"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Η πορεία του Κολοκοτρώνη από την Καρδαμούλα στην Τριπολιτσά.

ΤΕΛΟΣ πάντων, το μυστήριον της Εταιρίας άρχισα να διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους, και καλούς και κα­κούς, και εβιασθήκαμε να κινήσομε μίαν ώραν αρχήτερα την επανάσταση. Ο Ντιόγος το εμαρτύρησε εις τον Αλή πασά. Έτσι λοιπόν εις τας 3 Ιανουαρίου ανεχώρησα από την Ζάκυνθον και εις τας 6 Ιανουαρίου έφθασα εις την Σκαρδαμούλα, εις του πατρικού μου φίλου καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου. Το κίνημα μας έγινε εις τας 22 Μαρτίου, εις την Καλαμάτα. Από τας 6 του Ιανουαρίου, έως εις τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα εις την Μάνην να ενώσομε διάφορα σπί­τια Μανιάτικα κατά την συνήθειάν τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώ σαμε. Έστειλα και εις τας επαρχίας της Μεσση­νίας, Μιστράς, Καρύταινας, Φαναριού, Λεο νταριού, Αρκα­δίας, της Τριπολιτσάς, και ήλθαν εκεί οπού ευρισκόμουν, και τους έλεγα, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθεί εναντίον των Τούρκων των τοπι­κών, και να τους πολιορκήσουν εις τα διάφορα φρούρια, κα­θώς οι Αρκαδιανοί να πολιορκήσουν το Νεόκαστρο, οι Μοθωναίοι την Μοθώνη και ούτω καθεξής.
Αφού επροετοιμάσαμε και συναγροικήθημεν, ο Ζαΐμης με τους άλλους, αναγκασμένοι να υπάγουν εις την Τριπολιστά ή να μείνουν έτσι, εκτύπησαν τον Βοϊβόδα των Καλαβρύτων. Οι Τούρκοι με έμαθαν ότι ήλθα και με ενόμιζαν ότι ήλθα με πέ­ντε με έξη χιλιάδες, εγώ ήμουν με τέσσερους. Ήλθαν Αρκα­διανοί και Μιστριώται Τούρκοι με ραγιάδικα σκουτιά ενδυμένοι, και ήλθαν να ιδούν με πόσους ήμουν, και εγώ έπαιζα τες αμάδες και εγύρισαν οπίσω και έλεγαν, ότι: «Ευρήκαμε ένα γέρο και έπαιζε τες αμάδες». - Επήγα εις τον Μούρτζινο, ως φίλο μου πατρικό. Ο Μαυρομιχάλης είχε το όνομα Μπέης, αλλ ο Μούρτζινος είχε τη δύναμη εις την Μάνη. Ερωτήθη τό­τε ο Μαυρομιχάλης δια τον ερχομό μου, και αυτός απεκρίθη, ότι εδυστύχησε εις την Ζάκυνθο και ήλθε εις τη Μάνη δια να τον βοηθήσουν οι φίλοι του και να επιστρέψει οπίσω. Και εις αυτό εφέρθηκε πολλά καλά, αλλά δεν είναι αληθινό ότι με επρόδωσε εις τους Τούρκους. Δε είχε την δύναμιν να το κά­μει και αν ήθελε, και εκτός της φιλίας οπού είχαμε με τον Μούρτζινο, είναι συνήθεια εις τη Μάνη να υπερασπίζονται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των.

Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε τους Τούρκους εις την Κα­λαμάτα, τον Αρναούτογλη, σημαντικό τούρκο της Τριπολι-τσάς. Είμεθα δύο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος· Δυτική Σπάρτη. Εκατό ήτον οι Τούρκοι μεινεμένοι, ως δέκα χιλιάδες η φήμη τους μεγάλη. - Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζανετάκης με την Κακαβουλιά εκινήθη δια τον Μιστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μιστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει υποψία, επροσκάλεσαν τους προεστούς και Δε­σποτάδες, και αυτοί επήγαν. - Ήτον έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται, αφού επήραν λάφυρα, προ­χωρούν και πολιορκούν την Μονοβασια. Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευση, πόθεν να πρωτοκινήσομε τα στρατεύμα­τα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μην βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστια­νούς. Εγώ δεν εστρέχθηκα, είπα να πάμε εις την πάλαιάν Αρ­καδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Τότενες τους είπα: «Εάν μου δώσετε βοήθεια από τούτο το στράτευ­μα, καλώς, ειμή αναχωρώ να υπάγω εις το κέντρο». Είχα λά­βει γράμμα από τον Κανέλο, μ' επροσκαλούσε, ότι είχε δέκα χιλιάδες άρματα, και να έμβω επί κεφαλής. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες. Έλαβα διακόσιους από αυτόν και εβδομή­ντα από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με τριάντα εδι­κούς μου εγενήκανε τριακόσιοι, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα. Οι Ανδρουσιανοί Τούρκοι, τριακόσιοι εξήντα άνδρες, μανθά νοντας ότι είμεθα ασκέρι φεύγουν, πά­νε στα κάστρα της Μεσσηνίας. Κινώντας εγώ, είχαν μίαν προθυμίαν οι Έλληνες, οπού όλοι με τας εικόνας έκαναν δέηση και ευχαριστήσεις. Μου ήρχετο πότε να κλαύσω... από την προθυμίαν που έβλεπα. Ιερείς έκαναν δέηση. Εις τον ποταμό της Καλαμάτας ανασπασθήκαμε και εκινήσαμε.

Τας 24 τον Μάρτη 1821 εφθάσαμε εις ένα χωριό της Μεσ­σηνίας, Σκάλα λεγόμενον, που είναι καμμιά πενηνταριά οικο­γένειες. Όσοι άνδρες ήτον, τους έστειλα πεζοδρόμους, και τους έλεγα: «Σύρτε στα κάστρα, πολιορκήσετε, και σας προφθάνω με τρεις χιλιάδες» - στρατήγημα. Την αυγή εξημέρω­σε εις τες 25 του Ευαγγελισμού. Έμαθαν εις το Λεοντάρι ότι εβγήκα με τόσες χιλιάδες Μανιάτες, παίρνουν τα ζώα των ρα­γιάδων και ανεχώρησαν δια την Τριπολιτσά. Κινώντας από την Σκάλα, έρριξα καμμιά χιλιάδα τουφέκια, τρεις μπαταρίες δια να τ' ακούσει ο κόσμος, να σηκωθεί κατά την παραγγελίαν. Ακούοντες οι Γαραντζαίοι τα τουφέκια, εσκότωσαν τους κεχα­γιάδες, αυτοί ήθελαν να φύγουν, και έγινε αρχή του σκοτω­μού. Εκίνησα να έβγω εις το Δερβένι του Λεονταριού δια την παλαιά Αρκαδία. Απαντάω ένα μεζίλι από τους Έλληνας και μου λέγει, ότι οι Λεονταρίτες έφυγαν και επήγαν ίσια στο Φραγκόβρυσο και snr α εγύρισαν πίσω, και έκοψαν δύο τρεις Έλληνες. Εβδομήντα καβαλλαραίοι ήτον. Είπα: Τρέξετε να τους κλείσετε και έφθασα οπίσω εις το Λεοντάρι».

Την ίδια ημέρα του Ευαγγελισμού συνάζονται οι Φαναρίτες, λέγουν εις τους Τούρκους να τραβηχθούν εις την Τριπολιτσά, διατί δεν ηξεύρουν τι είναι. Μαζώνονται Φαναρίτες και Μουντριζάνοι κι άλλοι μουρτατοχώρια αριθμός των χίλια εφτακόσια τουφέκια. Εσυνάχθησαν απέξω από την Αδρίτσαινα δύο ώρες, σε μια βρύση, Σουλτίνα λεγόμενη, είχαν τρεις χιλιάδες ζώα των ραγιάδων μαζί τους. Την ίδια ημέρα οι Αρκαδιανοί (της θαλάσσης) σινάζονται ολίγοι, και ο Πρωτοσύγκελος και άλλοι παρακινούν τους Τούρκους να τραβηχθούν εις τα κάστρα, και τους έδωσαν ζώα, τους ξέβγαλαν ίσια με το Νιόκαστρο και εκεί τους πολιόρκησαν, αφού εσυνάχθη σαν και από άλλες επαρχίες. Επολιόρκησαν Ναυαρίνο, Μοθώνη και Κορώνη. Επήγαν και Μανιά τες. Οι Ανατολικοί εις την Μο­νοβασιά. Οι Καλαβρυτινοί και οι Πατραίοι και οι Κοστιτσάνοι πολιορκούν την Πάτρα και Καστέλι. Ήτον αρχηγοί Ζαΐμης, Σωτήρης Χαραλάμπης, Ανδρέας Λόντος και λοιποί. Ο Σισίνης με τους Γαστουνέους και οι Πυργιώτες με τον Βιλαέτη εβάρεσαν τους Γαστουνέους Τούρκους. Και αυτοί κλείονται εις το Χλουμούτζι (Καστέλ - Τορνέζε). Μανθάνοντας τούτο οι Λαλαίοι, υπάγουν, τους παίρνουν από το Χλουμούτζι με τες φα­μελιές τους, και τους επήγαν εις του Λάλα.

Τότε τα νησιά έκαμαν προκλαματσιόνες: να μη έβγει κα­νείς από τα νησιά εις βοήθειαν των Ελλήνων. Ζακύνθιοι κρυφίως έφευγαν, χωριάτες και χωραΐτες, και έγιναν συμβοηθοί των κινδύνων, και το πράγμα τους το εδημευσαν τόσο και οι Μεταξάδες με άλλους πολλούς Κεφαλονίτας κρυφίως εβγήκαν εις την Γαστούνη και τους δήμευσαν το πράγμα τους. Η Δυτική Ρούμελη (η Τούρκικη), τότε είχε την σκοτούρα του Αλή πασά, γιατί οι Σουλιώτες έπιασαν το Σούλι. - Η καταδρο­μή κατά του Αλή πασά μας βοήθησε πολύ. Έπρεπε πρώτα να πάγει αυτός, ήτον μεγάλο θηρίο. - Η Ανατολική Ελλάς, ο Οδυσσέας, Γούρας, Διάκος και Πανουριάς εκίνησαν ενταυτώ το τουφέκι εις την Ανατολική Ελλάς (Απρίλιος).

Οι Σπέτσες επρωτοσηκώθηκε' έστειλαν εις την Ύδρα, και οι Υδραίοι δεν ήτον ακόμη σηκωμένοι. Οι νοικοκυραίοι δενήθελαν να σηκωθούν. Ο Κουλοδήμας, καπετάν Αντώνης και ο Γκίκας του Θ. γαμβρός του Μιαούλη και ο Πέτρος Μαρκέζης, εσυνώμοσαν με τον λαόν και είπαν των αρχόντων: «Ή σηκώνεσθε και εσείς, ή θα βάλομε φωτιά να σας κάψομε, μόνον ορδινιάσθε τα καράβια σας». Τους υποχρέωσαν, έδωσαν γρόσια και εβγήκαν. Τα Ψαρά εκίνησαν αυτοθελήτως, και η Σάμος.

Εγώ εις τας 25 οπού εκίνησα από τη Σκάλα, βγαίνοντας εις το Δερβένι του Λεονταριού, απάντησα ένα πεζόδρομο σταλμέ­νο από τον Βασίλη Μπούτουνα Καριότη, και μου έγραφε, ότι: «Οι Τούρκοι της Καρυταίνης και ο Βόϊβοδας του Ιμπλακίου Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθηκαν εις το παλιόκαστρο της Κα­ρύταινας. Και δύο προεστοί της Καρύταινας, ο Σπήλιος Κουλάς και ο Μιχάλης, δεν ήτον εις την Εταιρία μπασμένοι και δεν ήξευραν τι εγίνετο, και επαρακίνησαν τους Τούρκους να μη φύ­γουν, αλλά να μείνουν εις το κάστρο. Ο κάμπος της Καρύται­νας δεν ηθέλησε να πιάσει τα άρματα». Έτσι μ' έγραφε αυτός.

Εγώ δεν έλειψα να κάμω μία προσταγή, και επάτησα τη βούλα μου: «Όποιο χωριό δεν ήθελε να ακολουθήσει τη φωνή της Πατρίδος τσεκούρι και φωτιά». Μανθάνοντας ότι εβγήκα εις το Δερβένι, οι εβδομήντα καβαλλαραίοι ευθύς αναχώρησαν δια την Τριπολιτσά. Εγώ επήγα σε ένα χωριό Τετέμπεη, ανάμε­σα Λεοντάρι και Καρύταινα. Οι Μανιάτες μου είπαν: «Να πάμε εις το Λεοντάρι»· τους είπα: «Να πάρομε χαλκώματα;» - Την αυγή εξημέρωσε, στες 26, έρριξα χίλια τουφέκια. Έκαμα να πάγω εις την Καρύταινα, να ακαρτερεσω τους Φαναρίτας και τους Καρυτινούς, και ακούοντες τες μπαταρίες ο κόσμος εκινήθηκαν όλοι. Εις τον δρόμο απάντησα ένα γράμμα του Βασίλη Μπούτουνα, και μου έλεγε: Ιδές το γράμμα των Φαναριτών που κάθονται εις την Σουλτίνα. Το έγραφαν εις τους Καρυτινούς Τούρκους, και έγραφε το γράμμα, ότι αύριο περνάμε δια Τρι­πολιτσά, είμεθα τόσοι ετοιμασθήτε να ενωθούμε. Εβγήκε ο Κολοκοτρώνης με τόσες χιλιάδες Μανιάτες. Ο Βασίλης είχε σκο­τώσει τον Τούρκο εις το γεφύρι της Καρύταινας που είχε το γράμμα. Βλέποντας το γράμμα εκίνησα να πιάσω τον τόπο, που ήθελαν να απεράσουν οι Φαναρίτες. Βγαίνοντας αγνάντια εις την Καρύταινα οι Τούρκοι και βλέποντας τα μπαϊράκια, και μη ξεχωρίζοντας το σταυρό, έλεγαν ότι είναι Τούρκοι, και πάμε μεντάτι. Εγώ ετράβηξα έναν τόπο στενό. Έλεγα ότι θα απερά­σουν την ίδια ημέρα δια να τους κτυπήσω. Εμήνυσα χωριατών που ήτον εις το στενό εκείνο, να μου ειπούν δια τους Τούρκους τους Φαναρίτας, και μου είπαν: «Δεν έχουν είτε είδηση· εις την βρύση κοιμούνται απόψε και ταχύ θ' απεράσουν». Κι έγραψα έναν τεσκερέ ενός Ανδριτσάνου, Παναγιώτη Γιατρόπουλου να κινήσει τα άρματα, να τους φέρνει αποπίσω και εγώ τους καρ­τερώ απεμπροστά. Σαν είδα, ότι οι Τούρκοι δεν ήτον την ημέρα εκείνη δια κίνημα, επήρα την χώρα της Καρυταίνης, και έκλεισα τους Τούρκους εις το κάστρο (ημέρα 26). Στις 27 εσηκώθηκα χαραυγή, με τα χαράματα, και άφηκα τους Καρυτινούς κπμμιά δεκαπενταριά νομάτους, κι εγώ έπιασα το στενό. Την ίδια νύ­κτα, που ήμουν εις την Καρύταινα μου ήλθε είδησις από τον Παναγιώτη Γιατρόπουλο, ότι: «Στείλε μας στράτευμα, διατί ημείς δεν εσυναχθήκαμε ακόμα» - παλιανθρωπιά.

Την αυτήν ημέραν που εκίνησα, ήγουν 27, με έφθασε ένας ντεσκερές του μακαρίτου του Μπεηζαντέ Ηλία, ότι έφθασε με διακόσιους Σπαρτιάτας εις το Λεοντάρι, και του έγραψα, ότι να φθάσει γλήγορα, γιατί σήμερο έχομε τουφέκι. Από εκεί οπού του έγραφα έως εις το Λεοντάρι είναι τέσσερις ώρες τραβηκτές, και κατά τύχη έντεσε παλιάνθρωπος ο πεζός και δεν επήγε, που να φθάσουν εις τον πόλεμο. Κι εγώ επήγα εις το στενό, εις τον Άγιο Αθανάσιο. Την αυγή εξαγνάντησε το στράτευμα το Φαναρίτικο (οι Τούρκοι) μία ώρα αλάργα, και ο τόπος στενός, και φορτώματα, και εκρατούσε δύο ώρες ο μά­κρος τους, η σειρά τους, και βλέποντας μας ευθύς εμβήκαν το τουφέκι ομπροστά δια να πολεμήσουν, και ημείς είχαμε τα­μπούρια και επολεμήσαμε έξη ώρες. Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε ένα πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα: Τριακόσιοι ήτον οι πρώτοι, χίλιοι εφτακόσιοι οι Τούρκοι. Από τες έξη ώρες έσωσαν τα φουσέκια τους, ελαβώθηκε ο Βοϊδής, ο Δουράκης, εσκοτώθηκαν πέντε - έξη. Εις το μεσημέρι έσωσαν τα φουσέκια. Μου λένε το στράτευμα, να τους ανοίξομε - όμως τα Κολιόπουλα ήτον έξη ώρες μακρυά εις το ποτάμι του Ρουφιά, εις χωριό Τζούκα, εφύλαγαν δια τους Λαλαίους. Ακούο­ντας το τουφέκι, εκίνησαν, πλην δεν έφθασαν (είχαν τετρακό­σιους) εις την ώραν, αλλ' έπειτα από μισή ώρα. Οι Τούρκοι εσκοτώθηκαν δεκαπέντε, επολεμούσαν με καρδιά, διότι είχαν το βιο τους και τες γυναίκες τους. Αν έφθαναν τα Κολιόπου­λα, ο Γεωργάκης και ο Δημήτρης, ήθελε χαλασθούν οι Τούρ­κοι. Επήραν οι Τούρκοι τη θέση μας. Ακούοντας την μπατερία των Κολιαίων, εβγήκαν αγνάντια να ιδούν. Βλέποντας ότι μας έρχεται μεντάτι, τότενες οι Σπαρτιάτες επήραν τους λαβωμέ­νους και έμεινα με πολλά ολίγους. Ακούοντας την μπατερία εφράξαμε τον τόπο να μην περάσουν οι Τούρκοι από το γεφύ­ρι, με είκοσι ανθρώπους. Εκούναγα το μπαϊράκι δια να με γνωρίσουν τα Κολιόπουλα, είχε πιασθεί ο λαιμός μου από τες φωνές της ημέρας. - Οι Τούρκοι βγαίνουν εις βοήθεια από το κάστρο, διώχνουν εκείνους που ήτον στη χώρα. - Κυνηγούμε τους Τούρκους με τα γυναικόπαιδα, πεντακόσιες ψυχές εχάθηκαν εις το ποτάμι της Καρύταινας, μην ημπορώντας ν' απε­ράσουν από το γεφύρι, το οποίον το είχαμε πιασμένο. Οι Έλληνες έπαιρναν τα ζώα, τα άτια όλα λαβωμένα. Δεν τους εχώραε το Καστράκι, και ήτον απέξω σαν το μελίσσι (η πρώτη νίκη κατά Τούρκων - των Καλαβρύτων πρώτα).

