγαινάμενος εκεί, δοκίμασαν οι Έλληνες να κτυπήσουν τους Αρβανίτες, εγώ τους είπα: «Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίτες, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορίξει εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα». Κι εμπήκα μπροστά με τους σωματοφύλακας μου, και εμίλησα των Αρβανιτών και ήρθαν ο Λιμάμπεης και ο Βελήμπεης, οι δύο αρχηγοί των Αρβανιτών, και τους εζήτησα δύο ενέχυρα, και τους έδωσα το πράγμα τους, δεκατρία φορτώματα. Εις το τραττάτο ήτον οι πρώτιστοι των Ελλήνων. Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής του. Επήρα τον Κολιόπουλο από τους Αρβανίτες και τους έδωσα τον Γιαννάκη Κο­λοκοτρώνη, Χρηστάκη και Βασίλη Αλωνιστιώτη.
Τον Κολιόπουλο τον ορδίνιασα με τριακόσιους ανθρώ­πους να τους ξεβγάλει. Έτσι τους επήρε εις τα Καλάβρυτα και εις την Βοστίτσα, και ο Κολιόπουλος εγύρισε οπίσω. Το ασκέρι οπού ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες τριά­ντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό. Έτσι επήρε τέλος. Τελάλη, να παύσει ο σφαγμός.
Του Σεχνετζίμπεη η φαμελιά έμεινε μ' εμέ, εικοστέσσεροι άνθρωποι. Τον Κιαμήλμπεη τον επήρε ο Γιατράκος ' ο Κεχα­γιάς έμεινε αιχμάλωτος με τα χαρέμια και τα περίλαβε ο Πετρό μπεης.
Μετά την νίκη του Βαλτετσίου του είχα γράψει ένα γράμ­μα και του έλεγα ότι: «Σ' ενόμισα τακτικόν και ήλθες κλέφτικα να πολεμήσεις. Μανθάνω ότι κάνεις προσκυνοχάρτια εις τους Ρωμαίους, δεν είναι καιρός τώρα δια τους Τούρκους να δίνεις προσκυνοχάρτια, αλλά είναι των Ελλήνων καιρός να δί­νουν εις τους Τούρκους, και ελπίζω να σου δώσω ράγι, αν γλυτώσεις, να πας εις τον τόπο σου. Βάστα όσο μπορέσεις και καλήν αντάμωσιν εις το σαράγι σου». Και ο Θεός το ήφερε και εσμίξαμε εις το σαράγι. «Ήμουν σκλάβος εις τους Ρούσσους, έλεγε ο Κεχαγιάς, καλλίτερα να χαθώ εις τους Έλληνας, αλλού θα με στείλει ο Σουλτάνος να χαθώ». - «Μη φοβάσαι, δεν φονεύομε όσους επροσκύνησαν». Τους επαραδώκαμε εις την φύλαξη των Μαυρομιχαλέων. Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσα, με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα. «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί», και διέταξα και τον έκοψαν. Επαρηγορήθηκα και δια τον σκοτωμό των Τούρκων. Όταν εκίνησα δια να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν η καρδιά των Ελ­λήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο. Από βουνό εις βουνό είχα τουφέκια με φωτιές και εις ολί­γες στιγμές έδιδα είδησιν εις τα μακρινά στρατεύματα. Μία φορά εις τα Τρίκορφα ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος από το Ζυγοβίστι, τον οποίον είχα γραμματικό τότε, με ήβλεπε οπού αγωνιζόμουνα εις τας 24 ώρας. Εις τας 20 επήγαινα εις την τέντα μου και έτρωγα ολίγο ψωμί. Μου είπε: «Αϊντε Κολοκο­τρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου, και η Πατρίς σου θέλει σε ανταμείψει». Εγώ του απεκρίθηκα ότι: «Εμένα η πατρίς θα πρωτοεξορίσει», και η τύχη το ήφερε και αλήθευσα. Είχαμε σχέδιο να προβάλομε εις τους Τούρκους της Τριπολιτσάς να παραδοθούν, και έτσι να στείλομεν ανθρώπου μέσα να μαζευθούν όλα τα λάφυρα, και έπειτα να τα διαμοιράσουν κατ' αναλογίαν εις διαφόρους επαρχίας και να βγάλουν δια το έθνος, αλλά ποιος ήκουσε. Η Καρύταινα από τη αρχήν της πολιορκίας της Τριπολιτσάς έως την πτώσιν της έδωσε σαρανταοχτώ χιλιάδες σφαχτά και εράνους από του ευκατάστατους.
Πηγές:
Θ. Κολοκοτρώνη -Απομνημονεύματα