"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος εκπορθεί το Παλαμήδι.


"Αλλ' ο Στάικος αφού κατέλαβεν τοιούτον ακαταμάχη τον φρούριον το Παλαμήδι έγραψε αμέσως εις την Κυβέ ρνησιν, εξαποστείλας δύο ιππείς δια την χαροποιάν αυ τήν αγγελίαν, προτρέπων αυτήν ότι η ιδία να προφτάση όσον ένεστι τάχιον, ή ν' αποφασίση να στείλη ευθύς πληρεξούσιον αντιπρόσωπόν της να παραδοθώσι τα φρούρια αυτά εν ονόματι της Κυβερνήσεως του Έθνους, να μην συμβή καμμία αταξία και κατάχρησις. Συγχρόνως δε ειδοποίησεν από ανοησίαν του μάλλον και τον Κολοκοτρώνην, διατρίβοντα τότε εις το Σούλι, την χαροποιόν ταύτην αγγελίαν. Και άμα έλαβε αυτήν, ανεχώρησεν αυθωρεί και έφθασεν εις το Παλαμήδι προ της ανατολής του ηλίου και κατόπιν αυτού μετά δύο ώρας έφθασαν όλοι όσοι ευρίσκοντο εις την Αργολιδοκορινθίαν στρατιώται, υπέρ τας τρεις χιλιάδας. Και τότε ο μεν Κολοκοτρώνης έγινε κατακτητής, και κύριος του Παλαμηδίου, το δε Στάικον παραγκώνισε και εμηδένισεν, ώστε οι περί τον Κολοκοτρώνην σωματοφύλακες λεγόμενοι, αφού ήρπασαν όσα εις το Παλαμήδι όπλα και πράγματα τουρκικά, κατά διαταγήν αυτού, τα οποία είχεν συνάξει ο Στάικος και αναποταμιεύσει εις εν μέρος δια να τα παραδώση εις την Κυβέρνησιν, τακτικώς να διανεμηθώσι μαζύ με τα του Ναυπλίου, κατήντησαν να του αρπάσουν και τα εδικά του όπλα ότι δήθεν ήσαν τουρκικά. Εις τοιαύτην ανόσιον πράξιν καταντήσαντες ανήγγειλεν ο Στάικος εις τον Κολοκοτρώνην αυτήν την βανδαλικήν απανθρωπίαν και του απήντησεν ότι «καλά του έκαμαν του κερατά, διότι ήθελεν να προσκαλέση την ψευτοδιοίκησιν από το Κρανίδι να της παραδώση τοιαύτα φρούρια». Άμα λοιπόν έφτασεν εκεί, ως είρηται, αμέσως ήρχισεν την διαπραγμάτευσιν και αυθημερόν την ετελείωσε και παρεδόθηκαν όλα αυτά τα φρούρια δια συνθήκης επ' ονόματι του Κολοκοτρώνη χωρίς άδειαν της Κυβερνήσεως του Έθνους και μηδ' αυτής της υποχειρίου Πελοποννησιακής Γερουσίας, ήτις αφού έμαθε το τοιούτον ανοσιούργημα και δυσανασχετήσασα κατήντησεν εις τοιαύτην τόλμην, ώστε του έγραψε πικράς επιπλήξεις, αλλ' ολίγον εφρόντισε δι' αυτάς.
Όθεν γενόμενος κύριος κατακτητής του Ναυπλίου εσύναξαν όλα τα πλούτη των Τούρκων και τα μεν άχρηστα, οίον χαλκώματα, όπλα, σιδηρά, παλαιοστρώματα βρωμερά και ενδύματα, τα έθεσαν εις τα τζαμία προς φύλαξιν δήθεν, να γίνουν διανομή εις τους στρατιώτες, τα δε χρυσά, αργυρά, πολύτιμους λίθους, μαργαρίτας και όλα τα βαρύτιμα πράγματα, τα έθεσαν κατά μέρος, αυτός με τους υιούς του, ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο Τσιόκρης, οι Πετιμεζαίοι, ο Τασκούλιας, ο Αποστόλης και οι λοιποί κόλακες των και τα διένειμαν μεταξύ των και όσα έκλεψεν ο είς του άλλου κρυφίως και ήρπασαν, ώστε τα κατεβρόχθισαν όλα, ως ο Άδης αδικήσαντες και το Δημόσιον και τους απ' αρχής πολιορκητάς καθότι και τα συναχθέντα εις τα τζαμία, και αυτά τα έκλεψαν εκείνοι οίτινες εγνώριζον την τέχνην αυτήν και, όταν τα ήνοιξαν δεν ευρέθη σχεδόν τίποτα.