Ημείς τους επολιορκήσαμε. Μετά το εσπέρας έφθασε και ο Ηλίας Μπεηζαντές από το Λεοντάρι. Στες 28 ήλθε και ο Κανέλος με διακόσιους Καρυτινούς. Ο Αναγνωσταράς και ο Παπαφλέσσας εκίνησαν δια την Αρκαδία με πεντακόσιους ανθρώ­πους. Σαν οι Αρκαδιανοί ήτον φευγάτοι, εγύρισαν και ήλθαν εις την Καρύταινα με χίλιους. Σε δύο ημέρες εγινήκαμε έξη χι­λιάδες. Οι Τούρκοι οπού ήτον κλεισμένοι, άφησαν τα ζώα τους έξω, τα πήραν οι Έλληνες. Δεν είχαν νερό, τροφάς. Τον Νικη­ταρά, τον είχα σταλμένον με εκατό νομάτους εις το Φραγκόβρυσο, εις την Τριπολιτσά, δύο ώρες απέξω. Εκείνες τες δύο ημέρες οπού εσυνάχθημεν, ο Μουσταφάγας ενδύνει δύο Τούρκους ραγιάδικα, τους δίνει πεντακόσια γρόσια· επήγαν εις την Τριπολιτσά δια να έλθει μεντάτι και να τους πληρώσει όλους, όσοι έλθουν εις βοήθειάν τους. Έξω βγαίνοντας οι πε­ζοδρόμοι δύο ώρες, τους εκατάλαβαν άνθρωποι, πλην δεν τους έπιασαν. Δίδοντας το γράμμα ορδινιάσθηκαν δύο χιλιά­δες, και ήλθαν βοήθεια των Καρυτινών και Φαναρίτων. Εγώ, σαν έμαθα τους πεζοδρόμους, υποπτεύθηκα ότι θα ερθεί με­ντάτι. Έκαμα ευθύς συνέλευση εις το στρά τευμα, έδωκα γνώ­μη να πάει ο Αναγνωσταράς με δύο χιλιάδες εις του Σάλεσι, μακρά απ' την Τριπολιτσά τέσσερες ώρες και τέσσερες από την Καρύταινα, να εμποδίσει το μεντάτι αν κινήσει από Τριπο­λιτσά, αν δεν ημπορέσει να τους βαστάξει, να έλθει οπίσω, - να πάρουν φόβο οι Τούρκοι οπού να μην προσπεράσουν κατά την Καρύταινα. Αυτός μου αποκρίθηκε: «Δεν κάνει να χαλάσομε το ορδί, οπού είμεθα συναγμένοι». Τους είπα άλλη μία γνώμη: «Να πάρω εγώ πεντακόσιους...». Με αντέσκοψεν. Έτσι έμεινε το πιάνο εκείνο. Τους Τούρκους τόσο τους εστονοχωρήσαμε, οπού δεν ημπορούσαν να έβγουν ένα αχνάρι.
Την άλλην ημέρα ξημερώνοντας, Απριλίου Ή, εβγήκε το μεντάτι από την Τριπολιτσά, και εβγαίνουν εκεί οπού έλεγα να πάγει ο Αναγνωσταράς, και βάνουν φωτιά αγνάντια. Βλέποντας τες φωτιές, λέγομεν: «Το μεντάτι είναι». Έστειλαν δια να έβγουν καταπατητάδες, αυτοί επήγαιναν και απόκριση δεν μας ήφερναν. Επείσμωσα και τους είπα: «Να πιάσουν τρία κα ταράχια, δια να καρτερέσομε τους Τούρκους να πολεμήσο­με». Και εγώ επήρα ένα άλογο και ένα μπαϊράκι εις το χέρι, και το κιάλι, και αν είναι Τούρκοι, να κλείσω το μπαϊράκι, αν δεν εί­ναι, να το ανοίξω. Με ακολούθησαν και δύο με τα πόδια. Όσο να έβγω εις την ράχη, απόστασε το άλογο- το έδεσα εις ένα κλαδί και εγώ εβγήκα εις την ράχη. Έβαλα το κιάλι, είδα τους Τούρκους οπού ήρχοντο και έκλεισα το μπαϊράκι. Οι Έλληνες αρχίζουν να φεύγουν, αφού έκαμα το σημείον. Εγώ, έκανε κρύο, αέρας. Επέρασα από ένα τσοπανάκι, μία καποτίτζα άσπρη - ήμουν ιδρωμένος - κι εγύρισα πίσω να πάγω εις το στράτευμα. Οι άνθρωποι μου έφευγαν. Ο Καβαδίας μου επή­ρε το άλογο. Εγύρισα πίσω εις το ορδί αποσταμένος. Ευρίσκω τον μακαρίτη τον Ηλία που επολέμαε. Το άλλο ορδί επήρε τα βουνά. Τα Κολιόπουλα επολεμούσαν το αποκείθε μέρος του κάστρου. Εβγήκα και τον εσήκωσα τον Μπεηζαντέ από εκεί, διατί έμενε μοναχός του, και εβγήκαμε όλοι σε μία ράχη, και τους λέγω: «Να κρατήσουμε τούτη τη ράχη, διατί αν τους βγά­λουν και τουτουνούς, να τους πέσομε από κοντά ίσιαμε την Τριπολιτσά». Ο Αναγνωσταράς έπιασε το γεφύρι με χίλιους. Ο Παπαφλέσσας, ο Κανέλος επήραν την απάνου στράτα, εγώ έμεινα μοναχός μου, οι Έλληνες ετσάκισαν, εκρύφθηκα εις κάτι κλαριά, τες δύο πιστόλες μου ασηκωμένες. Δώδεκα Τούρκοι εκυνηγούσαν το ένα μέρος των Ελλήνων, δέκα τους άλλους, κατά το γεφύρι τον Αναγνωσταρά, και άλλοι τον Πα­παφλέσσα και Κανέλο. Ενόμιζαν οι Έλληνες, ότι τους ακολου­θούν οι άλλοι. Επροσπέρασαν οι Τούρκοι. Τους είδα έπειτα κι εγύρισαν από σιμά μου. Η καποτίτσα μ' εγλύτωσε, γιατί εφορούσα κόκκινο μεϊντάνι και η καποτίτσα το σκέπαζε.

Εις τα βασιλεύματα του ηλίου εβγήκα αγνάντια εις τους δικούς μας εις το γεφύρι. Καθώς με είδαν... «Που ήσουν;» -«Εκεί που μ' αφήκατε κρυμμένος». Προβάλλω να τους πά­ρουν καταπόδι έως εις την Τριπολιτσά. Οι Έλληνες δεν θέλουν. Τα Κολιόπουλα ετράβηξαν εις την Ηλιοδώρα, ο Παπα­φλέσσας και Μπεηζαντές πάγει εις την Δημητσάνα, ο Κανέλος εις τα Λαγκάδια, πάγει τες φαμιλιές εις το Μέγα Σπήλαιο.

Την ομιλίαν οπού είπα με άκουσαν εκείνοι οπού ήτον εις το γεφύρι. Ήτον μια ώρα νύκτα περασμένη και σκοτάδι και τους λέγω-έκαμα το σταυρό μου: -«Όσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου». Εκίνησα, με ακολουθούν διακόσιοι, και ο Αναγνωσταράς και ο Μπούρας από τους Κωνσταντίνους, και είχα να περάσω εις ένα μονοπάτι είκοσι χρόνους. Ίσα εις το μοναστήρι εις τον Άγιο Γιάννη απάντησα τους Στεμνιτσιώτας και ήφερναν τες φαμιλιές τους να κλεισθούν εις το Μοναστή­ρι Αγιάννη, τους λέγω: «Που πάτε Στεμνιτσιώτες;» - Βιαζόμεθα ... - Ελάτε κοντά, εγώ είμαι καλός να απαντήσω τους Τούρ­κους». Ανέβηκα εις την Στεμνίτσα, μακρά από το Μοναστήρι μία ώρα. Έβαλα ντελάλι, ότι να μην σεισθεί από μέσα κανέ­νας. Με έμαθαν ότι ήμουν εις την Στεμνίτσα ο Φλέσσας και ο Μπεηζαντές και ήλθαν και με ηύραν. Την αυγή οπού εξημέρω­σε τους είπα, ότι: Να πάμε να πιάσομε την Λαγκάδα" οι Τούρ­κοι θα περάσουν από εκεί, να τους βαρέσομε. Και κοντά εις την Λαγκάδα είναι ένα χωριό Χρυσοβίτσι, και ετράβηξα με τους τρακόσιους. Στο δρόμο εκρύφθηκαν οι Έλληνες· εκατό τους έφαγε το φεγγάρι, ώστε να πάμε στο Χρυσοβίτσι. Τότενες τα χωριά τα Βλαχοχώρια έλειπαν στα χειμαδιά και δεν ήτον άνθρωποι. Ηύραμε έναν άνθρωπο, τον ερωτήσαμε, αν οι Τούρκοι επέρασαν από την Λαγκάδα, και μας είπε ότι: «Χθες επέρασαν δέκα εφτά νομάτοι, και επήγαιναν πέντε - έξη χιλιά­δες πρόβατα και δεν ευρέθηκε άνθρωπος να τους τουφεκί­σει». Ο Νικηταράς που ήταν εις το Φραγκόβρυσο εκτύπησε τους πολλούς, επήρε ζωντανά, εσκότωσε πέντε - έξη ανθρώ­πους, και οι Τούρκοι ετραβήχθηκαν όλοι εις την Τριπολιτσά.
Την αυγή, με τα ξημερώματα, μου λέγουν: «Τι να κάμουμε εδώ; Να αναχωρήσομε, να πάμε εις το Λεοντάρι, να συνάξο-με στρατεύματα, να ιδούμε τι απογίνεται εκείνος ο κόσμος», και χίλιες αφορμές. Εγώ τους είπα: «Δεν έρχομαι, κάθομαι εις τούτα τα βουνά που με γνωρίζουν τα πουλιά και με τρων καλλίτερα, γειτονικά». Δεν είχα άνθρωπο εδικό μου, επαρχιώ­τη μου, ένα άλογο είχα.
Ο Αναγνωσταράς, Μπεηζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεο­ντάρι, έμεινα μόνος μου με το άλογο μου εις το Χρυσοβίτσι. Γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: «Μείνε μαζί του, μην τον φάνε τίποτες λύκοι». Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου- ήτον μια εκκλησιά εις το δρόμο (η Παναγία στο Χρυσοβίτσι), και το καθησιό μου ήτον οπού έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου, βοήθησε και τού­τη τη φορά τους Έλληνας δια να εμψυχωθούν!» και επήρα ένα δρόμο κατά την Πιάνα. Εις το δρόμο απάντησα τον ξάδελφο μου Αντώνιον του Ανάσταση Κολοκοτρώνη με εφτά ανιψίδια μου, εγινήκαμε εννιά και το άλογο μου δέκα- εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι. Εις την Πιάνα δεν ήτον κανείς, με λέγει ο Αντώ­νης Κολοκοτρώνης, ούτε εις την Αλωνίσταινα, - φευγάτοι.

Έρριξα εις την Αλωνίσταινα, με εγνώρισαν, εκατέβηκαν καμμιά εικοσαριά, τους έκαμα όλους πεζοδρόμους. Έστειλα εις όλα τα χωριά να κάμω ορδί. Σε τρεις ημέρες έμασα τρια­κόσιους και έρριξα το ορδί μου εις την Πιάνα, αγνάντια από την Τριπολιτσά τρεις ώρες. Τότενες τα χαρατσοχάρτια έμβαιναν εις την Τριπολιτσά, και είπαν: «Ο Κολοκοτρώνης είναι με τρακόσιους εις την Πιάνα». Βγαίνουνε τέσσερις χιλιάδες Τούρκοι, και μας εξημέρωσαν εκεί. Βλέποντας, έλεγα, ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι· τους έβλεπα με το κιάλι, το κιάλι δεν το έδιδα σε κανέναν τους παρηγορούσα. Έδωσαν μία φωτιά, ετσακίσανε οι δικοί μας, έμεινα μόνος μου με το άλογο μου οπίσω. Επήρα τον δρόμο της Αλωνίσταινας· εις τον δρόμο ηύ­ρα τον Νικολό τον Μπούκουρα αποσταμένο και τον έβαλα πισωκάπουλα. Ημείς τη μια μεριά, οι Τούρκοι από την άλλη, επηγαίναμε εις την Αλωνίσταινα. Οι Αλωνιστιώτες ετουφέκαγαν από το ψήλωμα, να μην μβουν οι Τούρκοι μέσα και εχασομέραγαν. Όντας επήγαινα με τον Μπούκουρα έλεγα: «Ελάτε σκυλομουρτάτες!» - ο Μπούκουρας έλεγε: «Μην τους πεισμώ­νεις». Ο Κανέλος Δελιγιάννης ήρχετο με εκατό νομάτους, με φορτώματα- εμβήκαν οι Τούρκοι, του επήραν τα φορτώματα.

Απαντήθηκα με τον Κανέλο. Όσους είχε ο Κανέλος κοντά του εφοβήθηκαν, επήγαν εις τα χωριά τους. Έμειναν με τον Κανέλο έντεκα νομάτοι. Οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό και εγύρισαν πίσω στην Τριπολιτσά. - Παίρνω τον Κανέλο δια νυ­κτός, τόπο σε τόπο, και εξημερώσαμε εις ένα χωριό του κά­μπου, εις την άκρα του κάμπου της Καρύταινας. Οι καμπίτες και οι βουνήσιοι επέρασαν το άλλο μέρος κατά το Φανάρι, εις ένα βουνό Δραγουμάνο και ήτον την μεγάλη Τετράδη. Από την πείνα μας εψήσαμε ένα αρνί κι εφάγαμε. Απόλυκα πεζο­δρόμους εις το Λεοντάρι, που ήτον συναγμένοι καπετανέοι, τους είπα: «Να ζυγώσουν κοντά εις την Τριπολιτσά, εις την Μαρμαριά, Παπά Φλέσσας, Μούρτζινος, Αναγνωσταράς». Έτσι ήλθανε εις την Μαρμαριά το μεν Μιστριώτικο στράτευ­μα και ο Κυριακούλης και ο Βρυσθένης και τ' Αγιοπετρίτικα στρατεύματα. Ήτον και δύο χιλιάδες εις τα Βέρβενα, και παίρνει καμμιά χιλιάδα ανθρώπους ο Κυριακούλης και έρχε­ται εις την Βλαχοκερασια μπροστά από ημάς. Του εγράψαμε να έλθει να κάμουμε ένα σώμα δεν ηθέλησε- είπε: «Καλό πό­στο κρατώ, κι αν έλθουν οι Τούρκοι απάνωμας, να μας ελθήτε μεντάτι». Ανήμερα τη Λαμπρή είχανε βάρδια, ο Κυριακούλης τοπικούς και τους επρόδωσαν, και εβγήκαν δύο χιλιάδες Τούρκοι με τα χαράματα της αυγής και τους επλάκωσαν και επολέμησαν ολίγην ώρα και εσκότωσαν καμμιά δεκαπεντα­ριά από τους Έλληνας- εσκότωσαν τον περίφημο Αντώνιον Νικολόπουλο, τον Παναγή Βενετσιάνο, και ο Κυριακούλης αναχώρησε με το λοιπό στράτευμα, και πάγει στο Μιστρά. Ακούοντας ημείς τον πόλεμο, εκινήσαμε εις μεντάτι, ήτον δυό ώρες μακρά, και όσον να πάμε ημείς, δεν ευρήκαμε ούτε Έλληνας, ούτε Τούρκους. Τα σπίτια καημένα, τους δεκαπέ­ντε κοψοκέφαλους. Εγυρίσαμε οπίσω εις την Μαρμαριά.

Τες ίδιες ημέρες ήλθε το παιδί μου, ο μακαρίτης ο Πάνος με τον Γενναίο, με τριάντα νομάτους, και μ' εγύρευαν. Το ορ­δί το άλλο ήτον εις τα Βερβενα, με τον Βρυσθένη, Π. Γιατράκο, Ζαφειρόπουλο. Ερχόμενος ο Πάνος και ο Κανέλος Δελι-γιάννης, τον έστειλα να πάγει στην Καρύταινα. Όποιος δεν βγαίνει να καίει το σπίτι- να κάμουν ορδί εις την Αλωνίσταινα και εις το Χρυσοβίτσι. Δεν έλειψαν να συνάζουν από τα χωριά ως εξακόσιους, και όλο εστέλνανε να δυναμώνουν το τόπο. -Τα Κολιόπουλα με τους Καλαβρυτινούς, ήσαν και οι μεταξά­δες με κανόνια και επολιορκούσαν του Λάλα. Εστείλαμε δια­ταγές εις την Μεσσηνίαν και Μιστρά, και εσυνάχθημεν εις του Μαρμαρά έως χίλιοι διακόσιοι, και από εκεί να πιάσουμε το Βαλτέτσι οπού ήτον αγνάντια από τα Βερβενα, από το Χρυσοβίτσι και Αλωνίσταινα (Καρυτινά ορδιά). Στο Βαλτέτσι ευρίσκοντο ο Μούρτζινος, Γιατράκος, Κυριακούλης, Ηλίας Μπεηζαντές, Νικηταράς, Αναγνωσταράς, εγώ ήμουν επικε­φαλής. Σαν εμαζώχθημεν, εγώ εστεκόμουν με διακόσιους -τρακόσιους εις το χωριό να τους δίδω βοήθεια. Τα ταμπού­ρια ήτον πλησίον, δια να δίδει το ένα του άλλου βοήθεια. Ήτον αρχές και δεν ήξευραν να πολεμήσουν.
Οι Τούρκοι, μία των ημερών (έβγα Απριλίου), εβγαίνουν εις του Αναπλιού την πόρτα δέκα χιλιάδες. Εστοχάσθημεν ότι θα πάνε εις τα Βερβενα- αντίκρυζε η πόρτα του Αναπλιού. Επήγα εις Καλογεροβούνι δια να δόσω σημείο που να τρέξομε μεντάτι, αν πηγαίνουν κατά τα Βερβενα να πάγω μεντάτι, και όσοι ήτον εις τα ορδιά, εις το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα να πιάσουν τη θέση του Βαλτετσίου. Και οι Τούρκοι δεν επήγαν εις τα Βερβενα, αλλ' ήλθαν εις το Βαλτέτσι. Όσο που νι γυρίσω, επιάσθηκε ο πόλεμος εις το Βαλτέτσι. Το τούρκικο μέρος εκτυπήθη με τον Γιατράκο, Κυριακούλη, Νικηταρά. Αυτοί υποχώρησαν ετραβιούνταν, έφυγαν, εγώ ήλθα από πίσω επήγα και εγώ τον τορό εκείνων. Φθάνοντας μερικοί του Πέτροβα και Σόρι - οι Τούρκοι άρχιζαν και έκαιγαν το χωρ Τους φώναξα: «Σταθήτε γεροί, γιατί θα μας πνίξουν». Εστάθημεν τριάντα, λαβώνομε ένα μπαϊραχτάρη- ετσάκισαν οι Τούρκοι. Έφθασεν από τα Βερβενα, Πιάνα και Χρυσοβίπ μεντάτι- τους γυρίσαμε τους κυνηγήσαμε εις τον κάμπο, κάτω από τη Βιολέττα, μισή ώρα μακρά από την Τριπολιτσά. Οι Καλαβρυτινοί ήτον έως δύο χιλιάδες εις το Λεβίδι, δεν επή ραν είδηση. Αν ήθελε έλθουν εις βοήθειαν, ήθελε πάμε μαζί με τους Τούρκους εις την Τριπολιτσά. Εγυρίσαμε οπίσω, πάσα ένας εις το ορδί του. Την άλλην ημέρα ευρήκαν αφορμή οπώς θα πάμε να εύρομε στρατιώτες. Φεύγει και ο Μούρτζινος, μένω με είκοσι ανθρώπους εδικούς μου. Όλοι ετράβηξαν εις το Λεοντάρι, εγώ με τους είκοσι εκείνους επήγα κ έμασα τους Καρυτινούς εις δύο, και ήτον όλοι χίλιοι διακόσιοι, εις το ένα αρχηγός ο Κολιόπουλος, εις το άλλο ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος.
Σε δέκα ημέρες περάσοντας, τους έγραψα εις το Λεοντάρι, ότι «να ελθήτε να πιάσουμε το Βαλτέτσι». Και τότε εκίνήθη ο Μπεηζαντές, οι Πετροβαίοι και Μεσσήνιοι χίλιοι διακόσιοι Παπατσώνης. Επήγα και εγώ εις το Βαλτέτσι, τους λέγω: «Να φτιάσετε τα ταμπούρια κλειστά. Εις την άκρη του χωριού ή μία εκκλησιά, να γένει ταμπούρι, καθώς και δύο καταράχια που εδιαφέντευαν το χωριό, οπού αν έλθουν οι Τούρκοι, κλεισθήτε μέσα». Μου απεκρίθηκαν εκείνοι: «Χανόμεθα». «Εσείς κλεισθήτε και εγώ σας έρχομαι μεντάτι, σας παίρνω εις τον λαιμό μου». Εκείνη την ίδια ώρα, οπού ημείς εφτιάξαμε αυτό, ήλθεν ο Κεχαγιάς, με τέσσερες χιλιάδες εις την Βοστίτσα από τα Γιάννινα, έκαψε τη Βοστίτσα, επέρασε εις τα Μαύρα Λιθάρια ατουφέκιστος, έκαψε την Κόρινθο. Ο Φλέσσας έκαψε τα σπίτια του Κιαμήλμπεη, έκαψε το Άργος ο Κε­χαγιάς, επέρασε από το Τουρνίκι, εμπήκε εις την Τριπολιτσά. Μπαίνοντας εις την Τριπολιτσά, του ιστόρησαν τον πόλεμο τον πρώτο του Βαλτετσίου - που εκυνηγήσαμε τους Ρωμαί­ους και επαινέματα τούρκικα. Του είπαν οι παλαιοί Τούρκοι: «Ήτον Ρούσσοι, τους κυνηγήσαμε εις το κάμπο του Σινάνου, επροσκύνησαν». Το αυτό σχέδιο ήθελαν να κάμουν.
Ο Κεχαγιάς, καλά τερτιπλής και πολεμικός, κάνει ένα σχέ­διο και στέλνει τον Ρουμπή από τα Μπαρδούνια επί κεφαλής με πέντε χιλιάδες να πάγει στο Βαλτέτσι να κυνηγήσει τους Έλληνας, και στέλνει και χίλιους πεντακόσιους χωριστά δια νυκτός για να πιάσουν τα όπισθεν του Βαλτετσίου, που αν τσακισθούν οι Έλληνες, καθώς και την πρώτη φορά, να τους κτυπήσουν. Και αυτός του παίρνει δύο χιλιάδες καβαλλαραίους, εις τα όπισθεν του Βαλτετσίου· το ομοίως να ακολουθή­σει όταν τσακίσουνε οι Έλληνες, και χίλιους βάνει εις το Καλογεροβούνι δια να αντισταθούν εις το στράτευμα των Βερβενιών, αν κινήσει μεντάτι. Το ένα στράτευμα, οπού ήμουν, εις το Χρυσοβίτσι είχε οχτακόσιους, και το μεν στράτευμα της Πιάνας με τον Δ' Κολιόπουλο με εφτακόσιους. Τον Κανέ­λο Δελιγιάννη τον είχαμε έφορο με άλλους τέσσερους, γιατί έβαλα εφορία να οικονομούν τα στρατεύματα. Την αυγή οπού εκίνησαν οι Τούρκοι δια το Βαλτέτσι, οι βάρδιες ήτον δια νυκτός απερασμένες εις τες τοποθεσίες. Εγώ εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Εις την πάνω Χρέπα, απάνω από την Τριπολιτσά, είχαμε βάρδιες και έδιναν είδηση, πόθεν πάνε οι Τούρκοι. Εκείνη την ημέρα μας έκαμαν σινιάλο, ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι - μας έκαμαν φωτιές ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι. Ευθύς εκίνησα με τους οχτακόσιους και έκαμα διαταγή ν' ακολουθήσουν κι οι άλλοι. Όσο να έλθουν οι Τούρκοι εις το Βαλτέ­τσι, εφθάσαμε και ημείς.
ΠΗΓΕΣ:
ΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Γ. Φίνλεϋ - Η Εκστρατεία του Δράμαλη. Έκθεση Γεγονότων. Κρίσεις.

Ό Σουλτάνος Μαχμούτ περιέβαλε τον Δράμαλην τήν άρχηγίαν του στρατού του μέλλοντος νά εισβάλη εις τήν Ελλάδα, καί προς αύξησιν εξουσίας του τον έκαμε σερασκέρην. Ό προβιβασμός ούτός άπήρεσεν είς τον παλαίμαχον Χουρσίτ, όστις έπεθύμει νά διατήρηση τήν ύπερτάτην διεύθυνσιν της Ολης Όθωμανικής δυνάμεως ώς ό μόνος αρχιστράτηγος, και άπό της στιγμής καθ' ήν ό άλλος έγεινεν ισόβαθμός του, κατέστη άδιάφορος προς τήν τύχην του αντιζήλου του. Ό Χουρσίτ κατεκρίθη διότι έδωκεν εις τον στρατόν του Μορέως ίκανήν ύποστήριξιν άλλ' όμως είνε αληθές ότι ό Δράμαλης έβάδισεν έκ Θεσσαλίας μέ δύναμιν αυτάρκη όλας τάς άνάγκας τής εκστρατείας. Ή Ανατολική Ελλάς ύπετάχθη εις τήν έξουσίαν του, καί ήτο εις τάς χείράς του νά λάβη κατάλληλα μέτρα προς διατήρησιν ανοικτής συγκοινωνίας μέ τό Ζητούνι καί τήν Λάρισαν. Ό φθόνος του Χουρσίτ δεν ήτο παραίτιος τής αμελείας του Δράμαλη.
Ο Οθωμανικός στρατός, όταν έσκήνωσε παρά τάς όχθας του Σπερχειού, ανήρχετο εις πλείονας τών είκοσι χιλιάδων ανδρών. Έκ τούτων περί τούς όκτακισχιλίους ήσαν ίππικόν, συγκείμενον τό πλείστον έξ ύποτελών οπλοφόρων, ύπό τήν ήγεσίαν πέντε πασσάδων καί διαφόρων Σλάβων Μουσουλμάνων μπέηδων έκ τής Μακεδονίας καί Θράκης. Πολύ μέρος του πεζικού είχεν υπηρετήσει εις τήν πολιορκίαν τών Ιωαννίνων. Άφθονοι προμήθειαι τροφίμων και στρατιωτικών αποθηκών ύπήρχον ταμιευμέναι εις Λαμίαν, καί τά μέσα τά μεταγωγικά ήσαν ύπεραρκούντα. Είς απόγονος τής μεγάλης τιμαριωτικής οικογενείας Καρά Όσμάνογλου διωρίσθη ανώ­τερος επόπτης τής έπιμελητείας.
Ό στρατός ώρμήθη έκ τής Λαμίας περί τά τέλη Ιουνίου 1822' καί άπό τής ημέρας καθ' ήν ό Άλής Κουμουρτζής διέβη τον Σπερχειόν προς άνάκτησιν του Μορέως άπό τών Βενετών τω 1715, ή Ελλάς δέν είχεν ίδεί τόσον λαμπράν έπίδειξιν στρατιωτικής πομπής. Άλλ' εντός τής εκα­τονταετηρίδος ήτις είχε διαρρεύσει, ή ισχύς τής Όθωμανικής αυτοκρατο­ρίας έφαίνετο τακείσα. Ό Άλής Κουμουρτζής συνωδεύετο άπό σώμα στρατιωτικών μηχανικών, οίτινες ήνοιγον δρόμους διά τό πυροβολικόν του, καί κατεσκεύαζον γέφυρας διά τάς πυριτιδοπομπίας του. Ό Δράμαλης έπορεύετο μόνον μέ τοιαύτας άποσκευάς, όποίαι ήδύναντο νά μετα κομίζωνται διά τραχέων, δύσβατων δρόμων έπί τών νώτων ήμιόνων καί καμή­λων. Ό Άλής Κουμουρτζής έπέβαλεν αύστηροτάτην πειθαρχίαν· ό Δρά­μαλης δέν ήδύνατο νά έμποδίση τον ελάχιστον Άλβανόν μπουλούκμπασήν του νά έρημώνη τήν χώραν.
Αί άκαιροι έριδες τής κεντρικής κυβερνήσεως μέ τον Όδυσσέα άφήκαν τήν Άνατολικήν Ελλάδα άνευ υπερασπίσεως. Καί τό στράτευμα τό σταλέν όπως φυλάξη τάς παρόδους τάς έπί του όρους Γερανείας υπεχώρησε καί έφυγεν άπό τό μέγα δερβένι πριν φθάσωσιν οί Τούρκοι. Ή άμυνα τής Κορίνθου είχε διαπιστευθή εις ένα ιερέα, Αχιλλέα Θεοδωρίδην, διότι άνήκεν εις τό κόμμα τής οικογενείας Νοταρά, όχι διότι είχε τήν ελαχίστην γνώσιν τών στρατιωτικών πραγμάτων. 'Εσφαξε τούς Τούρκους αιχμαλώ­τους τούς εις χείρας του, καί έγκατέλιπε τό άπόρθητον φρούριον του όποίου έφρουράρχει, καίτοι έχων άφθονους τροφάς. Τήν 5 Ιουλίου, ό Δράμαλης κατέλυσεν εις Κόρινθον, Οπου έλθών ήνώθη μετ' αύτού ό Γιουσούφ Πασσάς έκ τών Πατρών.
Οί Τούρκοι αρχηγοί συνήλθον εις πολεμικόν συμβούλιον όπως άποφασίσωσι τάς μελλούσας επιχειρήσεις των. Ό σερασκέρης ήτο άνήρ αισιόδοξος καί υψηλόφρων, άμαθής περί τον όρεινόν κλεφτοπόλεμον, καί μεστός περι­φρονήσεως προς τούς 'Ελληνας. Ή ευκολία μεθ' ης ειχε βαδίσει διά τής Ανατολικής Ελλάδος, καί ή φυγή τής φρουράς τής Κορίνθου, έπηύξανον τήν έμπιστο σύνην του. Ό τρόμος τον όποίον έφαίνετο νά είχεν ενσπείρει ή παρουσία του, ή ευκολία μεθ' ης είχεν έπιτύχη φορβήν διά τό ιππικόν του, καί ή βεβαιότης, ώς υπέθετε, του κατάπλου του Όθωμανικού στόλου εις Ναυπλίαν προς έπικουρίαν του, τον έκαμνον νά πιστεύη δτι ήτο προωρισμένος νά καταπάτήση τον Μορέαν τόσον άνέτως όσον καί ό 'Αλή Κουμουρτζής. Έπρότεινεν επομένως νά βαδίση μεθ' όλου του στρατού του εις τό Ναύπλιον. Οί πασσάδες οι ύπό τάς άμέσους διαταγάς του, οίτινες άπέβλεπον είς αυτόν προς προαγωγήν, θερμώς υπεστήριζαν τήν γνώμην του. Οί μπέηδες οί άγοντες τό τιμαριωτικόν ίππικόν έσυμφώνησαν είς τό σχέδιόν του, καθόσον έπηγγέλλετο ταχείαν λήξιν τής εκστρατείας.
Δύο μόνον άνδρες υπεστήριζαν διάφορον γνώμην. Ό Γιουσούφ Πασσάς τών Πατρών, καί ό 'Αλή-Πασσάς, μέγας γαιοκτήμων του 'Αργους, αμ­φότεροι έγνώριζον τήν χώραν καί τον έχθρόν. Έπρότειναν νά καταστήσωσι τήν Κόρινθον στραταρχείον του Όθωμανικού στρατού, καί νά σχηματίσωσι μεγάλας άποθήκας τροφίμων καί πολεμεφοδίων ύπό τήν αίγίδα τής απορθήτου ακροπόλεώς της. Μία Τουρκική μοίρα ήδη ήρχε του Κόλπου τής Ναυπάκτου' δι' όχυρώσεως τών Κεγχρεών, δευτέρα μοίρα θά ήδύνατο νά ύποστηριχθή έν τω Σαρωνικώ Κόλπω. Οί έπαναστάται του Μορέως θ' άπεκόπτοντο τότε πάσης συγκοινωνίας προς τούς άρματωλούς της 'Ρούμελης. Επίσης συνέστησαν τήν διαίρεσιν του Όθωμανικού στρατού είς δύο μοίρας. Τό κύριον σώμα ύπό τον σερασκέρην θά ήρκει ύπερπερισσώς όπως βοηθήση τό Ναύπλιον, καί άναλάβη κατοχήν τής Τριπολιτσάς. Ή δευτέρα μεραρχία θά ήδύνατο νά βαδίση ασφαλώς κατά μήκος του Κορινθιακού Κόλπου, υποστηριζόμενη ύπό τών Τουρκικών πλοίων τά όποία είχε φέρει ό Γιουσούφ είς Κόρινθον. Θά έβίαζε τούς κατοίκους τής 'Αχαϊας νά ύποταχθώσιν είς τον Σουλτάνον, καί θά έζησφάλιζε διά τούς Τούρκους Ολα τά κέρδη τής συγκομιδής τής σταφίδος, καί όλους τούς φόρους τής αγωγής Ελληνικών προϊόντων. Αί μοίραι αύται του στρατού, άφού θά εγκαθιστώντο έδραίαι είς Τριπολιτσάν καί Πάτρας, θά ήδύναντο είτα νά συνδυάσωσι τάς έσύστερον κινήσεις των έν συμπράζει μέ τάς φρουράς Κορώνης καί Μοθώνης, καί μέ τον Τουρκικόν στόλον. Τό έγκριτον αυτό σχέδιον απερρίφθη, καί ό σερασκέρης έπροχώρησε χωρίς κάν νά περιμένη τήν σύστασιν αποθηκών έν Κορίνθω.
Ή εύθεία οδός άπό Κορίνθου είς Ναύπλιον καί 'Αργος βαίνει διά στενής τίνος κλεισωρείας καλούμενης Δερβενάκι (κατά τούς Αρχαίους Τρητός), άλλ' υπάρχει καί άλλη δύσβατος οδός παράλληλος ταύτης και εις βραχείαν άπόστασιν προς ανατολάς. Υπάρχουν προσέτι δύο άλλοι δρόμοι, ο είς σχηματίζων καμπύλην προς δυσμάς διά τής Νεμέας καί του χωρίου Άγ. Γεωργίου, καί ό άλλος βαίνων έπί πολύ προς ανατολάς διά του 'Αγινόρους καί του στενού τής Κλεισούρας. Ό Δράμαλης διήλθε τήν κλεισώρειαν του Δερβενακίου χωρίς νά συναντήση άντίστασιν καί μετ' ακατα­νόητου θράσους καί ήλιθιότητος δέν άφησε φρουράν διά νά κατέχη τήν δίοδον, καί ήμέλησε νά καταλάβη τά χωρία Αγ. Γεώργιον καί 'Αγινόρος, προς έξασφάλισιν τών πλευρών του, καί πρόληψιν πάσης διακοπής τής προς τήν Κόρινθον συγκοινωνίας του. 'Ιδρυσε τό στρατηγείον του είς τήν πόλιν "Αργος τήν 12 Ιουλίου, προαποστείλας τον 'Αλή Πασσάν μετά πεντακοσίων ιππέων όπως άναλάβη τήν άρχηγίαν τής φρουράς του Ναυ­πλίου, άμα τή είσόδω του είς τό πεδίον.
Έάν οί Ελληνες έπραττον μετ' άγαθοπιστίας, θά έλάμβανον κατοχήν τουυ Ναυπλίου πριν φθάση είς τό 'Αργός ό Δράμαλης. Μεσούντος του Ίουνίου, ή φρουρά είχεν έλαττωθή εις τοιούτον αριθμόν ύπό τής πείνης, ώστε οί Τούρκοι υπέγραψαν συνθηκολογίαν, λέγοντες ότι καλλίτερον θά ήτο νά σφαγώσι τάχιστα ή νά θνήσκωσι βραδέως. Ή συνθηκολογία αύτη ώριζεν δτι οί Τούρκοι θά παρέδιδον τό φρούριον, καί θά κατέθετον τά όπλα των καί δύο τρίτα τής κινητής περιουσίας των, ύπό τον όρον ότι οί 'Ελληνες θά τούς έπέτρεπον νά μισθώσωσιν ουδέτερα πλοία προς μεταβίβασιν εαυτών είς τήν Μικράν 'Ασίαν, καί θά τούς έπόριζον τρόφιμα μέχρι τής άφίξεως τών πλοίων τούτων. 'Ομηροι εδόθησαν παρ' αμφοτέρων προς ακριβή έκτέ λεσιν τής συνθήκης, καί οί 'Ελληνες κατέλαβον τό μικρόν νησιωτικόν φρούριον τό δεσπόζον του λιμένος, καλούμενον Μπούρτζι.
Ή Ελληνική κυβέρνησις πάραυτα έπεμψε γραμματείς είς Ναυπλίαν προς καταγραφήν τής ιδιοκτησίας τών Τούρκων, καί οί υπάλληλοι ούτοι κατηγορήθησαν ώς πράξαντες όπως ή Μπουμπουλίνα καί οί πράκτορες του Κολοκοτρώνη είς Τριπολιτσάν. Αμφότερα τά μέρη έκριναν συμφέρον των νά έπιβραδύνωσι τήν έκτέλεσιν τής συνθηκολογίας. Τά μέλη τής Ελ­ληνικής κυβερνήσεως έσοφίσθησαν ν' άποκτήσωσι μεγάλα ποσά χρημά­των λάθρα αγοράζοντες τά υπάρχοντα τών Τούρκων, πωλούντες αύτοίς τρόφιμα, καί υποσχόμενοι νά τούς βοηθήσωσιν όπως διαφύγωσι μετά τών οικογενειών των. Αφότου ό Μαυροκορδάτος είχεν έγκαταλίπη τήν προεδρείαν τής Ελλάδος όπως πράξη έργα στρατηλάτου είς τήν 'Ηπειρον, τά μέλη του εκτελεστικού σώματος καί οί 'Ελληνες υπουργοί μικράς άπέλαυον εμπιστοσύνης, καί ακόμη όλιγωτέρας ήσαν άξιοι. Ίσχυρίζοντο ότι δέν ήδύναντο νά εύρεθώσι χρήματα προς πληρωμήν του ναύλου τών ουδε­τέρων πλοίων, τών άναγκαιούντων προς διαπόρθμευσιν τών έκ τής Ναυπλίας Τούρκων είς τήν Ασίαν' άλλ' ήτο πρόφασις δπως δοθή καιρός είς τούς γραμματείς των έν τω φρουρίω ν' άποκομίσωσι μείζονα κέρδη διά συναλλαγών μέ τάς πλούσίας οικογενείας τάς ένδον έκεί.
Ήτο γνωστόν τοις πάσιν δτι, οπόταν οί Τούρκοι υπέγραψαν τήν συνθηκολογίαν, τόσον ανυπόμονοι ήσαν νά διαφύγωσιν, ώστε θά κατέβαλλον τό ποσόν τό άναγκαίον προς πληρωμήν του ναύλου τών ουδετέρων πλοίων, εντός νυχθημέρου. Άλλ' όταν έπέτυχον τακτικά σιτηρέσια παρά τής Ελληνικής κυβερ­νήσεως, καί κατώρθωσαν ν' άγοράζωσι προμηθείας παντός αναγκαίου παρ' ιδιωτών, έπροσπάθησαν νά παρατείνωσι τήν διατριβήν των μέχρι τής έλεύσεως τής στρατιάς του Δράμαλη, ήτις ήτο γνωστόν δτι εύρίσκετο είς τον δρόμον προς βοήθειάν των. Ήλπιζον προσέτι δτι τό φρούριον θά έπεσιτίζετο ύπό του Όθωμανικού στόλου.
Ούτως είχον τά πράγματα όταν ό Άλής ό Άργείος είσήλθεν εις Ναύπλιον δπως άναλάβη τήν άρχηγίαν. Ή πρώτη φροντίς του ήτο νά εξασφά­λίση όλους τούς ομήρους, καί νά συλλαβη τούς γραμματείς τούς άπεσταλμένους εις τό φρούριον ύπό τής Ελληνικής κυβερνήσεως. Ίσχυρίσθη ότι ή Ελληνική κυβέρνησις είχε καταστήσει άκυρον τήν συνθήκην παραμελήσασα νά εκτέλεση τούς Ορους της, κ' έκράτησε τούς ομήρους ώς εχέγγυα διά τήν άσφάλειαν τών Τούρκων ομήρων τών είς τάς χείρας τών Έλλήνων. Εις τήν περίπτωσιν ταύτην, αυτό τό συμφέρον έπειθεν αμφότερα τά μέρη ν' άκούσωσι τήν φωνήν τής φιλανθρωπίας. Ακολούθως ή πρώτη φροντίς του Άλή ήτο νά έτοιμασθή προς μακράν άμυναν, άλλ' ό Δράμαλης είχε διεξαγάγη τάς επιχειρήσεις του μετά τοσαύτης απερισκεψίας, ώστε ανεπαρκείς προμηθείας κατώρθωσε νά έπιτύχη άπό τήν Όθωμανικήν έπιμελητείαν. Ή τύχη του Ναυπλίου έξηρτάτο άπό τον στόλον, καί πάσα έλπίς άμεσου συνδρομής άπό τό μέρος έκείνο κατεστράφη διά τής είδήσεως ότι διέπλευσε κύκλω του Μορέως, όπως λάβη έπί τών πλοίων τον Μεχμέτ, τον νέον Καπετάν-πασσαν, εύρισκόμενον τότε είς Πάτρας. Ή σιτοπομπία ή προωρισμένη διά τό Ναύπλιον, τήν οποίαν έκόμιζε, δέν ήδύνατο νά περιμένεται πριν παρέλθωσιν εβδομάδες.
Τό διάβημα τούτο του Όθωμανικού στόλου επέφερε τον όλεθρον τής στρατείας του Δράμαλη. Επειδή ούτος είχε φέρει μεθ' έαυτού πενιχράς προμηθείας καί πολεμεφόδια, ό κοινός νους άπήτει νά μείνη είς Κόρινθον, μέχρις ού πληροφορηθή δτι ό στόλος άπεβίβασεν εφόδια διά τον στρατόν του είς Ναυπλίαν. Καί όταν ευρέθη είς τό 'Αργός άνευ προμηθειών, ήτο τόσον καταφανές ότι δέν θά ήδύνατο νά προχώρήση προσωτέρω είς τον Μορέαν, ώστε ώφειλεν αμέσως νά όπισθοπορήση εις Κόρινθον, καί νά μεταπέμψη έκ Πατρών ολίγα μεταγωγικά προς άνάπλουν του κόλπου καί άναπλήρωσιν τών αποθηκών του. Καί όμως, καίτοι δέν ήδύνατο νά στείλη εφόδια τροφίμων είς Ναύπλιον, έσπατάλησε τον καιρόν του άνωφελώς είς τό 'Αργος, αίσχυνόμενος νά όμολογήση ότι κακώς έπραξε μή είσακούσας τάς συμβουλάς του Γιουσούφ Πασσά.
Ή διαγωγή τής Ελληνικής κυβερνήσεως δέν υπήρξε φρονιμωτέρα τής του σερασκέρη. 'Ενιοι τών πολιτικών ηγετών της, ιδίως ό Κουτσόβλαχος Κωλέττης καί ό Επτανήσιος εξόριστος Μεταξάς, ήσαν άνθρωποι τών οποίων τά ονόματα είς τό μέλλον συνεδέθησαν μέ τάς χειρίστας κομματικάς πράξεις όσαι έμόλυναν τήν 'Επανάστασιν. Τα νύν άπεδείκνυον εαυ­τούς άκρως άπροσφυείς διά τήν ύψηλήν θέσιν των. Ή Ελλάς είς τήν έπιπλοκήν ταύτην έσώθη διά τής ευσταθείας καί τής φιλοπατρίας του λαού, όχι διά τής δραστηριότητος τής κυβερνήσεως ή διά τής ανδρείας τών καπε­ταναίων. Τά μέλη τής κυβερνήσεως έφυγον έκ του 'Αργους ευθύς ώς ή εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη προέκυψεν άπό τά Δερβενάκια. Έν τή εσπευσμένη φυγή των, οί υπουργοί έγκατέλιπον τά εθνικά αρχεία, καί με­γάλη ν ποσότητα άσημικού, τό όποίον είχε συλλεχθή άρτίως έκ τών ναών καί μοναστηριών διά τήν έθνικήν ανάγκην. Οί στρατιωτικοί ακόλουθοι τών υπουργών καί στρατηγών, οίτινες είχον συρρεύσει είς τό 'Αργος διά νά συμμετάσχωσι τών λαφύρων του Ναυπλίου, έποκρελήθησαν τήν στιγμήν ταύτην τής συγχύσεως όπως λαφυραγωγήσωσι τούς συμπολίτας των.
Ή βασιλεία τής αναρχίας έγκατεστάθη. Τήν νύκτα κραυγαί κινδύνου ήγέρθησαν, καί τουφεκοβολισμοί έρρίφθησαν εις τήν συνοικίαν του 'Αρ­γους τήν πλησίον του δρόμου του φέροντος είς τήν πόλιν άπό τής Κορίνθου. 'Ανθρωποι έκραύγαζον ότι οί Τούρκοι έρχονται είς τήν πόλιν. Χιλιάδες τών κατοίκων, καί μάλιστα οι πρόσφυγες άπό τήν Σμύρνην, τάς Κυδωνιάς καί τήν Χίον, γενόμενοι δειλότεροι τών άλλων άπό τάς συμφοράς τάς οποίας ειδον, έτρεξαν έξω τών οικιών των έν φρενιτιώδει τρόμω, άφήσαντες όλα τά υπάρχοντα των οπίσω. Αί οδοί αί είς Λέρναν καί Τρίπολιν παρείχον σκηνάς συγχύσεως καί ταλαιπωρίας, ατινες θά έπλήρουν όλόκληρον τόμον. Πλήθη έτρεχον τυφλώς είς τά πρόσω χωρίς νά γνωρίζωσι ποίαν διεύθυνσιν είχον λάβη' οικογένεια ήκολούθει οικογένειαν έπί ώρας είς θλιβεράν λιτανείαν άνδρες έτρεχον φέροντες μικράς άγκαλίδας ιματισμού συναφθείσας είς τήν στιγμήν τής φυγής, ή κύπτοντες ύπό τό βάρος α­σθενών συγγενών των γυναικόπαιδα αιφνιδίως εξεγερθέντα του ύπνου καί ήμιενδυ μένα, έπροσπάθουν νά παρακολουθήσωσι τό βήμα τών φυγάδων, άλλά πολλοί έπιπτον έξηντλη μένοι είς τό πλάγι του δρόμου, κλαίοντες, προσευχόμενοι, καί περιμένοντες τον θάνατον άπό τάς χείρας τών φαντα­στικών διωκτών των.
Έν τω μεταξύ αί οίκίαι, τάς όποίας ούτοι έγκατέλιπον, έληστεύοντο μετ' ασυνειδήτου απληστίας. 'Ιπποι, ήμίονοι, άροτήρες βόες άπήγοντο άπό τούς σταύλους τών χωρικών, καί έφορτώνοντο μέ λάφυρα είς τάς οικίας τών αστών. Ή κατοικία του εκτελεστικού σώματος, τά οικιακά σκεύη τών μελών τής νομοθετικής συνελεύσεως, καί πολλαί τών ιδιωτικών οι­κιών έν τή πόλει, διηρπάγησαν άπό συμμορίας Ελλήνων κλεφτών πριν είσέλθωσιν οί Τούρκοι. Ή μικρά πλήν εκλεκτή βιβλιοθήκη του Θεοδώρου Νέγρη, του γραμματέως τής επικρατείας, άπεκομίσθη έπί κλοπιμαίου ίππου ύπό τίνος Μανιάτου. Ό ίππος χωλαίνων έπεσε' ό Μανιάτης τότε τον έπώλησεν άντί δύο ταλλήρων προς άξιωματικόν τινα, όστις τον ήγόρασε διά νά φέρη ύδωρ είς τούς στρατιώτας του, τεταγμένους έπί του λόφου υπε­ράνω τής Λέρνης' παρ' ελπίδα εύρε φορτωμένον πλήθος βιβλίων. 'Ολίγας ημέρας ύστερον τά βιβλία ήλθον είς τήν κατοχήν του πλοιάρχου "Αστιγξ, όστις έπληροφόρησε τον Νέγρην περί τής τύχης τής βιβλιοθήκης του' άλλ' ό ανήσυχος ούτος πολιτικός ποτέ δέν εξέφρασε τήν έπιθυμίαν νά τήν ανά­κτηση, ίσως διότι δέν έβλεπεν ούδαμού θέσιν ασφαλή.
Έν μέσω τών αταξιών τούτων, μερικοί έκ τών δημογερόντων του Αλ­βανικού πληθυσμού τής Αργολίδος έλαβον ταχέα καί συνετά μέτρα προς ύπεράσπισιν τής πατρίδος των. Πριν άποσυρθώσιν, έκαυσαν όλον τον σίτον καί τήν φορβήν όσην δέν ήδύναντο ν' άποκομίσωσι, κ' έστέγνωσαν διά λί­θων τινά τών φρεάτων. Ό Νικόλαος Σταματελόπουλος, αδελφός του Νι­κήτα, όστις ειχεν ήγηθή του κυρίου σώματος τών στρατευμάτων τών χρησιμοποιηθέντων κατά τον μακρόν αποκλεισμόν τής Τριπολιτσάς, διέπρεψε τόσον έπί ευθυκρισία κατά τήν περίοδον ταύτην, όσον είχε διαπρέψει έπί ανδρεία πρότερον. Απεσύρθη είς τά ανατολικά, κ' έτάχθη είς τήν κοι­λάδα τών Ίρίων.
'Οταν ό Δράμαλης ίδρυσε τό στρατηγείον του είς 'Αργός, είχε περί τούς δεκακισχιλίους άνδρας ύπό τάς άμεσους διαταγάς του, σχεδόν δέ το ήμισυ τής δυνάμεως ταύτης συνίστατο έξ ίππικού. Ένώ οί υπουργοί, γερουσιασταί καί οί άρχηγέται τής Ελλάδος έφευγον είς τά πλοία τά όρ­μούντα είς Λέρναν, καί οί οπαδοί των έσκύλευον τήν πόλιν, έν σώμα εθε­λοντών έρρίφθη είς τό κατηρειπιωμένον κάστρον Λάρισσα, όπου ίστατο ή αρχαία ακρόπολις του 'Αργους. Ή φιλόπα τρις διαγωγή τών ανδρών τούτων έν μέσω του γενικού πανικού υπήρξε τόσον αξιέπαινος, ώστε τό όνομα ενός έκαστου έπρεπε νά παραδοθή άπό γενεάς εις γενεάν είς τήν ευγνωμοσύνην τής Ελλάδος. Υπερησπίσθησαν τήν έπικίνδυνον θέσιν, τήν οποίαν κατέλαβον, μετά μεγίστης καρτερίας, καί ή επιτυχία των άνεζωπύρωσε τό θάρσος τών στρατευμάτων τών ταχθέντων είς Λέρναν, καί τους έγκαρδίωσεν ώστε νά έπιστρέψωσι και καταλάβωσι τήν γραμμήν του Έρασίνου.
Εις τήν περίστασιν ταύτην ό πρίγκιψ Δημήτριος Υψηλάντης ανέκτησε τήν έκτίμησιν τών συμπολιτών του άναπτύξας ασυνήθη δραστηριότητα,σιμά είς τήν γενναιότητα του τήν συνήθη. Τά μέλη του νομοθετικού σώματος, έκ ταπεινής ζηλοτυπίας, τον έκάλεσαν νά λάβη τήν θέσιν του έπί του πλοίου έφ' ού κατέφυγον αυτοί, καί νά ενεργή ώς πρόεδρός των. 'Απηξίωσε τήν πρόσκλησιν τών δειλών, καί έμεινε μεταξύ του λαού όπου έπρε­πε νά ευρίσκονται κ' εκείνοι. Καίτοι είχε προσωπικούς λόγους δυσαρεστήσεως ώς προς τήν διαγωγήν του Κολοκοτρώνη, 'Οστις τον είχε μεταχειρισθή μετά τραχύτητος καί αύθαδείας μετά τήν άλωσιν τής Τριπολιτσας, έσπευσε τώρα νά συνεννοηθή μέ τόν επιφανή τούτον στρατηλάτην, όπως τον παροτρύνη προς άμεσον δράσιν. Ή ένεργητικότης καί ή φιλοπατρία του Ύψηλάντου ηλέκτριζε πάντας προς όσους άπηυθύνετο. Ό Πετρόμπεης, ό κατ' όνομα αρχιστράτηγος τής Πελοποννήσου, καί ό Κρεββατάς, πρόκριτος τοΰ Μιστρά, μετέλαβον κάτι έκ του ενθουσιασμού του. Ή Πε­λοποννησιακή γερουσία προέβη είς τό μέσον, καί ανέλαβε τά καθήκοντα τής κυβερνήσεως, τά όποία τό έκτελεστικόν σώμα ειχεν έγκαταλίπη. Ό λαός έτρεξεν είς τά όπλα χωρίς νά περιμείνη τήν πρόσκλησιν τών επισή­μων αρχηγών του. Οπλαρχηγοί καί πρόκριτοι παρεσύρθησαν άπό τήν γενικήν ώθησιν. Ή φιλοπατρία τής Ελλάδος ολοσχερώς ήγέρθη.
Ό Υψηλάντης έπέστρεψεν είς τούς Μύλους τής Λέρνης, όπου, βλέπων ότι τό σώμα τών εθελοντών είς τήν Λάρισσαν σφόδρα κατεπιέζετο, τολμηρώς έρρίφθη είς τό φρούριον, συνοδευόμενος άπό διαφόρους νεαρούς αρχη­γούς. Ή δύναμις είς Λάρισσαν ηύξήθη νυν είς χιλίους άνδρας, άλλ' έσπάνιζον αί τροφαί καί τό ύδωρ. Οί Τούρκοι έπολιόρκουν στενώς τήν θέσιν, κ' έματαίωσαν δύο απόπειρας τών 'Ελλήνων έκ Λέρνης προς έπισιτισμόν τών έν τω φρουρίω. Άλλ' ό σκοπός τών εθελοντών τών πρώτων καταλαβόντων τήν θέσιν επετεύχθη. Ή πρόοδος του Όθωμανικού στρατού άνεχαιτίσθη, μέχρις ού ή αναβολή έδωκε καιρόν είς 'Ελληνικόν στράτευμα νά συναχθή ίσχυρόν αρκετά δπως τον αντιμετωπίση. Ό Υψηλάντης και τό μέγιστον μέρος τής φρουράς άπεσύρθησαν διά νυκτός, άλλ' ολίγοι έκ τής αρχικής σπείρας τών προμάχων του φρουρίου απεφάσισαν νά τηρήσωσι τήν θέσιν μέχρις ού έκλίπη καί ό τελευταίος άρτος των. Ή διαφυγή των τότε κατέ­στη είς άκρον δύσκολος, πλήν τήν νύκτα τής 20 Ιουλίου κατώρθωσαν ν' άνοίξωσι δρόμον διά μέσου της Τουρκικής γραμμής του αποκλεισμού. Μα­νιάτης αξιωματικός, ό Αθανάσιος Καράγιαννης, έκαυχήθη ότι ύπήρξεν ό πρώτος είσελθών είς τό φρούριον καί ό τελευταίος έξελθών αυτού.
Ή θέσις τών Ελλήνων έβελτιούτο νυν ταχέως, ένώ ή του Όθωμανι­κού στρατού καθίστατο αφόρητος. Υπέρ τούς πεντακισχιλίους όπλίται ήσαν συνηθροισμένοι είς τούς Μύλους τής Λέρνης. Ή θέσις είχεν όχυρωθή διά χθαμαλών τειχών, καί πλευρικώς έκαλύπτετο διά το πυροβολικού πολλών Ελληνικών πλοίων. Ό Έρασίνος, όστις πηγάζει είς πλατύ ρεύμα άπό σπηλαίου τινός περί τά δύο μίλια άπό του Αργους, ορίζει τήν όδόν τήν άγουσαν άπό Λέρνης είς Τριπολιτσάν, μεταξύ βραχώδους κρημνού καί δια­φόρων έφθαρμένων τεχνητών διωρύγων, σχηματισμένων όπως φέρωσι τό ύδωρ προς περιστροφήν μύλων, ή προς άρδευσιν φυτειών αραβοσίτου καί βάμβακος. Χαμηλότερα προς τήν θάλασσαν, ή κοιλάς διατέμνεται διά χανδάκων καί δι' άμπελοφυτειών. Ή γραμμή του 'Ερασίνου άρα παρείχεν έδαφος κατάλληλον διά τάς επιχειρήσεις του άτακτου πεζικού τών Ελλή­νων, καί σχεδόν άβατον διά τό ιππικόν τών Τούρκων. 'Επί τής γραμμής ταύτης πολυάριθμοι άψιμαχίαι συνεκροτήθησαν, καί οί 'Ελληνες έπί τέ­λους έκέρδησαν όριστικήν ύπεροχήν.
'Αλλα ισχυρά σώματα Ελλήνων συνηθροίσθησαν έφ' δλων τών ορέων τών έπισκοπούντων τήν πεδιάδα του 'Αργους. Ό καιρός ήτο εκτάκτως αυχμηρός. Οί Τούρκοι ιππείς εύρισκον μεγάλην δυσκολίαν Οπως προνομεύσωσι φορβήν, καί πολλάκις ήναγκάζοντο ν' άκροβολίζωνται προς τούς εχθρούς ένώ έπότιζον τούς ίππους των. Σπάνις υπήρχε τροφών, καί οί στρατιώται διεσκορπίζοντο άνά τούς αμπελώνας, καί κατεβρόχθιζον σταφυλάς καί άωρους πέπονας. Νόσος τάχιστα ένέσκηψεν είς τον στρατόν, καί πριν συμπληρωθή δεκαπενθήμερον άφ'ης ό Δράμαλης κατέλαβε τό 'Αργος, ευρέθη βιασμένος νά οπισθοχώρήση προς τήν Κόρινθον. Τήν 25 Ιουλίου προαπέστειλε τήν πρώτην μοιραν του στρατου προς κατάληψιν τών διόδων. Τό Έλληνικόν στράτευμα περιέμενε τανύν τον Όθωμανικόν στρατόν έν πολλή δυνάμει. Περί τούς όκτακισχιλίους άνδρες, ονόματι ύπό τήν άρχηγίαν του Κολοκοτρώνη, όστις ειχεν έκλεχθή άρχι στρατηγος, άλλά πράγματι ύπό τάς άμεσους διαταγάς πληθύος αρχηγών, κατέλαβον τά υψώματα άπό τής Λέρνης είς τά Δερβενάκια. 'Αλλο σώμα έκ δισχιλίων ανδρών είχε ταχθή είς 'Αγινόρος υπό τον Νικήταν, τον άρχιμανδρίτην Δίκαιον, καί τον Δημήτριον Ύψηλάντην καί τρίτον σώμα έκ περίπου δισχιλίων στιβαρών Αλβανών άπό τό Κρανίδι, τό Καστρί καί τον Πόρον, ειχεν ένωθή μέ τό στράτευμα του Νικολάου Σταματελοπούλου, κ' έπροχώρησε διά νά έπιτηρή τό Ναύπλιον.