Του δε Στάικου, του αδελφού του και όλων των 350 στρατιωτών τους τους έβγαλαν μερίδιον εις μαλλιά, παλαιοστρώματα και παλαιά φορέματα τουρκικά βρωμερά τριών χιλιάδων γροσιών κατ' εκτίμησιν, δηλαδή προς οκτώ γρόσια εκάστου στρατιώτου, τα οποία ουδ' εκατεδέχθησαν να τα πάρουν μ' όλην την πτωχείαν τους."
Πηγές:1)ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ-ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
2)ΒΑΣΟΣ ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ-ΤΟ 1821 ΧΩΡΙΣ ΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΕΦΑΝΑ.
ΚΛΕΨΙΕΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΕΪΚΕΣ (σελ. 53-54 )

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Διαπραγματεύσεις για την παράδοση της Τριπολιτσάς.

"Αφού την άνεγνώσαμεν εις έπήκοον όλων των προκρίτων, έγινεν ή άπάντησις από την Γερουσίαν και τούς προκρίτους, όχι εις αυτούς, άλλ' εις εκείνον τον παρά του Σπηλιάδη έπαινούμενον εις την ψευδοϊστορίαν του, τον κακούργον Δραγομάνον και εις τούς προύχοντας Όθωμανούς και τούς έγράψαμεν αξιοπρεπώς, ότι ημείς γνωρίζομεν, δτι οί προύχοντες και οί αρχιερείς, κατατυραννούμενοι μέ ανήκουστους βασάνους επτά σχεδόν μήνας, δέν έχουν ιδίαν θέλησιν, μήτε υπάρχουν έν τοις ζώσι δέν τούς άπαντώμεν, αλλά λέγομεν προς υμάς, δτι έκινήσαμεν τά δπλα κατά μιας αφόρητου τυραννίας διά νά τινάξωμεν από τον τράχηλόν μας τον προαιώνιον βαρύν ζυγόν και νά άποκτήσωμεν τάς ελευθερίας της πατρίδος μας, χωρίς νά έχωμεν την πρόθεσιν νά χύσωμεν άνθρώπινον αίμα. Ή αίτησίς μας είναι αύτη: εάν θέλουν οί Τούρκοι νά αναχωρήσουν, έχομεν την διάθεσιν νά τούς χορηγήσωμεν δλας τάς ευκολίας,έάν δε θέλουν και μέρος έξ αυτών εις τον τόπον νά ζήσουν μαζί μέ ημάς, τους παραχωρούμεν την ζωήν, την τιμήν και την ίδιοκτησίαν των, νά δώσουν τά όπλα, νά υπόκεινται εις τούς ιδίους νόμους και εις τήν κυβέρνησίν μας ώς απλοί πολίται, και οποίον έκ τών δύο τούτων επιθυμούν, άς διορίσουν τρεις πληρεξουσίους νά έβγουν εξω, νά διορίσωμεν και ήμείς άλλους τρείς νά διαπραγματευθούν περί αύτού τού αντικειμένου, νά γίνη ή συνθήκη. Έκ του εναντίου χρεωστούμεν νά σας διαβεβαιώσωμεν, δτι, αν νομίσουν οί μπέηδες και αγάδες, δτι μ' αυτήν τήν διαπραγμάτευσιν θά μας απατήσουν νά δώσουν μάκρος του καιρού, δεν θέλει δυνηθώμεν μήτε ήμείς νά άναχαιτίσωμεν τήν όρμήν τών στρατιωτών από τό νά μήν κάμουν τήν έφοδον και τήν άλωσιν της πόλεως.