Ή έλλειψις συστήματος ήτις έκράτει παντού δπου ό Κολοκοτρώνης ήρχεν, ή άντεποιείτο τήν αρχήν, παρεκώλυσε τούς 'Ελληνας του νά καταλάβωσι μονίμους σταθμούς καί νά έγείρωσι προμαχώνας, τό όποίον θά έβίαζε τον έν 'Αργει στρατόν νά υποκύψη είς πάντα δρον τον όποιον θά έκρινον εύλογον οί 'Ελληνες νά έπιβάλωσιν.

'Εάν ό Κολοκοτρώνης είχε στρατηγικήν τινα ικανότητα, θά ήδύνατο ν' άποκόψη τήν άποχώρησιν του Δράμαλη, καί νά προασφαλίση τήν άμεσον παράδοσιν τής Ναυπλίας. 'Από ώρας είς ώραν ηύξανεν ό αρι­θμός τών Ελλήνων. Σχεδόν παν χωρίον έπεμψεν άγημα ένοπλων ανδρών είς τό μέρος όπου εγχώριος τις αρχηγός έθεώρει τήν άρίστην θέσιν όπως άποκόψη μερίδα τινά έκ τής αποσκευής του σερασκέρη.
Ή εμπροσθοφυλακή του Όθωμανικού στρατού συνίστατο έκ χιλίων Αλβανών. Οί άνδρες ούτοι, οίτινες είχον σπουδάσει τήν χώραν καθ' όσον προέβαινον μετά τού ενστίκτου φιλοπόλεμων ορεινών, έτράπησαν τήν δυτικήν όδόν διά τής κοιλάδος τής Νεμέας, καί ειχον τόσον άγρυπνον τό όμ­μα, ώστε κατώρθωσαν νά παρέλθωσι τό στράτευμα του Κολοκοτρώνη τό τεταγμένον είς "Αη-Γιώργην άνευ ουδεμιάς αψιμαχίας. Δύσκολον νά εξα­κριβώση τις άν οί Μοραΐται έξέλαβον τούς Αλβανούς τούτους ώς σώμα Ελλήνων οπλιτών λόγω τής όμοιότητος του ενδύματος, ή άν άπέφυγον τήν συμπλοκήν προς παλαίμαχους πολεμιστάς, κ' επέτρεψαν αύτοίς νά διέλθωσιν ανενόχλητοι.
Σώμα ιππέων του Δράμαλη, σταλέν περί τον αυτόν χρόνον όπως καταλάβη τό Δερβενάκι, εύρε τούς "Ελληνας περιχαρακωμένους είς τό στενόν. Ή πρώτη μοίρα τών Τούρκων έτράπη διά τούτο προς τήν όδόν τήν διά του Αγίου Σώστη. Οί προεξάρχοντες ιππείς σχεδόν είχον φθάσει τήν άνοικτήν κοιλάδα κάτω του χωρίου Αη-Βασίλη, όταν ό Νικήτας, όστις ειχε σπεύ­σει ν' αντιμετωπίση αυτούς έξ Αγινόρους, έπέπεσεν είς τό πλευρόν των, κ' έρρίφθη είς τήν κοιλάδα πρό αυτών. Ό Νικήτας κατέλαβε θέσιν δεσπόζουσαν τής ζεύξεως τής όδού του "Αη-Σώστη μέ τήν έκ τών Δερβενακίων προκύπτουσαν. Τό λοιπόν του Ελληνικού στρατεύματος, τό όποίον ήκολούθει τον Νικήταν, ύπό τον Δίκαιον και Ύψηλάντην, προσέβαλε τών Τούρκων τό δεξιόν. Τό Όθωμανικόν ίππικόν προήλασε τολμηρώς, άλλ' έκάμφθη ύπό τό πυκνόν πυρ του εκλεκτού σώματος τών σκοπευτών έπί του χθαμαλού υψώματος τού καταληφθέντος ύπό του Νικήτα. Ό μικρός λόφος υπερείχε χαράδρας, δι' ής οί Τούρκοι έβιάσθησαν νά διαβώσιν. Α­γρία πάλη συνήφθη εις τό μέρος τούτο. Οί Ντελήδες έπροσπάθουν νά βιάσωσι τον δρόμον των μέ άπηλπισμένην ανδρείαν, άλλ' οί "Ελληνες παρημπόδισαν τον δρόμον διά τής χαράδρας φονεύσαντες πλήθος ίππων, καί είτα σώρεύσαντες έπ' αυτών τά πτώματα τών ιππέων των. Ή προσβολή πολ­λάκις έπανελήφθη, καί έπί τέλους τοιούτοι αριθμοί έπίεζον είς τά πρόσω έκ τών όπισθεν, ώστε πάσα ύποχώρησις κατέστη αδύνατος. Έν άπηλπισμένον σώμα εκλεκτών ιππέων έξέφυγε τότε τούς 'Ελληνας, καί διά του ανοικτού εδάφους εις τήν πεδιάδα Κορτέσσα, κατώρθωσε νά σωθή είς Κό­ρινθον.
Έπί τής χαράδρας τρομερά ήτο ή σφαγή. Σύγχυσις διεδόθη άνά πάσαν τήν γραμμήν τών Τούρκων. Οί 'Ελληνες πλευρικώς προσβάλλον­τες ταύτην έκάλυψαν τήν όδόν μέ τεθνεώτας καί τραυματίας. Τό πρώτιστον άντικείμενόν των ήτο ν' άποκόψωσι τάς άποσκευάς, νά βάλλωσι σκευοφόρους ήμιόνους, καί νά έξασφαλίσωσι τήν λείαν. Οί Τούρκοι έφυγον άλλοι άλλαχόσε, καταλείποντες τήν άποσκευήν των όπως άναχαιτίσωσι τήν καταδίωξιν του εχθρού. Όλίγοι ήδυνήθησαν νά προχωρήσωσιν αρκετά είς τήν άνωφέρειαν δύσβατου όρους, καί πας θάμνος έφαίνετο νά γέννά όπλίτας διά νά τούς κυνηγώσι. Πολλοί έγκατέλιπον τούς ίππους των, κ' έπέτυχον νά εύρωσι διά νυκτός τήν είς Κόρινθον άγουσαν. Μακραί σειραί σκευοφόρων ήμιόνων καί καμήλων, καί ικανοί ίπποι μέ πολυτελή έφίππια καί φάλαρα, συνελήφθησαν. Αμέτρητος ύπήρξεν ή λεία.
Ή διαγωγή του Νικήτα εις τήν περίστασιν ταύτην άξίως έτυχε πολ­λών επαίνων. Έξετέλεσεν εύστοχον στρατήγημα μετά τάχους καί γενναιότητος. Ήρατο δέ καί τό γέρας προσωπικής ανδρείας έν τη μάχη, όρμήσας ξιφήρης εναντίον σώματος Τουρκικού πεζικού, τό όποίον έπροσπάθει νά σχηματίση όγκον όπως προσβάλη τήν θέσιν εκείνου. Οί στρατιώταί του τω έδωκαν τό όνομα Τουρκοφάγος, Οπως οί λεγεωνάριοι τής 'Ρώμης προσηγόρευον τον στρατηγόν των αυτοκράτορα' καί ό τίτλος αυτός άνεγνωρίσθη ύφ' όλων τών Ελλήνων. Ό Κανάρης, ό Μιαούλης, ό Μαρκο-Βότσαρης καί ό Νικήτας υπήρξαν άνδρες τούς οποίους ή ιδία ανδρεία και ή φιλοπατρία ανύψωσαν υπεράνω του φθόνου.
Ή ήττα αύτη κατέπληξε τον Δράμαλην, μείναντα άργόν έπί όλην ήμέραν. Άλλ' επειδή ήτο αδύνατον νά παραμείνη είς τό πεδίον του 'Αργους, έπροχώρησε τήν 27 Ιουλίου διά τής όδού του Άγινόρους. Ή οδός αύτη έφρουρείτο υπό του άρχιμανδρίτου Δικαίου. Καθώς οί Τούρκοι σχολαίως α­νήρχοντο τήν άπότομον άνωφέρειαν τής Κλεισούρας, ό αρχιμανδρίτης τούς έναντιώθη κατά μέτωπον, ό δέ Νικήτας καί Υψηλάντης, οίτινες είχον βα­δίσει προς ύποστήριξίν του έξ Αγίου Σώστη καί Αγίου Βασίλη, έπέπεσαν κατ' αυτών έκ τής αριστεράς πλευράς. Οί Τούρκοι τάχιστα έπεσον είς σύγχυσιν.
Οι "Ελληνες κατά τήν περίστασιν ταύτην κατηύθυναν τήν προσοχήν των αποκλειστικώς είς τήν κτήσιν τής αποσκευής· κ' ένώ ήσχολούντο ν' άποκόψωσιν αυτήν άπό τής γραμμής τής αποχωρήσεως, έκλεκτόν σώ­μα Ντελήδων επέτυχε διά λαμπράς έπελάσεως νά καθάρη τό μέτωπον, καί κατέστησεν ίκανόν τον Δράμαλην, μετά του κυρίου σώματος, νά σωθή είς Κόρινθον. Άλλ' ό σερασκέρης ήγόρασε τήν προσωπικήν του σωτηρίαν διά τής εγκαταλείψεως τών στρατιωτικών κιβωτίων του, καί τής όλης αποσκευής του στρατού του είς τούς 'Ελληνας.
'Εάν οι 'Ελληνες είχον συνδυάσει τάς κινήσεις των μετά δεξιότητος, ουδέ εις άνήρ του Τουρκικού στρατού θά ήδύνατο νά διαφύγη. Ή άποχώρησις του σερασκέρη προεβλέπετο πολλάς ημέρας πριν άρχίση, καί έκα­στος τών αρχηγών έλαβε μέτρα όπως προασφαλίση δι' εαυτόν καί τούς οπαδούς του μεγάλην ώς δυνατόν μερίδα λαφύρων άλλά γενικά μέτρα δέν έφηρμόσθησαν προς καταστροφήν του Τούρκικου στρατού, καί ουδέ πληρο­φορία μετεβιβάσθη περί τών κινήσεων του έχθρού άπό σώματος είς σώμα.

Αί τιμαί τής νίκης πολλάκις επιτυγχάνονται ύπ' εκείνων οίτινες μικρόν μετέχουσι τής πάλης. Είς τήν παρούσαν περίστασιν, καίτοι τά στρατεύμα­τα τά ύπό τάς άμέσους διαταγάς του Κολοκοτρώνη δέν είχον μερίδα εις τά κλέη τής διημέρου μάχης, έκέρδησαν μεγάλην μερίδα έκ τής λείας, και ο Κολοκοτρώνης, επειδή έκαλείτο ό αρχιστράτηγος τής Πελοποννήσου, ένομίσθη ώς ό νικητής του Δράμαλη. Χιλιάδες Μοραΐται επέστρεψαν είς τά γενέθλια χωρία των πλουτισμένοι έκ τών λαφύρων, καί άπέδωκαν τήν καλήν τύχην των είς τήν στρατηγίαν του Κολοκοτρώνη. Τά φανταστικά στρατηγήματα του γηραιού κλέφτου έλέγοντο ύπό τών άμαθών οπαδών του ότι επέφεραν τον όλεθρον κραταιάς στρατιάς 30κισχιλίων ανδρών. Ή ιστορία, ήτις συχνά γίνεται ήχώ κομματικών παθών καί εθνικών προλή­ψεων, επανέλαβε τον μύθον.
Πηγές: Γεωργίου Φίνλεϋ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

'Εγγραφα Γιάννη Κασομούλη. Αίτηση.

























«Η αναφορά παραπόνων του Ιωάννου Κασομούλη, υιού Κωνσταντί­νου Κασομούλη του εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, κατοίκου της περιοχής Κύμης».
Αυτή η αναφορά παραπόνων, απευθύνεται από τον Αγωνιστή του Ιερού Αγώνα, Ιωάννη Κασομούλη, «Προς τον Κύριoν Πρόεδρον και τα Μέλη της Επί των Αγώνων και Θυσιών Επιτροπής». Υποβλήθηκε στην ανω τέρω επι­τροπή την 21ην Ιουνίου 1865. Το κείμενο της αναφοράς έχει ως εξής: Ο ευσεβάστως υποφαινόμενος μέλος ευκαταστάτου οικογενείας υιός του εκ Σιατίστης Kωνσταvτίνoυ Κασομούλη εταιριστού της Φιλικής Εται­ρίας της Επαναστάσεως. Από του 1821 αειμνήστου αυτού πατρός μου, των τριών αδελφών μου, του Νικολάου, Γεωργίου, Δημητρίου, συναγωνισθέ­ντες κατά τον ιερό αγώνα πρώτος ο πατήρ μου απέθανεν ενδόξως εν Να­ούση της Μακεδονίας, πληγωθείς τρις εν τω πολέμω εις το Στήθoς, τον δεξιόν βραχίονα και κατά τον δεξιόν μαστόν παρά των εχθρών. Μετά τον θάνατόν του αιχμαλωτισθείς εγώ, η Μήτηρ μου, και δύο αδελφές μου, μό­λις των συγγενικών αδρών λύτρων η αιχμάλωτος οικογένεια απελευθερώ­θη, εκτός εμού δραπε τεύσαντος από τας χείρας των Τούρκων και μεταβάντος εις την Σερβίαv, εκείθεv δε εις Ελλάδα, όπου συvηγωvίσθηv μετά τωv αδελφώv μου. Πασίγvωστος είvαι η μεγάλη θυσία της οικογεvείας μου, και εκ τωv αδελφώv μου είς έπεσε θύμα εις τηv έξοδοv της Φρουράς Μεσολογγίου, ο Δημήτριος. Ο δε Γεώργιος αδελφός μου, το 1838. Αξιωματικός ωv εδο­λοφοvήθη παρ’ άλλωv.
Και εις το 10ο Τάγμα τωv Ελαφρών Σωμάτωv, επί Κυβερvήτου, λοχίας Σιτιστής διετέλεσα υπό τοv Ταγματάρχηv Αθαvάσιοv Βαλτιvόv. Ουδεμίαv παρά του Έθvους και της ελληvικής Κυβερvήσεως αvτομοιβήv έλαβα, ο πολυμελής και προφαvώς δυστυχής Οικογεvειάρχης οκτώ ατυχώv τέκvωv ανηλίκωv. Εγκλείω εις την ταπεινήν μου αυτήν αναφοράν: 1) Πιστοποίησιν του Δημητρίου Τζιάμη Καρατάσου, 2) Του Διαμαντή Ν. Ολυμπίου, 3) Του Νότη Βότζαρη και Κίτζου Τζαβέλα, Μήτζου Κοντογιάννη, Ανδρέα Ίσκου, του Γρη­γορίου Λιακατά, 4) Καλλινίκου Τζιάρα, Τόλια Λαζόπουλου, Ν. Στορνάρη, 5) Ν. Στουρνάρα και Γ. Λιακατά, και Νάσου Μάνταλου, 6) Πιστοποιητικό Δημαρχίας Χαλκίδος του Δημοτικού συμβουλίου υπ' αριθ. 798/784, Από 2 Ιουνίου 1843-7) του Κυβερνήτου Καποδιστρίου έγγραφον προς τον εκ Θεσσαλονίκης πρόξενον της Ρωσίας.
Παρακαλώ ευσεβάστως την Σ. Επιτροπήν όπως ευαρεστουμένη με δι­καιώση.
Ευπειθέστατος
Ιωάννης Κ. Κασομούλης».
Πιστοποίησις του Δημ. Τζιάμη Καρατάσου
«αυτόπτης ο υποφαινόμενος της κατά το 1821 τρομεράς αιχμαλωσίας και καταστροφής της πόλεως Ναούσης ομολογώ εν καθαρά συνειδήσει ότι ο εκ Σιατίστης ευκατάστατος Κωνσταντίνος Κασομούλης στρατιωτικός ήλθεν εντός της πόλεως ταύτης ως συνεργός του πατρός μου, δια την επα­νάστασιν των μερών εκείνων. Επί δε της εισβολής των οθομανών εις την αυτήν πόλιν Νάουσαν, κλησθείς εντός μιάς οικίας μετά της οικογενείας του και άλλοι απέθανεν ενδόξως αντικρούων έσωθεν τους πολιορκήσαντας αυ­τήν Τούρκους. Μετά δε τον θάνατον αυτού, ευθύς αιχμαλωτίσθη άπασα η οικογένειά του, ήτις μετά καιρόν απελευθερώθη δια συνδρομής αδρών λύ­τρων των συγγενών του.
Όθεν δίδομεν το παρόν μου εις τον παρευρεθέντα τότε και συναιχμα­λωτισθέντα κ. Ιωάννην Κασομούλην, δια να τω χρησιμεύση εις ότι δει».
Αθήναι τη 24 Μαΐου 1843
Δημ. Τζιάμη Καρατάσου
Δια την αντιγραφήv
Αθήvαι τη 19 Ιουvίου 1843
Ο Δήμαρχος Αθηvαίωv
Ε. Κουτζικούρης.
«Πιστοποιούμεv οι υποφαιvόμεvοι ότι ο Ιωάvvης Κ. Κασομούλης ευρε­θείς μετά του πατρός του εις τας μάχας vτουβράς Μοvή, Γάστρας και Να­ούσης της Μακεδοvίας κατά στρατιάς μετά τοv θάvατοv του πατρός του πληγωθείς μαχόμεvος εντός της πόλεως Αντρείως και αιχμαλωτισθείς με­τά της Μητρός του ομού με τας δύο του αδελφάς από τους Οθωμαvούς φυ­γώv δε μετέβη εκείθεv εις Σερβίαv και από την Σερβίαv ενταύθα αγονιζόμενος με ζήλοv υπέρ της αvεξαρτησίας της πατρίδος όπου και αν ευρέθη έως ότου εvωθείς και με τους εις την Ελλάδα αγωvιζομέvους τρεις αδελ­φούς του υπερέτησεv με ζήλοv και μέχρι της διαλύσεως τωv Στρατευμάτωv ως υπαξιωματικός.
Όθεv γvωρίζοντες τας θυσίας Μεγάλας της οικογεvείας ταύτης και εκδουλεύσεις του πατρός και τωv τεσσάρωv αδελφώv εκ τωv οποίωv ο μεv εις έπεσεv θύμα εις την έξοδοv της φρουράς του Μεσολογγίου. ο δε δο­λοφοvηθείς κατά το 1838 ως Αξιωματικός εις Βασιλικήv υπερεσίαν και ατο­μικώς τοv ζήλοv του ειρημέvου Ιωάvvου Κασομούλη δίδομεv το παρόv μας δια vα τω χρησιμεύση όπου ανήκει».
Αθήvαι τη 5 Φεβρουαρίου 1841. Διαμαντής Ν. Ολύμπιος
Δη. Τζιάμη Καρατάσος
Δια την αντιγραφήν
Αθήναι τη 19Ιουvίου 1865
Ο Δήμαρχος Αθηναίων
Ε. Κουτζικούρης. Τ.Σ.Τ.Υ.
Προς την Υπερτάτη Σεβαστή Βουλή το 1823
«Εμφαvιζόμεθα δια της παρούσης μας vα αvαφέρωμεv τον πατριοτισμόv του Μακαρίτου Κώvστα Κασομούλη και τωv υιώv του κυρίου Νικολάου και λοιπώv Αυτάδέλφωv, ο οποίος είvαι γvωστός και βεβαιωμέvος εις όλους ημάς και εις πολλούς Πελοποvvησίους και άλλους πατριώτας, οίτιvες ευ­ρίσκονται αυτόθι ο μεv πατήρ του vυχθημερώς πολεμώv εις Νιάουσαv κλει­σμέvος εις οικίσκοv αφαvίζωv πολλούς του εχθρού με Μεγάληv γεvvαιότη­τα και ηρωωϊσμόv έγιvεv ευπρόσδεκτος θυσία δια τηv αγάπηv της πατρίδος, οι δε υιοί του κύριος Νικόλαος Κασσομούλης, Γεώργιος και Δημήτριος εφάvησαv εις όλους τους ολυμπιακούς αγώvας και πολέμους έργω τε και λόγω και δια χρημάτωv. Η φαμελιά των έπειτα μετά τον θάvατοv του πα­τρός των εσκλαβώθη εις Nιάoυσσαv, η Μητέρα των, δύο Μικραίς αδελφαίς των και ο συμπολεμώv μικρότερος αδελφός των Ιωάvvης η μεv φαμελιά των συvευρισκομέvη με όλους εις Nιαούσαν αιχμαλωτίσθη ως εκείθεv τα δε υπάρχοντά των και όλη η ευκατάστατος περιουσία τωv ευρέθη εις Σιάτισταν και ελεηλατίσθη μέχρι ατόμου από του Χουρσίτ Πασάv και έμειvαv εις μίαv αθλίαv κατάστασιv τόσοv οπού αλλού η ελπίς των δεv μέvει παρά με­τά Θεόv εις τα συμπαθητικά και πατρώα σπλάχvα της κοιvής ημώv Μητρός την οποίαv θερμοπαρακαλούμεv και ημάς ως πολυεύσπλαχvος μήτηρ vα αvοίξη τας αγκάλας της vα δεχθή αυτούς, να φροvτίση την απελευθέρωσίv τωv, να επιμεληθή υπερασπιζομέvη αυτούς ή δια χρηματικής βοηθείας ή δι' άλλου καvεvός ετοίμου αιχμαλώτου οποιωδήποτε τρόπω εθέλει το κρίvη εύλογοv. Δια να εκτελεσθή εμμέσως η ευσπλαχvία της και vα πληροφορη­θή πέμπεται παρ' ημώv και παρά του Αυταδέλφου του Κυρίου Νικολάου ο Γεώργιος Αυτάδελφός του συvοδευόμεvος παρά των παρακάτω μας, κυρί­ου Νικολάου Καλλίvικου Αvτωvίου Κραvιδιώτου και με την αvά χείρας ιδιό­χειρον επιστολήv της Μητρός και Αδελφού τωv, με το vα αvαγκασθή εδώ. Ο Νικόλαος μέvει εις ημάς συvαγωvιζόμεvος και ότι η κοιvή Μήτηρ μας φροντίση δι’ αυτούς θέλει εvθαρρύvη ημάς τε και άλλους πατριώτας, ότι τα τέκvα των υπέρ αυτής θυσιαζομέvωv δεv θέλουσι μείνη άπορα και ορφαvά εις χείρας των τυράvvωv αvαδεόμεvοι την φιλόστοργοv και σεβασμίαv ημώv κοιvήv Μητέρα vα εισακούση τα της δεήσεώς μας και βλέμματι ιλα­ρώ λάβη συμπάθειαv εις αυτά΄ μέvομεv με όλοv το προσήκοv σέβας προ­σκυvούvτες και περιμέvοvτες τηv ταχείαv της περίθαλψιv. 1823 Απριλίου 19».

Εξ ασπροποτάμου πρόθυμοι των εντολώv της και γvήσια τέκvα της.
Νικολός Στορνάρης Γληγόρης Λιακατάς Νάσσος Μάνταλος Καλλίνικος τζάρας Τόλιας Λαζόπουλος. Οι σφραγίδες.
Το 1829 ο Βεζήρ Μεχμέτ Ρεσίτ Πασιάς εκδίδει την απολυτήριο διατα­γή:
«Ημείς Βεζήρ Μεχμέτ Ρεσίτ Πασσιάς:Δίδομεν το παρόν αζάτ μπουγιουρντί μας της Κώσταινας τζιάμηνας με­τά του παιδιού της και θυγατέρων της, ότι εις τον καιρόν της Νάουστας εί­χεν υποπέσει εις σκλαβίαν και εξαγοράστη παρά των σύγγενών της, μ’ όλον οπού κατά το φετφάϊ σερί υπόκειτο εις πoινήν παντοτινής σκλαβίας. Ημείς όμως μερχαμετέν της χαρίζομεν την ελευθερίαν μαζί με τα παιδιά της και εις το εξής θέλει μείνει ελευθέρα της ποινής ταύτης αυτή τε το παιδί και η θυγατέρες της έχουσα εξουσίαν εις το σπίτι της απείρακτη χω­ρίς να της γένη πλέον κανένας μανές εξ αποφάσεως».
1829 26 Φεβρουαρίου εν Ιωάννινα
ότι ίσον απαράλλακτον του παρουσιασθέντος πρωτοτύπω
Χαλκίς την 1 Ιουνίου 1843
Ο Δήμαρχος Χαλκιδέων Σ. Καλογερόπουλος.
«Ο Ιωάννης Κασομούλης γέννημα της πόλεως Σιάτιστα και Δημότης και κάτοικος Χαλκίδας δεν έχει, ούτε κινητή, ούτε ακίνητον περιουσίαν, δεν γνωρίζει καμμία τέχνην ούτε δύναται να μετέλθη καμμίαν βιομηχανίαν και ζη δε μέχρι τούδε ποριζόμενος τα προς το ζην από ενοικιάσεις των δημο­σίων προσόδων.
Εκδίδεται όθεν το παρόν πιστοποιητικόν κατ’ αίτησίν του γνωρίζοντες ότι είναι εις την κατηγορίαν των προταθέντων από την Στρατιωτικήv Εξε­ταστικήν Επιτροπήν προς κατάταξιν εις την φάλαγγαν και μη βαθμολογηθέ­ντων σύμφωνα με τον προτελευταίον παράγραφοv την από 20 Μαΐου 1η Ιουνίου 1838 του Β. Διατάγματος».
Την 2 Ιουνίου 1841 Χαλκίς
Ο Δήμαρχος Χαλκιδέων
Σ. Καλογερόπουλος
Επιβεβαιούντες
Το Δημ. Συμβούλιο
Υπογραφές (δυσαvάγνωστες).
«Πιστοποιώ ο υποφαινόμεvος ότι ο Κύριος Ιωάννης Κ. Κασομούλης υπηρετήσας ευπειθώς και αντρείως εις το δέκατον ελαφρόν τάγμα ως υπαξιωματικός μέχρι της διαλύσεως του αυτού τάγματος των στρατευμά­των..
Εις έvδειξιν όθεν δίδεται το παρόν να το παρουσιάση όπου ανήκει.
Την 3 Φεβρουαρίου 1846 Εv Αθήvαις Ο Ταγματάρχης Α.Ι. Βαλτινός»..
Καταθέτω ακόμη ένα έγγραφο-επιστολή, απάντηση του προξένου της Ρωσίας στη Θεσσαλονίκη, Α. Μουστοξύδη, στο Νικόλαο Κασομούλη:« Ευγενέστατε Κύριε Νικόλα Κασο μούλη .Το από 18 Ιουνίου ένγγραφόν σας έλαβον και τα εις αυτό Γεγραμμένα σας εγίνει. Είδον ενταύθα να μας ομιλείτε τα περί του αυταδελφού σας ο οποίος αμέσως οπού μας επαρρησιάσθη, του εδώσαμεν την πρέπουσαν υπεράσπισιν κατά το Γραφέν σας και αμέσως επάϊσεν δια Σιάτισταν δια τας αυταδελφάς σας αι οποίαι προ καιρού εις τους εδώ αριβά ροντας ευρίσκο­νται.
Περί δε της ιδικής σας υποθέσεως οπού μας λέγετε αμέσως οπού ήλ­θεν ο αυταδελφός σας τον επρόβαλλα ότι να τον στείλω εις τον Σιατραζά­μην με Γραμματικόν ή και με δραγομάνον μου, αν του κάμη ανάγκη, ο οποί­ος βλέποντας την ανωμαλίαν του τόπου εκείνου και τας επ’ αλλήλους ταραχάς και ανησυχίας του Σιαταραζάμη και Μετά του σκούδρα πασιά απε­φάσισε να λάβη υπομονήν έως ου να λάβη ο τόπος εκείνος ησυχίαν, όσον και ο Σαvταρατζάμης από φροντίδες. Όταν αυτή η υπόθεσις στέκεται εις τας χείρας του αυταδελφού σας και όποτε αποφασίση δια να πηγαίνη θέλω εκτός του δώση την πρέπουσαν υπεράσπισιν, τόσον διά γράμματός μου, όσον και δια δραγομάνου μου, αν λάβη χρείαν.
Προς τούτοις κατά το γράφειν του Εξοχοτάτου και Κυβερνήτου εμέτρησα γρόσια χίλλια εκατό 1.100:
Μένω δε με άκρον σέβας
Εν Θεσσαλονίκη την 26ην Αυγούστου 1831
Αγγ. Μουστοξύδης»
Δια την αvτιγραφήν Αθήναι 1865.
Ο Δήμαρχος
Τ.Υ.Τ.Σ.
Στο Αρχείο Ηρώων και Αγωνιστών του 1821, αναζητήθηκαν πηγές, έγ­γραφα, αναφορές, επιστολές και οτιδήποτε εκεί φιλοξενείται και φυλάγεται ως ιερό κειμήλιο, τεκμήριο του Αγώνα. Με ιερή συγκίνηση και επιβε­βλημένη αυτοσυγκράτηση, ο γράφων, κρατούσε στα χέρια του, και μελε­τούσε «Την αναφορά παραπόνων του Ιωάννου Κασομούλη, υιού Κωνστα ντί­νου Κασομούλη του εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, κατοίκου της περιοχής Κύμης».
Πόσο λειψή και ανεπαρκής θα ήταν η γνώση μας για τους Κασομούλη­δες, χωρίς αυτήν την Αναφορά Παραπόνων του Γιάννη Κασομούλη, που απηύθυνε στον Πρόεδρο και τα Μέλη της Επί των Αγώνων και Θυσιών Επι­τροπής, την 21η lουνίου 1865. Από ό,τι γνωρίζω για πρώτη φορά γίνεται σα­φές ότι ο Κωνσταντίνος Κασομούλης, ευκατάστατος έμπορος, κατάγεται από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας.
Ο Γιάννης Κασομούλης διατρανώνει ότι είναι γιος του εκ Σιατίστης Κωνσταντίνου Κασομούλη, ευκαταστάτου εμπόρου. Για τη δράση ή τα παθή­ματα των άλλων μελών της οικογένειας, που ήταν γνωστά, τα τονίζει και ο Γιάννης.
Έρχονται όμως οι πολέμαρχοι Μακεδόνες, να πιστοποιήσουν και να κάνουν ευρύτερα γνωστή και του ίδιου την πολεμική συμμετοχή σε σπου­δαίες μάχες στη Μακεδονική γη κατά του Τούρκου κατακτητή, όπου έδει­ξε γενναιότητα και ανδρεία περισσή.
Και ο πολέμαρχος, Δημ. Τζιάμη Καρατάσος, βεβαιώνει ότι ο Κώστας Τζιάμη Κασο μούλης, που πολέμησε στη Νάουσα, ήταν πολύ ευκατάστατος και κατήγετο από τη Σιάτιστα. Αναφέρεται και στην αιχμαλωσία μελών της οικο­γένειας του Κ.Κ, στο ολοκαύτωμα της Νάουσας.
Εξάλλου παραθέτουμε άλλο ένα έγγραφο, του ιερού αγώνα των Ελλή­νων, έγγραφο ηρώων και αγωνιστών του ’21, που υπογράφεται από τους οπλαρχηγούς, Δημ. Τζιάμη Καρατάσο και Διαμαντή Ν. Ολύμπιο.
Σ’ αυτό πι­στοποιείται, ότι ο Γιάννης Κασομούλης μαζί με τον πατέρα του βρέθηκε πα­ρών στις μάχες Ντουβρά Μονή, Γάστρας και Ναούσης. Ο Κώστας Κασομούλης τραυματίζε­ται βαριά και λίγο αργότερα πεθαίνει. Ο Γιάννης εξέρχεται από τον οικίσκο και πολεμά γενναία στους δρόμους της Νάουσας. Συλλαμβάνεται αιχμάλω­τος, όταν τραυματίζεται.
Ο Ν. Κασομούλης μετά την αποτυχία του Μακεδονικού αγώνα του Ολύ­μπου έρχεται στον Ασπροπόταμο, στον Αρματολό Ν. Στορνάρη και προ­σλαμβάνεται ως γραμματικός. Για λογαριασμό της οικογένειας Κασομούλη και των παθών και δεινών της πέντε οπλαρχηγοί, πρωτοστατούντων των ηρώων της εξόδου του Μεσολογγίου Ν. Στορνάρη και Γληγόρη Λιακατά υπέγραψαν και έστειλαν την κάτωθι αναφορά:
Με αυτήν την αναφορά, οι υπογράφοντες αγωνιστές κάνουν γνωστά στη Σεβάσμια Βουλή τις θυσίες στον αγώνα, την πλήρη οικονομική κατα­στροφή της οικογένειας Κασομούλη, τον ηρωϊκό θάνατο του Κώνστα Κασο­μούλη και την αιχμαλωσία της μισής οικογένειας στη Νάουσα. Ζητούν την απελευθέρωση και τη χρηματική της ενίσχυση. Πρέπει ιδιαιτέρως να τονι­σθεί και ο ύστερα από σκληρή πάλη τραυματισμός του Γιάννη, στον Αγώνα της Νάουσας.
Είναι η ίδια Αναφορά που επανυποβάλλεται από το Γιάννη Κασομούλη στην Ειδική Επιτροπή του Αγώνα του 1865.
Ό,τι δεν έπραξε η ελεύθερη Ελλάδα για την απελευθέρωση της αιχ­μάλωτης μητέρας Αλεξάνδρας και των παιδιών της Κατερίνας, Σουλτάνας και Γιάννη, το πέτυχαν σuγγενείς της οικογένειας, καταβάλλοντας αδρά λύτρα στον Τουρκαλβανό Διβόλη. Η οικογένεια μένει ελεύθερη. Η οικογένεια είναι ελεύθερη 1929(Ημείς Μεχμέτ Ρεσίτ Πασσιάς). Η μητέρα Αλεξάνδρα και οι κόρες της Κατερίνα και Σουλτάνα και ο Γιάννης, που δραπέτευσε στη Σερβία. Η πα­νώρια κόρη, άλλωστε, με τη ρομφαία, η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, θα αργήσει αρκετά να πετάξει στου Μεγαλέξαντρου τη χώρα, το 1912.
Την οικονομική κατάσταση του Γιάννη Κασομούλη, ήρωα του 1821, που πολέμησε γενναία τον εχθρό, τον Οθωμανό, από μικρή ηλικία, τραυματί­στηκε, πέρασε τα δεινά της αιχμαλωσίας, την περιγράφει και τη χρωματίζει ο Δήμαρχος Χαλκιδέων τη 2η loυνίoυ 1841: «Ο Ιωάννης Κασομούλης γέννημα της πόλεως Σιάτιστα και Δημότης και κάτοικος Χαλκίδας δεν έχει, ούτε κινητή, ούτε ακίνητον περιουσίαν, δεν γνωρίζει καμμία τέχνην ούτε δύναται να μετέλθη καμμίαν βιομηχανίαν και ζη δε μέχρι τούδε ποριζόμενος τα προς το ζην από ενοικιάσεις των δημο­σίων προσόδων...
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Διοικητής του τάγματος, που υπηρέτησε ο Γιάννης Κασομούλης, του χορηγεί τεκμήριο-απόδειξη της στρατιωτικής του δράσης, τις υπηρεσίες που πρόσφερε, αλλά εκθέτει και τους λόγους απο­στρατείας του: Ο Γιάννης Κασομούλης, υπηρέτησε λοχίας σιτιστής, στο 10 ελαφρό τάγμα με διοικητή το Βαλτινό (όπου υπηρέτησε και ο αδελφός του Γιώργης), ως τη διάλυση του στρατού (Φλεβ. 1833).
Καταθέτω ακόμη ένα έγγραφο-επιστολή, απάντηση του προξένου της Ρωσίας στη Θεσσαλονίκη, Α. Μουστοξύδη, στο Νικόλαο Κασομούλη ( Εν Θεσσαλονίκη την 26ην Αυγού στου 1831. Αυτός που επάησεν στη Σιάτιστα, για τις αδελφές και τη μητέρα του, είναι ο Γιώργης Κασομούλης. Αυτόν έστειλε ο Ν. Κασομούλης, κι αυτός πήρε από τον Πρόξενο 1.100 γρόσια.
Καταδείξαμε την Αναφορά του Γιάννη Κασομούλη και τα ιδιαίτερης αξίας έγγραφα που συνόδευαν αυτήν. Από την ενδελεχή μελέτη αυτής, συ­νάγονται σπουδαία συμπεράσματα. Οι κλεισμένοι στη Νάουσα για την υπε­ράσπισή της το 1822, Κώνστας Κασομούλης, Γιάννης Κασομούλης, Αλεξάν­δρα, Κατερίνα και Σουλτάνα, είναι μέλη πλούσιας οικογένειας, από τη Σιάτι­στα. Αυτά τα έγγραφα, που κατέθεσα μεταγραμένα, πρώτος μελέτησε και κατά την ιδιοσυγκρασίαν του ερμήνευσε και χρησιμοποίησε ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Αποκάλυψε όμως την ύπαρξη των Οκτώ Εγγράφων του Γιάννη Κασομούλη, των οποίων ο ίδιος, έκανε Χρήση Επιλεκτική. Αν τα παρουσίαζε μεταγραμένα πλήρως και τα αντιστιχούσε με αυτά του Γ. Κασομούλη, θα απαξίωνε και θα αυτοαναιρούσε ενίους, πλανώδιους της μεταγραφής του ισχυρισμούς.
Αφησε όμως ελεύθερο το πεδίο διάκρισης, την οσμή και απόγευση της αυτοαναίρεσης για τον σύγχρονο ερευνητή εκείνον που θα προέβαινε στην ταυτισμένη αντιστοίχιση μεταγραφής Βλαχογιάννη με τα 'Εγγραφα της Αίτησης του Γιάννη Κασομούλη. Ο μη πειθόμενος καλείται να αντιστοιχίση το έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας (Προξενείο Θεσ/νίκης) το υπογραφόμενο από τον πρόξενο 'Αγγελο Μουστοξύδη με τη μεταγραφή Βλαχογιάννη. Τά αποτέλεσμα θα είναι φρικώδες, μολονότι κάτι θα έχει υποψιασθεί, από την καλόβουλη λα θροχειρική προσπάθεια εξωραϊσμού του επωνύμου του παραλήπτη , δια της ελατηροειδούς επικαλύψεως ώστε να καταστεί δυσανάγνωστο.
Νομίζω ότι με αυτά ως επίκαιρη συνάδει η γνώμη του Πλουτάρχου: «Πάντη χαλεπόν και δυσθήρατον ιστορία τ’αληθέα, όταν οι μεν ύστερον γεγονότες τον χρόνον έχωσιν επιπρο σθούντα τη γνώσει των πραγμάτων, η δε των πράξεων και των βίων ηλικιώτις ιστορία τα μεν φθόνοις και δυσμενείαις, τα δε χαριζομένη και κολακεύουσα λυμαίνεται και διαστρέφει την αλήθειαν».
Εξάλλου και ο αναγνώσας και μεταγράψας το (Χ.φ) «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», του Νικολάου Κώνστα Κασομούλη, Γιάννης Βλαχογιάννης, προέβη στην πρώτη κατάθεση, κριτι κής και συγκριτικής αξιολόγησης και παρουσίασης του έργου, απευθυνόμενος στους λάτρεις του παρελθόντος, ως ακολούθως:
«Με ανέκφραστον συγκίνησιν κάμνω προς αυτούς γνωστή την ανεύρεσιν μεγάλου και πολυτιμοτάτου ιστορικού χειρογράφου, συνταχθέντος υπό Αγωνιστού του 1821, όστις εκ του έργου του αποδεικνύεται μεγαλοφυής ιστορικός συγγραφεύς και γνησιώτατος χρονογράφος της μεγάλης ιστορικής περιόδου της Επαναστάσεως».
«Ποίον όμως μέτρον θα εύρω εγώ δια να δείξω την αξίαν, κατ’ ουσίαν και μορφήν, των θαυμαστών, αληθινά, «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» τα οποία εκληροδότησεν εις το Ελληνικόν Έθνος η ζηλευτή πρόνοια και η μεγαλοφυής έμπνευσις αγνώστου μέχρι τούδε Αγωνιστού, του Νικολάου Κ. Κασομούλη, Μακεδόνος από την Σιάτισταν; Φτάνει τάχα να είπω προς τον αναγνώσαντα τον Φωτάκον και τον Μακρυγιάννην ότι τα «Στρατιωτικά Ενθυμήματα» του Νικολάου. Κ. Κασομούλη είναι πολλάκις υπέρτερα;
Παραθέτω τώρα την έγκριτη γνώμη ενός επαΐοντος, του καθηγητή Ν.Β.Τωμαδάκη για τα απομνημονεύματα του Αγώνα και το μεταγραφικό έργο του Βλαχογιάννη. Ο Καθηγητής Νικόλαος Β. Τωμαδάκης έγραψε:
«Εάν ήτο υποχρεωμένος τις να εκλέξη μεταξύ των απομνημονευματογράφων, ένα θα έπρεπε, χωρίς να παρορά την αξίαν των συγγραφών του Σπυρομίλιου ή του Σπηλιάδη ή του Φωτάκου ή άλλου τινός των σπουδαίων αγωνιστών και καλαμαράδων του Ιερού Αγώνος, να περιορίση την τελικήν εκλογήν μεταξύ τριών: του Ν. Κασομούλη (Α΄- Γ΄, 1940-1942), ανδρός Μακεδόνος, γραφειοκράτου και πολεμιστού, γνωρίσαντος καλώς τα κατά την κλεφτουριάν και τα καπε τανάτα, καθώς και τα έξω του Μοριά γεγονότα, του Γεωργίου Τερτσέτη, γνωστού δικαστικού και λογοτέχνου, διατάξαντος, συν τοις άλλοις, ως είπομεν ήδη, καθ’ υπαγόρευσιν εις απλήν γλώσσαν τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, και του Ρουμελιώτου αγωνιστού Γιάννη Μακρυγιάννη, του οποίου τα Απομνημονεύματα κατέστησαν κατά τον αιώνα μας πασίγνωστον και αγαπητόν ανάγνωσμα, πολλάκις δε και πρόσχημα πολεμικής επί συγχρόνων γεγονότων.
«Και περί μεν των απομνημονευμάτων όσα εξεμαίευσεν ο Τερτσέτης σιγώ, ευλαβούμενος την μνήμην εκείνου και των μεγάλων ηρώων εις τους οποίους αναφέρονται…». Για το μετα γραφικό έργο του Βλαχογιάννη όμως, έγραψε τα κάτωθι: «Περί δε των άλλων κειμένων λέγων σήμερον τούτο: Ότι κοινός εκδότης αυτών υπήρξε ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος τα επρολόγισε και υπεμνημάτισεν, αποδεδειγμένως δε ανέπτυξε το κείμενον του Κασομούλη δι’ απαραδέκτων προσθηκών και άλλων αναπτύξεων, τας οποίας εσήμανε δι’ αγκυλών».
Πηγές:
Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος
Γ.Α.Κ.( Αθηνών)
Μπενάκειον 'Ιδρυμα

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης - Γεώργιος Φίνλεϋ.

Ο Γεώργιος Φίνλεϋ γράφει:
Ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήτο πεντηκοντούτης κατά τήν αρχήν τής Επαναστάσεως. Ή ηλικία είχε κατά τι δαμάσει τό βίαιον τών παθών του, χωρίς νά ελάττώση τήν ρώμην του, και αμφότερα, αι τε φυσικαί και αί νοητικαί άρεταί του τον καθιστών ίκανόν διά νά είνε αρχηγός άτάκτων στιφών. Μεγάλη κεφαλή, θρασύ παράστημα, σταθερόν δμμα και άφθονος μέλαινα κόμη παρείχον άξιοπρέπειάν τινα εις τήν πρόσοψιν τήν μή άποκρύπτουσαν βλέμματα πανουργίας καί θηριωδίας. Ό ισχυρός κορμός του υπε­ρέβαινε τό μέσον μέγεθος και ή φωνή του είχε τον όγκον του ήχου τον άπαιτούμενον εις ορεινούς πολέμους. Ητο φύσει εύρωστος, καί είχε τήν αύταρέσκειαν έκείνην τήν έμπρέπουσαν εις τό συνήθως καλόκαρδον. Οι τρόποι του είχον βαθμόν τινα τραχύτητος ικανόν προς συγκάλυψιν τής φυ­σικής πανουργίας του και είχεν άναλάβη ήθος τι θορυβώδους ελευθεροστο­μίας ώς καλύπτραν τής άγρύπνου διπροσωπίας του. Είχε πιθανόν τό ύφος του λόγου, καί εκλέγων κοινάς δημώδεις φράσεις έδιδεν εμφαντικήν έκφρασιν εις τον ύγιά κοινόν νουν του, καί καθίστα τάς ομιλίας του άποτελεσματικωτέρας διά τής αντιθέσεως προς τάς έπιτηδευμένας «έλληνικούρες» τών γραμματισμένων αντιπάλων του. Ήτο ρήτωρ αρκετά ώστε νά όδηγή τούς άκροατάς του εις τό ποθούμενον συμπέρασμα διά τίνος εύφυούς μύθου, καί ν' αποπλανά τά πάθη των δι' έκλεκτού τίνος αποφθέγματος. Άλλά πλησίον αυτών τών αρετών είχε καί πολλά ελαττώματα. Ανατραφείς ώς κλέφτης, δέν ήδύνατο ποτέ λίαν έναργώς νά διακρίνη τό ορθόν άπό του σφαλερού, τό δίκαιον άπό του άδικου' καί ειχεν έμφυτον άποστροφήν προς τήν τάξιν καί τόν νόμον. Ή φιλοπατρία του ήτο ιδιοτελής, και αί κατά περίστασιν πράξεις τής μεγαλοψυχίας του δέν δύνανται νά έξαλείψωσι τήν μνήμην τής εγωϊστικής φιλαρχίας του καί τής ρυπαράς φιλαργυρίας καθ' δλην τήν άκμήν τής μεγίστης δυνάμεώς του. 'Ελαβεν άπό τήν φύσιν δι­αυγή τόν νουν καί σκληράν τήν καρδίαν, ή δέ ανατροφή καί ή πείρα του εις τήν ζωήν διέφθειραν χωρίς νά εύρύνωσι τά αισθήματα του.
Οί πρόγονοι του Κολοκοτρώνη μετήρχοντο τό επάγγελμα τών οπλών άφ' ής εποχής οί Όθωμανοί κατέκτησαν τόν Μορέαν, τω 1715, ενεργούν­τες εναλλάξ πότε ώς πολιτοφύλακες καί πότε ώς κλέφται. 'Οταν ό Καπετάν-πασσας Χασάν Γαζής υπέταξε τούς Αλβανούς καί αποκατέστησε τήν τάξιν, τω 1779, ό πατήρ του Κολοκοτρώνη έβιάσθη νά ζητήση καταφύγιον εις Μάνην, δπου έσφάγη τό έπόμενον έτος ύπό αποσπάσματος Τούρκων στρατιωτών.
Ό νεαρός Κολοκοτρώνης άνετράφη έν μέσω τών εμφυλίων ερίδων τών Λακώνων' αλλά δεκα πενταετούτης αποκατέστη εις τό διαμέρισμα Σαμπάζικα κατά την ορεινήν κλιτύν του Ταϋγέτου, και εικοσαετής ένυμφεύβη τήν θυγατέρα του προεστού του Λεονταρίου. Έπί επτά έτη έζησεν εις τήν ιδιοκτησίαν τής συζύγου του, ενεργών έν γένει ώς εις τών αγροφυλάκων τού διαμερίσματος. Άλλ' οί χωρικοί παρετήρησαν δτι ήτο άνθρωπος του τουφεκιού, καί όχι του άρότρου. Πολλάκις κατηγορείτο ώς χορτοκοπών εις τάς βοσκάς τών γειτόνων, καί τελευταίον ληστρικαί τίνες πράξεις εναντίον τών Ελλήνων καλλιεργητών εις τά Έμπλάκικα (τήν Στενυκληρίαν πε­διάδα) έκαμαν τόν πασσάν του Μορέως νά διάταξη τήν σύλληψίν του. Τούτο απεφάσισε τήν τύχην του. Εις ήλικίαν εικοσιεπτά ετών κατέστη κλέφτης έξ επαγγέλματος.
Έπί εννέα έτη έζη άτακτον βίον, πότε τρεφόμενος διά ληστείας, πότε στεγαζόμενος άπό τήν έκδίκησιν τών έχθρών του άναλαμβάνων ύπηρεσίαν χωροφύλακος πλησίον ενός προκρίτου ή ηγουμένου. Άλλ' οί "Ελλη­νες άγρόται του Μορέως τόσον κατεβασανίσθησαν τέλος άπό τήν άρπακτικότητα καί σκληρότητα τών κλεφτών, ώστε προσεκάλεσαν τούς Τούρ­κους νά τούς βοηθήσωσι προς καταδίωξίν των, πρόκριτοι δέ καί μοναστή­ρια ήναγκάσθησαν νά τούς έγκαταλίπωσιν εις τήν τύχην των. Ό Δόδουελ, κατά τάς περιηγήσεις του, παρέστη εις τινας τών ενεργειών, δι' ών κατεστράφησαν οί κλέφται. Πολλοί έκ τής οικογενείας τών Κολοκοτρωναίων έσφάγησαν. Αί συμμορίαι δλαι διελύθησαν, καί ό Θεόδωρος Κολοκοτρώ­νης, μή εύρίσκων άσφάλειαν ούτε εις τήν Μάνην, έφυγεν εις τάς Ιονίους Νήσους τω 1806. Εις τ' Απομνημο νεύματά του διηγείται τί υπέφερεν άπό τόν ρύπον τής έπί μακρόν φορεθείσης στολής του, δπως καί άπό τήν πείναν. Καί δσοι είδον Έλληνικόν στρατόν εις τό τέλος θερινής εκστρατείας, μέ άπλυτους φουστανέλλας, θά αίσθανθώσι μικράν έκπληξιν έπί τή δηλώσει ταύτη του παλαιού κλέφτου.
΄Οταν ό Κολοκοτρώνης έφυγεν εις Ζάκυνθον, αί Ιόνιοι Νήσοι ήσαν ύπό τήν μικτήν προστασίαν τής 'Ρωσσίας καί Τουρκίας· άλλ' οί 'Ρώσσοι έπροστάτευσαν τόν κλέφτην, καίτοι έχθρόν τής συμμάχου των. Κατά τόν πόλεμον τόν έκραγέντα μεταξύ 'Ρωσσίας καί Τουρκίας όλίγω ύστερον, ό Κολοκοτρώνης περιέπλεεν έπί καταδρομικού, ή άλλως πειρατικού πλοίου· άλλ' δταν άντίκρυσε δύο Τουρκικά σκάφη, ήλθεν εις κίνδυνον νά τελείωση τό στάδιόν του έπί της κεραίας του ίστού, δταν ευτυχώς μία 'Αγγλική, έπιφανείσα κατέναντι, τόν έσωσεν. Ή Αγγλία ήτο τότε εις πόλεμον προς τήν Τουρκίαν, καί ή φρεγάδα (ό «Θαλάσσιος 'ιππος»), πάραυτα συνεπλάκη προς τούς Τούρκους, τούτο δέ έδωκεν εύκαιρίαν εις τον Κολοκοτρώνην νά φύγη ανοικτά.
Κατά τό έτος 1808, έπραξε τό ανδραγάθημα τό όποίον ηύξησε μεγάλως τήν φήμην του ώς πολεμάρχου. Ό Άλή Φαρμάκης, ό ισχυρότατος άγάς της Λάλλας, προσεβλήθη άπό τον Βελή πασσαν του Μορέως. Οί γεν­νήτορες του Άλή Φαρμάκη και του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη είχον συνάψει ξενίαν άδελφοποΐας κατά τούς ταραχώδεις καιρούς τούς προ και μετά τήν νίκην του Χασάν Γαζή. Ό Άλής καί ό Θεόδωρος ποτέ δέν είχον συντύχη, πλήν τόσαι άμοιβαίαι έκδουλεύσεις είχον προσφερθή άπό τολμη­ρούς κλέφτας και φιλοταράχους Λαλλιώτας, ώστε ό δεσμός του άδελφοποιητού ήτο ή ισχυρότερα ύποχρέωσις έπί της τιμής κλεφτού। Ή δύναμις του Βελή Πασσά, και έτι μάλλον του πατρός του Άλήπασσα, του γηραιού λέ­οντος των Ιωαννίνων, κατεπτόει τούς Αλβανούς Μουσουλμάνους, και ό Άλή Φαρμάκης ουδέ ένα ήδύνατο νά εύρη σύμμαχον. Ό πύργος του εις Λάλλαν ήτο εις άκμήν νά πολιορκηθή, και οί ίδιοι ακόλουθοι και συγγενείς του ήσαν ανεπαρκείς νά τον ύπερασπίσωσι. Ένθυμήθη τήν ξενίαν τής οικογενείας του μέ τον Κολοκοτρώνην και ώς τελευταίαν προσφυγήν, έπεμψεν εις Ζάκυνθον νά έπικαλεσθή τήν βοήθειαν τήν όφειλομένην άπό τούς δεσμούς τής άδελφοποιΐας των πατέρων των.
Ό Κολοκοτρώνης ανεγνώρισε τήν ύποχρέωσιν ώς ιερόν καθήκον, καί­τοι ύποβαλλομένην ύπό Μουσουλμάνου, καθότι οί οπαδοί τής Όρθοδόξου 'Ρωσσίας δέν είχον εμφυσήσει ακόμη τυφλόν φανατισμόν εις τούς 'Ελλη­νας. Συνήθροισε δεκαέξ καλούς στρατιώτας μεταξύ των παλαιών συντρό­φων του, και έσπευσε νά κλεισθή μετά του Άλή Φαρμάκη εις τον πύργον αυτού έν Λάλλα. Ό Βελής προσέβαλε τήν θέσιν χωρίς κανόνια, και άπεκρούσθη. Είτα έξώδευσε πολλάς εβδομάδας εις τό ν' άποκλείη ταύτην, άλλ' οί εγχώριοι καπεταναίοι και οί Αλβανοί μισθοφόροι του ήσαν προθυμότεροι δπως παρατείνωσι τήν πάλην μάλλον ή νά συλλάβωσι τον Άλή Φαρμάκην, εις τρόπον ώστε οί πολιορκούμενοι εύρον ευκαιρίας ν' άνανεώσωσι τά εφόδια και τάς προμηθείας των. Ή δυσαρέσκεια μιας ίσχυράς μερίδος εις τό ίδιον στρατόπεδόν του τέλος ήνάγκασε τον Βελήν νά κάμη ειρήνην προς τον Άλή Φαρμάκην, δστις όμως επέβαλεν ώς δρον τής υποταγής του, δτι ό Κολοκοτρώνης και οί μετ' αύτού θά μείνωσιν ελεύθεροι νά έπιστρέψω σιν έν ασφαλεία εις τήν Ζάκυνθον. Ή έντιμος διαγωγή του Κολοκοτρώνη εις τήν περίστασιν ταύτην τω προσεποίησε μεγάλην φήμην μεταξύ των Μουσουλ­μάνων, δπως και μεταξύ των Χριστιανών, άνά τήν Ελλάδα.
Άφού αί Ιόνιοι Νήσοι παρεχωρήθησαν εις τήν Γαλλίαν, ό Κολοκοτρώ­νης διετήρησε τήν συνάφειάν του μέ τον Μορέαν, και κατέστη ζωέμπορος, των κτηνών εισαγομένων πολυαρίθμων προς χρήσιν τών στρατευμάτων. 'Οταν οί 'Αγγλοι κατέλαβον τήν Ζάκυνθον τω 1810, είσήλθεν εις τήν ύπηρεσίαν των. Ητο σχεδόν τεσσαρακοντούτης, και επειδή δέν έτρεφε συμπάθειαν ούτε προς τον Άγγλικόν χαρακτήρα ούτε προς τήν Βρετα­νικήν πολιτικήν, ή διαγωγή του ώδηγείτο καθ' ολοκληρίαν άπό τά ίδια συμφέροντά του. Ελάμβανε μέγαν μισθόν άπό τήν Άγγλίαν, και ή βελτίωσις τής κοινωνικής του θέσεως τον καθίστα ίκανόν νά διεξάγη τάς ραδιουργίας του εις τον Μορέαν μετά πλείονος αποτελέσματος. Ή λογική του και αί προλήψεις του άμα τον έδίδασκον νά θεωρή τήν 'Ρωσσίαν ώς τήν μόνην ειλικρινή σύμμαχον τής Ελλάδος, και τήν μόνην αδιάλλακτον τής Τουρκίας έχθράν, τό όποίον οί 'Ελληνες έν γένει προθυμούνται νά θεωρώσιν ώς έν και τό αυτό. Ό Κολοκοτρώνης είσήλθεν εις τήν ύπηρεσίαν τής Αγγλίας ώς λοχαγός, και παρευρέθη εις τήν έφοδον τής Λευκάδος, δπου ή Ελληνική φάλαγξ δέν έδρεψε δάφνας. Ακολούθως προεβιβάσθη εις ταγματάρχην, άλλ' ή στρατιωτική υπηρεσία δέν τω έδωκε χροιάν τινα στρατιωτικής μαθήσεως, και έμεινεν άμαθής περί τήν τακτικήν, και αναί­σθητος προς τήν άξίαν τής πειθαρχίας. Μετά τήν ειρήνην, έμεινε δύο έτη εις τούς επιτελείς, άργόμισθος. Είτα ύπεβιβάσθη, κ' έπανήλθεν είς τό πά­λαιόν του επάγγελμα του ζωεμπόρου.
Οί 'Ρώσσοι δέν είχον παρίδη τά χαρίσματά του, και ήτο σχετικός μέ δλα τά σχέδια τά σχηματιζόμενα ύπό τήν 'Ρωσσικήν αιγίδα, προς παρασκευήν εξεγέρσεων εναντίον τών Τούρκων. Ενωρίς έμυήθη εις τά μυστικά τής Εταιρίας.
Τήν 3 Ιανουαρίου 1821 κατέλιπε τήν Ζάκυνθον, προς έντάμωσιν εκεί­νων οίτινες παρεσκευάζοντο διά τήν έκρηξιν. Αποβιβασθείς είς Καρδαμύλην τής Μάνης, έκρύπτετο είς τήν οίκίαν του Μουρτζίνου, ενός τών ισχυ­ρότερων οπλαρχηγών τής ακτής, περιμένων τό σημείον προς γενικήν έξέγερσιν τών Χριστιανών. Είπομεν ήδη δτι ήτο παρών είς τήν άλωσιν τής Καλαμάτας. Τήν 25 Μαρτίου κατέλιπε τούς Μανιάτας είς Μεσσηνίαν, και απήλθε νά ζητήση άνεξάρτητον σφαίραν ενεργείας είς Καρύταιναν. Ή συμμορία του συνίστατο άπό τριακόσιους άνδρας, άλλ' έκ τούτων μόνον τριάκοντα ήσαν ύπό τάς άμεσους διαταγάς του. Άνέλαβεν δμως τήν άνωτάτην διεύθυνσιν και, είς τήν πορείαν του διά τής πεδιάδος του Λεονταρίου, έκάλει δλους τούς χωρικούς νά λάβωσι τά δπλα, έπιβάλλων τάς διαταγάς του δι' απειλών νά καύση τάς οικίας τών όκνούντων. Διήλθε τά ερείπια τής Μεγαλοπόλεως, έπαναλαμβάνων τό όνομα του 'Επαμινώνδα. Αλλά δέν ήξευρε τίποτε περί τών προσωπικών αρετών και τής βαθείας τακτικής του μεγάλου εκείνου ανδρός· ούτε, αν τά ήξευρε, θά ήσθάνετο πιθανώς έπιθυμίαν νά τά μιμηθή, καίτοι αί ίδιάζουσαι περιστάσεις είς τάς οποίας διετέλει ή Ελλάς καθιστών τάς άρετάς και τήν μάθησιν έκείνην τά άριστα προσόντα όπως γείνη τις ό ήρως τής Επαναστάσεως, και κατορθώση τα­χείαν τήν επιτυχίαν της.
Ή Καρύταινα μετ' ολίγον περιεζώσθη ύπό έξακισχιλίων ανδρών, άλλά τήν 30 Μαρτίου σώμα Τουρκικού ιππικού έκ πεντακοσίων άπό τής Τριπό­λεως προσέβαλε και διεσκόρπισε τό στράτευμα τούτο, άμοιρούν τάξεως. Ό Κολοκοτρώνης έβιάσθη νά φύγη μετά τόσης σπουδής ώστε έχασε τό του­φέκι του, και έφθασε μόνος είς Χρυσοβίτσι. Έκκλησίδιον τής Παναγίας ίσταται παρά τήν είσοδον του χωρίου. Εισήλθε και έδεήθη υπέρ τής απε­λευθερώσεως τής Ελλάδος μετά ζέσεως ήτις έμεινεν έντετυπωμενη είς τό πνεύμα του μέχρι τελευταίας πνοής. Έν τω ένθουσιασμώ τής ευλάβειάς του, του έφάνη δτι έλαβεν άποκάλυψιν άναγγέλλουσαν δτι αί προσευχαί του είσηκούσθησαν, και ήγέρθη εμψυχωμένος, και μέ νέαν ρωμαλεότητα. Ό Κολοκοτρώνης, ανδρείος, δέν απέκρυπτε τάς περιστάσεις τής φυγής του, καί, παλαιός πολέμαρχος, δέν έξεπλήττετο διά τον πανικόν μεταξύ νε­οσύλλεκτων άλλ' ή ευκολία μεθ' ης είδεν έξ χιλιάδας ένοπλους άνδρας νά διασκορπισθούν άπό πεντακόσιους ιππείς, τω ενέπνευσε μεγάλην κατα­φρόνησιν προς τό θάρρος τών αγροτών. Ή καταφρόνησις αύτη μεγάλως επεκράτησε μεταξύ τών στρατιωτικών τάξεων κατά τήν 'Επανάστασιν, καίτοι ήτο άδικος όσον καί ασύμφορος. Άλλά πάμπολλοι έκ τών οπλαρ­χηγών καί οπλιτών άπέδιδον τάς νίκας τών Χριστιανών, λίαν σφαλερώς πολλάκις, είς τά στρατηγήματα τών κλεφτών, καί είς τήν άνδρείαν τών άρματωλών. Καί δμως εμβριθής μελέτη τής ιστορίας τής Επαναστάσεως απέδειξε τό γεγονός δτι ή καρτερία καί ή αυτοθυσία τών χωρικών πρά­γματι έφερε τον αγώνα είς αίσιον πέρας. 'Οταν οί κλέφται ύπεχώρουν, καί οί άρματωλοί ήττώντο, ή αγροτική τάξις παρέτεινε τήν άντίστασιν, καί άνενέου τήν πάλην μετά πάσαν άλλεπάλληλον ήτταν, μετ' αδάμαστου επιμονής.
Είς τον Μορέαν, οί 'Ελληνες τάχιστα έγειναν κύριοι δλης τής υπαι­θρίου χώρας, καί δλος ό Χριστιανικός πληθυσμός ήτο είς τά δπλα.
Γεωργίου Φίνλεϋ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Μακεδονική- Μυκηναϊκή Διάλεκτος

Η ΣΥΓΓΈΝΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΉΣ
ΚΑΙ ΜΥΚΗΝΑΪΚΉΣ ΔΙΑΛΈΚΤΟΥ

Το θέμα της καταγωγής της γλώσσας και της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων έθεσε σε νέες βάσεις, ο Καθηγητής, Ι.Κ.Προμπονάς με τη μελέτη του που είχε δημο σιευθεί στο περιοδικό «Μνήμων» 2 το 1973. Στον πρόλογο αυτής της μελέτης ο Καθηγητής Μπρομπονάς αναφέρει: «Δι’αυτής ο γράφων πιστεύει ότι καταρρί πτεται οριστικώς ο μύθος - καταλλήλως μάλιστα υπό της Σλαυικής προπαγάνδας καλλιεργηθείς και διαδοθείς - περί ξενικής καταγωγής των αρχαίων Μακεδόνων και «εξελληνισμού» αυτών κατά τον 5ον και 4ον π.Χ. αι. Διότι μυκηναϊκά γλωσσι κά στοιχεία άγνωστα εις τον χώρον της Ιωνικής - Αττικής, όθεν υποτίθεται ότι εγένετο ο «εξελληνισμός» των Μακεδόνων ανευρίσκονται νυν εις την Μακεδο νικήν διάλεκτον».
Ακολουθεί η αναφορά στο γλωσσικό υλικό, της,που είναι λίγες εκατοντάδες λέξεων, κύριων ονομάτων κατά το πλείστον. Αυτές προέρχονται από ποικίλες πηγές, που αγγίζουν τον 5ον π.Χ. αιώνα. Την εκθέτω: «Η ανεύρεσις επομένως εντός του πενιχρού τούτου και μεταγενεστέρων σχετικώς χρόνων υλικού μυκηναϊκών γλωσ- σικών στοιχείων, φωνητικών, μορφολογικών και λεξιλογικών ομιλεί ευγλώττως περί της αρχαιότητος της Μακεδονικής διαλέκτου. Καταρρέει τοιουτοτρόπως ο μύθος περί «εξελληνισμού» των Μακεδόνων κατά τον 5ον-4ον π.Χ. αι. και αποδεικνύεται - και διά του τρόπου τούτου - η παναρχαία ελληνικότης της γλώσσης και της εθνικότητος αυτών…».
Ο καταληκτικός συμπερασματικά απότοκος περί της εθνικής καταγωγής και της διαλέκτου των Μακεδόνων και η αναβλύζουσα επιστημονική απόγευση ήταν αποτέλε σμα οργανωμένης επιστημονικής γλωσσικής έρευνας που ανέδειξε τη συγγένεια της Μακεδονικής διαλέκτου με την Μυκηναϊκήν και την κατέστησε απτή πραγμα τικότητα. Η ερευνητική προσπάθεια κατ’ αρχάς του Ι.Κ.Πομπονά εστιάζεται στη Φωνητική και τη Μορφολογία. Ιχνηλατεί, ανακαλύπτει και επισημαίνει την ύπαρξη κοινών στοιχείων στη Μυκηναϊκή και Μακεδονική διάλεκτο.
Παραθέτω ενδεικτικά παραδείγματα αποδεικνύοντα το φαινόμενο: «(Η τροπή του ε σε ι•) ε > ι•εν λέξει «ινδέα•μεσημβρία•Μακεδόνες».Το Μακεδονικόν ινδέα υπό πάντων συνάπτεται προς το ενδία (ενν. ημέρα), ετυμολογούμενον εκ της προθέσεως εν+Δίος<δί F ιος. Η αυτή τροπή του ε εις ι μαρτυρείται διά πολλών παραδειγμάτων και εις την Μυκηναϊκήν• π.χ. a-ti-mi-te Αρτιμίτει=Αρτέμιτι (δοτ.) αλλά a-te mi-to Αρτέμιτος (γεν), ti- mi-to Θέμιστος (γεν. του Θέμις). Τροπή των δασέων φ,χ,θ εις μέσα β,γ,δ• π.χ. Σταδμέας <Σταθμέας, Βάλακρος<Φάλακρος-Φαλακρός, Γαλάδραι<Χαράδραι.Το φαινόμενο τούτο μαρτυρείται και εις την Μυκηναϊκήν•π.χ.: Ka-da-ro Kάδαρος.Την λέξιν σχετίζουν ο Palmer και ο Landau προς την παρ’ Ησυχίω γλώσσαν «καδαρόν < ου > θολερόν».
« Η συμπλήρωσις αύτη ανήκει εις τον εκδότην του Ησσυχίου Schmidt και υιοθετείται μεταξύ άλλων υπό του Fick, του Herwerden s.v. και του Χατζιδάκι. Πάντες ούτοι θεωρούν συγχρόνως τον τύπον καδαρόν<καθαρόν Μακεδονικόν. Αλλ’ η λέξις υπό την μορφήν αυτήν αναγιγνώσκεται νυν εις μυκηναϊκήν πινακίδα! o-du-ru-wi-jo Oδρύιος, παράγωγον του Όδρυς. Η λέξις μαρτυρείται εν Θεσσαλία υπό την μορφήν Όθρυς•και ασφαλώς ενταύθα ανήκει η παρ’ Ησυχίω γλώσσα «όθρυν• Κρήτες το όρος». Κατάληξις θηλυκών-α• π.χ. κεβαλά<κεφαλά, ταγόναγα<ταγών αγά, μάχα, νίκα. Μυκηναϊκή: a-ro-pa αλοιφά, ka-ra-na κράνα ki-ri-ta κριθά. Κατάληξις αρσενικών -τας• π.χ. Αλκέτας, Aμύντας, Μαχάτας, Περίτας. Μυκην: ai-ki-pa‘-ta αιγιπάστας,ma-ka-ta Μαχάτας .Ονόματα εις -άνωρ•π.χ. Αλκάνωρ,Νικάνωρ, Στασάνωρ.Μυκηναϊκά: a-ta-no Αντάνωρ,a-ka-sa-no Αλξάνωρ». Όμως η ύπαρξη συγγένειας των δύο διαλέκτων της Έλληνικής γλώσσας δεν παρα τηρείται μόνο στο χώρο της Φωνητικής και της Μορφολογίας. Αλλά επεκτείνεται και στο διασωθέν σώμα, του λεξικολογικού πλούτου της Μακεδονικής έναντι της Μυκη ναϊκής διαλέκτου. Τα προς έκθεση παραδείγματα είναι σημαντικά γιατί εκπορεύονται από το χώρο της Μακεδονικής θρησκείας και της συντεταγμένης Μακεδονικής πολι τείας. Αυτά είναι κατά κανόνα κύρια ονόματα κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μακε δονικού λεξιλογίου που διασώθηκε και διατίθεται προς έρευνα. Όμως η ύπαρξη αφθονίας κύριων ονομάτων στις μυκηναϊκές πινακίδες καθιστά το έργο της σύγκρι σης ευχερέστερον.Έκτίθενται τα παραδείγματα: « Αιανός , ( Russu) , Mυκην. A-wa-ne-u. ΑιFανεύς. Αμφότερα τα ονόματα ταύτα, μακεδονικόν και μυκηναϊκόν, σχετίζο νται βεβαίως προς το αιανής (σαι-F–ανής). -(και «Αιανή, πόλις Μακεδονίας…» Στέφ Βυζάντιος. Αλέξανδρος. Μυκην. a-re-ka-sa-da-ra Aλεξάνδρα.Το από των μυκην. χρόνων εν χρήσει όνομα τούτο επέζησε μέχρι σήμερον προφανώς χάρις εις τον ένδοξον φορέα του. Δίος μην.Μυκην.di-wi-jo-jo meno ΔιFίοιο μηνός.Το όνομα του μηνός τούτου παρουσιάζει νέον ενδιαφέρον,διότι σχετίζεται προς την παναρχαίαν λατρείαν όχι μόνον των μακεδόνων, αλλά του Ελληνικού έθνους γενικώτερον. Ως είναι δηλαδή γνωστόν τα ονόματα των αρχαίων μηνών προέρχονται εξ ονομάτων εορτών. Δίος επομένως εκλήθη ο μην εκ της τελέσεως κατά την διάρκειαν αυτού εορτής Δία καλουμένης, ήτις προς τιμήν βεβαίως του Διός ετελείτο. Πάντα δε ταύτα προϋποθέτουν ωργανωμένον εις την Μακεδονίαν θρησκευτικόν βίον ήδη, ως κατωτέρω θα δειχθή προ του 1900 π.Χ. Η επιβίωσις δε του ονόματος τούτου κατά τους ιστορικούς χρόνους εις την Μακεδονίαν δεν εκπλήσσει και δι’ άλλους λόγους αλλά και διότι, ως είναι γνωστό, εις τον χώρον της λατρείας η παράδοσις «μέγας δυνάστης» είναι» .Θεόδωρος.Μυκην. te-o-do-ra. Και το όνομα τούτο αριθμεί βίον χιλιετηρίδων .Κασσάνδρα. Το όνομα απαντά εις την Μυκην. υπό τον τύπον ke-sa-λda-ra Κεσσάνδρα και ταυτίζεται προς το Κασσάνδρα». «Ο αριθμός των κυρίων ονομάτων των απαντώντων από κοινού εις την Μακεδονικήν και Μυκηναϊκήν διάλεκτον δεν είναι ασήμαντος: εκ των διακοσίων περίπου διασωθέντων μακεδονικών ονομάτων εκ πηγών του 5ου και 4ου π.χ.αι. τα τεσσαράκοντα και πλέον είναι και μυκηναϊκά! Ο αριθμός δ’ ούτος πράγματι εκπλήσσει, αν ληφθή υπ’ όψιν ότι εκ των επτακοσίων περίπου κυρίων ονομάτων των απαντώντων παρ’ ‘Ομήρω, τα μαρτυρούμενα και εις τα μυκηναϊκά κείμενα ανέρχονται μόλις εις εξήκοντα. Από της πλευράς αυτής -τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών - προς την Μυκηναϊκήν συγγενεύει περισσότερον η Μακεδονική διάλεκτος παρά ο Όμηρος, ο οποίος εν τούτοις περιγράφει τον μυκηναϊκόν κόσμον και κείται χρονικώς πολύ εγγύτερον εις αυτόν!» Όμως η υπάρχουσα συγγένεια μεταξύ Μακεδονικής και Μυκηναϊκής διαλέκτου φαίνεται να εμφιλοχωρεί και στις άλλες ελληνικές διαλέκτους, στην Αρκαδοκυπριακή και σε εκείνες που χαρακτηρίζονται για το αχαϊκό γλωσσικό υπόστρωμα. Αυτό αποσαφηνίζεται και τεκμηριώνεται με τα κάτωθι εκτιθέμενα παραδείγματα: «Αέροπες• Έθνος Τροιζήνα κατοικούντες.και εν Μακεδονία γένος τι.και όρνεα τινά». «αμαλή. Η λέξις απαντά παρ’ Ομήρω (υ14,Χ310) αλλά και ως μακεδονική. Κατά το Μ. Ετυμολογικό 76,39: «αμαλή• η απαλή .η δε λέξις Μακεδόνων». Αμύντας εν Μακεδονία (Xoffmann, Russu, Kalleris 291,292,293). Το αυτό ακριβώς όνομα ανεγνώσθη νυν εις κορινθιακήν επιγραφήν του 8ου -7ου π.Χ. αι., « loin du domaine macédoniam», ως αναγνωρίζει ο Masson». Βάλλαι. Όνομα μακεδονικής πόλεως. Δεν ενδιαφέρει ενταύθα η ετυμολογία του ονό ματος. Σημασίαν έχει ότι « βάλλαι» εκαλούντο οι «βαθμοί υπό Κυπρίων» κατά την μαρτυρίαν του Ησυχίου και ότι επομένως, εκ του προσηγορικού τούτου ηδύνατο να προκύψει το Μακεδονικόν τοπωνύμιον. Ζέρεθρον. Κατά την ρητήν μαρτυρίαν του Ευσταθίου ζέρεθρον εκάλουν οι Μακεδόνες το βάραθρον: «το δε βέρεθρον κοινώς μεν βάραθρον, κατά Μακεδόνας δε φασί και ζέρεθρον λέγεται»• και αλλαχού: «ότι δε το βέρεθρον ζέρεθρον Μακεδόνες φασί, και αλλαχού δηλούται». Κατά την μαρτυ ρίαν του Στράβωνος (VIII 389) ομοίως εκάλουν οι Αρκάδες τα βέρεθρα : «…των βερέθρων, α καλούσιν οι Αρκάδες ζέρεθρα…». ίλαξ: Κατά την μαρτυρίαν του Ησυχίου ούτως εκάλουν οι Μακεδόνες την πρίνον: «ίλαξ• η πρίνος, ως Ρωμαίοι και Μακεδόνες».(Latte). Ότι πρόκειται ενταύθα σύμφυ ρσις των γλωσσών: «ίλαξ∙ η πρίνος, Μακεδόνες» και «ίλεξ∙ η πρίνος, ΄Ρωμαίοι» υπεστηρίχθη ήδη. Άλλωστε η αυτή λέξις και εν τη αυτή σημασία μαρτυρείται εκ της Ηλείας και εκ της Λακωνίας• κατά την μαρτυρίαν και πάλιν του Ησυχίου : «δίλαξ η αρία, το φυτόν. Λάκωνες» (Latte) και : «φίλαξ• δρυς νέος». Ήλείοι. Οι τύποι δίλαξ και φύλαξ ομιλούν σαφώς περί υπάρξεως αρχικού F, όπερ απλούστατα εξέπεσεν εις το Μακεδονικόν (F) ίλαξ! ιν=εν. Εν Μακεδονία,ως δεικνύει η λέξις ινδέα. Ομοίως εν Αρκαδία, Κύπρω, Κρήτη, και Παμφυλία. σιγύννη. Κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου V9 «σιγύννας δι’ ών καλέουσι …Κύπριοι τα δόρατα». Αλλ’ η αυτή λέξις είναι και μακεδονική• κατά την Σούδαν: «σιγύννη και σιγύννους• τα δόρατα παρά Μακεδόσιν». Και ασφαλώς ο γνωρίζων την επί χιλιε τηρίδας αδιάκοπον γλωσσικήν και εθνικήν παράδοσιν εις τον τόπον τούτον δεν ξενί ζεται πληροφορούμενος ότι η λέξις αύτη ζη μέχρι σήμερον εις την Ελληνικήν γλώσσαν. Και ορθότατα βεβαίως ο καθηγ. Τσοπανάκης αναφερόμενος είς την επιβίωσιν της λέξεως εν Ρόδω συμπεραίνει ότι «ότι η λ. ήταν γνωστή και στην Ρόδο (όπως δηλ. εις την Μακεδονίαν και εις την Κύπρον) από το ίδιο αχαϊκό –μυκηναϊκό υπόστρωμα». Εις τα ανωτέρω προσθετέον και εν παράδειγμα ειλημμένον εκ της σημερινής προφορικής παραδόσεως! Το ρήμα μπλάζω (<εμπλάσσω, ιων.-αττ. εμπλήσσω- ττω>)= «συναντώ ξαφνικά κάποιον, πέφτω επάνω σε κάποιον» , όπερ υπό την αυτήν μορφήν και την αυτην σημασίαν σώζεται μέχρι σήμερον εις την Μακεδονίαν και εις την Κύ προν. Εις την λέξιν αυτήν αντικατοπτρίζεται αδιάκοπος εθνική παράδοσις τεσσά ρων χιλιετηρίδων. ( σημείωση γράφοντος: Και νυν εν Σιατίστη το παρόν ρήμα στον Αόριστο: έμπλαξα). .
Ο καθηγ. Προμπονάς θεωρεί τη Μακεδονική διάλεκτο ως την αρχαιοτέρα μεταξύ των ελληνικών διαλέκτων και τους Μακεδόνες ως τούς γνησιότερους ινδοευ ρωπαίους πρωτοέλληνες. Παράλληλα όμως την χαρακτηρίζει συντηρητική. « Ή ιδιό της αύτη οφείλεται εις τους προηγουμένους λόγους και συγχρόνως εις την επί μέγα χρο νικό διάστημα(από του 1900 π. Χ. μέχρι και του 5ου π.Χ. αι. περίπου) απομόνωσιν της Μακεδονίας από του λοιπού ελληνοφώνου κόσμου, οφειλομένην εις άλλους λόγους αλλά και εις την γεωγραφικήν φύσιν της Χώρας. Εις τον χαρακτήρα της Μακεδονικής διαλέκτου οφείλεται η βραδυτάτη εξέλιξις ταύτης και η επιβίωσις εις αυτήν παναρ χαίων λέξεων–εσχηματισμένων, εννοείται, επί τη βάσει των νόμων της Ελληνικής γλώσ σης–σπανιωτάτων ή και αμαρτύρων εις τας λοιπάς ελληνικάς διαλέκτους.Eορδία:
Περιοχή της Μακεδονίας νοτίως του όρους βέρμιον. Το γεωγραφικόν όνομα Μνημονεύεται το πρώτον παρά Θουκυδίδη (ΙΙ 99). Πόθεν το όνομα; Ό καθηγητής Τσοπανάκης υπέθεσεν ότι ο εν αρχή φθόγγος Ε αντιπροσωπεύει ενταύθα αρχικόν F.No μίζω ότι η γνώμη του καθηγητού Τσοπανάκη είναι ορθή: ο εξ επιγραφής του 4ου π.χ. αι. μαρτυρούμενος τύπος Ευορδία(=ΈFoρδία) δεικνύει τούτο. Tι σημαίνει Εορδία= Fορδία; Τα μυκηναϊκά wo-do-we FoρδόFεν=ροδόεν (έλαιον), wo-di-je-ja Fορδί εια=Ροδίεια έρχονται τάχιστα εις τον νουν και αναμφιβόλως συμβάλλουν εις την ερμηνείαν του μακεδονικού τοπωνυμίου: ΕορδίαΑλλά ο ερευνητής της Μακεδονικής διαλέκτου ας μην προσμένει να ιχνηλατήσει μόνον σ’ αυτήν τα αναζητούμενα πανάρχαια γλωσσικά στοιχεία, μόνον στον διασω θέντα λεκτικό πλούτο της. Όμως δεν λείπουν οι περιπτώσεις λέξεων που η ορθή ετυμολόγηση και ερμηνεία των, επιβάλλει τη συνδρομή της Νέας Ελληνικής. Παραθέτω το ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα του Ησυχίου: Παρ’ Ησυχίω φέρεται «άδδαι• ρυμοί• Μακεδόνες». Παρακάμπτω τις γλωσσικές προσεγγίσεις και ερμηνείες, Ελλήνων και ξένων ειδικών, για να παρουσιάσω εκείνην που έλυσε το πρόβλημα. Και αυτή είναι του Καθηγητή, Ι. Κ. Προμπονά. Εξ αυτής εκθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Αλλά ποία η προέλευσις της λέξεως;
Η Νέα Ελληνική, μάλιστα δε τα σημερινά Μακεδονικά ιδιώματα παρέχουν την δυνα τότητα πειστικής ερμηνείας της λέξεως άδδαι. Αρχίζομεν από του παρ’ Ησυχίω ερμη νεύματος «ρυμοί». Η λέξις αύτη εις την αρχαίαν Ελληνικήν εσήμαινε κατ’ αυτόν τον Ησύχιον «του άρματοςτο εκτεταμένον ξύλον παρά τους ίππους έως του ζυγού μέσου από του άξονος, ό τινες στήμονα και σταθμίον καλούσι», ήτοι το προς τα εμπρός εκτεινόμενον ξύλον της αμάξης από του μέσου άξονος μέχρι του ζυγού, εκατέ ρωθεν του οποίου ζευγύονται τα υποζύγια. Άλλ’ εξόχως ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία του Πολυδεύκους ( Όνομ. 1252), καθ’ην η λ. ρυμός εχρησιμοποιείτο και επί αρότρου προς δήλωσιν του επιμήκους ξύλου του συνδέοντος τον ζυγόν μετά του υνίου, σημαίνουσα επομένως ο,τι περίπου και ο ιστοβοεύς των αρχαίων,το σταβάρι των σημερινών Ελλήνων. Όμως πλην των ανωτέρω η λέξις ρυμός είχε και άλλην γενικωτέραν σημασίαν• εσήμαινε γενικώτερον ξύλον–πιθανώτατα επίμηκες –ως συνά γεται εκ των κατωτέρων επιγραφών:
«ξύλα και κληματίδες και ρυμοί τα ιερεία εψήσαι»:
(ΙG XI 2, 203, A51• του 3ου π.Χ. αι. Δήλος)•
«λαμπάδες και ρυμοί εις τους χορούς Άρτεμισίοις»
« Άφροδισίων τω χορώ λαμπάδες, ρυμοί»
Επομένως, συμφώνως προς το ερμήνευμα ρυμοί η Μακεδονική λέξις άδδαι εσήμαινε: α) επίμηκες ξύλον ως εξάρτημα αμάξης ή αρότρου, έχον σχέσιν προς τον ζυγόν ή β) απλώς επίμηκες ξύλον.
Ποία λοιπόν η λανθάνουσα υπό το λήμμα άδδαι λέξις;
Την απάντησιν δίδουν εν συνδυασμώ βεβαίως προς τα προηγούμενα, τα σημερινά Μακεδονικά ιδιώματα: αδρά καλείται σήμερον κατά τας μαρτυρίας του ΙΛΑ( Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών), εις την Σιάτισταν της Μακε δονίας . « α) ξυλίνη ή σιδηρά σφήν συνδέουσα τον ιστοβοέα μετά του ζυγού β) ράβδος ποιμενική: ασμ: Με τη φλουέρα τα λαλεί με την αδρά τα διώχνει. Το σημερινόν μακεδονικόν αδρά βοά ότι εις το παρ’ Ησυχίω άδδαι πρόκειται εσφαλμένη παράδοσις του αδραί: εις την κεφαλαιογράμματον γραφήν ευκόλως το συμπλεγμα ΔΡ ηδύνατο να παραναγνωσθή εις ΔΔ.
Η λέξις τώρα αδρά- αδραί, η φερομένη παρ’ Ησυχίω ως μακεδονική και υπό τον εσφαλμένον τύπον άδδαι, είναι η πράγματι μακεδονική μόνον κατά την μορφήν. Αύτη μαρτυρείται και εις ποικίλους τύπους. Παραθέτω αυτολεξεί το σχετικόν λήμμα του ΙΛΑ, όπου παρέχεται και η ετυμολογία της λέξεως. « αδρύ το, Μακεδ. Ψαρ. Αντρύ Μακεδ. Σίφν. Ίδρυ Σέριφ. Σύρος. (… αdρυά Μακεδ.(Χαλκιδ.) αδρά Μακεδ.( Σιάτ.) αdρυάς ο Μακεδ.( Χαλκιδ.).Έκ του μεσν. Ουσιαστικόν άδρυον. Πβ. Ησύχ. « άδρυα• οι τύλοι αρότρου, δι’ ων ο ιστοβοεύς αρμόζεται». 1) Ξυλίνη ή σιδηρά σφην συνδέουσα τον ιστοβοέα μετά του ζυγού 2) ράβδος ποιμενική Μακεδ. (Σιάτ.). Τη βοηθεία λοιπόν της Νέας Ελληνικής αποκατεστάθη εσφαλμένως παραδοθείς τύπος παρ’ Ησυχίω, ευρέθη το έτυμον μιας εισέτι μακεδονικής λέξεως και συγχρόνως κατέρρευσε βασικόν επιχείρημα της περί ξενικής καταγωγής της Μακεδονικής διαλέκτου θεωρίας,όπερ είχε στηριχθή επί της εσφαλμένης ετυμολογίας της λέξεως ταύτης. Ότι δ’ η μελέτη των σημερινών νεοελληνικών ιδιωμάτων,μάλιστα δε των Μακεδονικών, θα φωτίσει και άλλων «μακεδονικών» λέξεων την προέλευσιν, περιττεύει βεβαίως να λεχθή.
Και είναι βεβαίως περιττόν κατόπιν των προηγουμένως αναπτυχθέντων να τονισθή ότι η θεωρουμένη νυν υπό νέον πρίσμα Μακεδονική διάλεκτος όχι μόνον παρουσιάζει ιδιαίτερον ενδιαφέρον διά την ιστορίαν της Ελληνικής γλώσσης, αλλά και διαφωτίζει, όσον ίσως ουδεμία άλλη των Ελληνικών διαλέκτων, την παναρχαίαν ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους: μεταξύ άλλων αι μακεδονικαί λέξεις Δίος (μην), Λάγος¬-Λαγέτας, διαίτας κ.λ.π., μαρτυρούμεναι εμμέσως ή αμέσως και εκ των μυκηναϊκών πινακίδων, ανάγονται βεβαίως εις τους προ του 1900 π .Χ. χρόνους και ομιλούν ευγλώτως περί ωργανωμένου ήδη από της εποχής εκείνης θρησκευτικού και πολιτικού βίου του έθνους των Ελλήνων.
Δυνάμεθα δ’ ως ακολούθως να συνοψίσωμεν τα περί Μακεδονικής διαλέκτου και Μακεδόνων. Η διάλεκτος αύτη είναι: 1. γνησίως Ελληνική, αδελφή της Μυκηναϊκής – Αιολικής και της Αρκαδοκυπριακής, και 2. η αρχαϊκωτέρα, αμιγεστέρα και συντηρη τικωτέρα των Ελληνικών διαλέκτων των ιστορικών χρόνων. Κατά συνέπειαν οι ομιλούντες ταύτην Μακεδόνες είναι οι γνησιώτεροι Ινδοευρωπαίοι Πρωτοέλληνες. Η προς αυτούς οφειλή του Έθνους είναι μεγίστη• προμαχούντες των Ελλήνων του νότου, συνέβαλον ούτοι εις την δημιουργιαν του Ελληνικού πολιτισμού, ον αργότερον διέδωσαν δια του Μεγάλου Αλεξάνδρου ανά τα πέρατα της Οικουμένης, εξελλη νίσαντες τον τότε γνωστόν κόσμον και καταστήσαντες παγκόσμιον την Ελληνικήν γλώσσαν.


ΑΡΜΑΝΟΙ–ΒΛΑΧΟΙ