Λαβόντες λοιπόν τοιαύτην άπάντησιν συνήχθησαν άπαντες οί προκριτώτεροι εις τήν οικίαν του Νακίπ έφένδη, και πολλής συζητήσεως γινομένης γνωμοδοτήσει και του Μουφτή (νομοκράτορα) απεφάσισαν και έδιόρισαν πέντε πληρεξουσίους: τον Σιεχνετσίπ έφένδην, τον Λουτουφή έφένδην, τον Σουλεϊμάναγαν, τον Μπινά Έμίνην και τον Έλμάζ μπέην, τρεις εντοπίους, ένα της εξουσίας και ένα τής φρουράς. Έδιορίσαμεν και ήμείς τον Π. Πατρών έκ του κλήρου, τον Άναγνώστην Δεληγιάννην και τον Π. Κρεββατάν έκ τής Γερουσίας, τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην και τον Θ. Κολοκοτρώνην έκ τής φρουράς, και ούτω θέσαντες μίαν σκηνήν έξωθεν τής πύλης τών Καλαβρύτων μεταξύ του φρουρίου και του στρατοπέδου, συνήλθον οί άνω είρημένοι και ήρξαντο τάς περί τής συνθήκης διαπραγματεύσεις• και πολλής φιλονικίας και συζητήσεως γινομένης, απήντησαν οί Έλληνες προς τούς Τούρκους, οποίας παραχωρήσεις είναι δυνατόν νά σάς κάμωμεν είπετέ μας και σεις, τί ζητείτε; Και έμειναν σύμφωνοι νά τάς φέρουν τήν επαύριον εγγράφως τή συγκαταθέσει και τών λοιπών, και ούτω είσήλθον εις την πόλιν και την επαύριον έξήλθον και έπαρουσίασαν εγγράφως τάς προτάσεις των ως έξής:
α) Να τούς δώσωμεν σαράντα τουλάχιστον πλοία φράγκικα να τούς μετακομίσουν είς την Μικράν Άσίαν.
β) Τρεις χιλιάδας ζώα να τούς μετακομίσουν εις τό παράλιον των Μύλων.
γ) Να απέλθουν άπαντες ένοπλοι.
δ) Νά τούς χορηγήσωμεν τροφάς άφ' ής ημέρας υπογραφή και άνταλλαχθή ή συνθήκη έως τό έμβάρκον εις τά πλοία.
Οί δε Έλληνες άπήτησαν.
α) Νά πληρώσουν οί Τούρκοι προς αυτούς εξήντα εκατομμύρια γρόσια διά την φθοράν, την οποίαν έπροξένησαν εις τάς Πάτρας, Βοστίτσαν, Κόρινθον, Αργος, Τριπολιτσάν και είς διάφορα άλλα μέρη της Πελοποννήσου και τά έξοδα τοϋ πολέμου.
β) Νά παραδώσουν δλα τά δπλα και νά τούς συνοδεύση Ελληνική φρουρά έως τούς Μύλους.
Έξήλθον κατά τήν τρίτην ήμέραν μόνον οί τρεις, άφού έλαβον τοιαύτην άπάντησιν, και άνταπήντησαν δτι διά τήν ποσότητα τής αποζημιώσεως αφήνουν δλας τάς ιδιοκτησίας των και δτι νά τούς συγχωρήσωμεν νά φέρουν χίλια δπλα εως είς τούς Μύλους και άφού έπιβιβασθώσι, νά τά δώσουν. Και ούτως έμεινεν ή ύπόθεσις είς σκέψιν ώς έκ τής ασυμφωνίας.
Έν τω μεταξύ αυτής τής διαπραγματεύσεως άπέθανεν ό Αχμέτ Αίμος και ύπεχρεώσαμεν φιλικώς τον Χριστάκην Στάϊκον νά μεσολαβήση είς τον Έλμάζμπεην και Βελήμπεην νά συγκατανεύσουν νά έβγάλωμεν τον Θεοδωράκην Δεληγιάννην και τον Παπααλέξην, καθότι έπληροφορήθημεν τήν δεινήν άσθένειάν των από εξερχόμενους Τούρκους και Χριστιανούς δτι έκινδύνευον αμφότεροι είς θάνατον, και νά δώσωμεν ένα ή δύο αδελφούς μας νά υπάγουν νά μένουν δμηροι εις τό παλάτι άντ' αυτών, δια να τους σώσωμεν. Και μας ύπε-σχέθησαν δτι τό κάμνουν ευχαρίστως.
Ό Χριστάκης, νομίσας δτι μέ αυτό ύπεχρέωσαν όλους τους Πελοποννησίους, τό είπεν εις διαφόρους και γινόμενον γνωστόν είς τους περί τον Ύψηλάντην, Άναγνωσταράν, Παπα-φλέσιαν, Κολοκοτρώνην και συντροφιά, καί συμβουλίου γινομένου, απεφάσισαν νά κατορθώσουν δια να έμποδισθη ή έξοδος αυτών τών δύο έξοχων ανδρών, καθότι έγνώριζαν την άξίαν καί βαρύτητα των καί ύπεχρέωσαν τον Κολοκοτρώνην καί ώμίλησεν ιδίως είς τους ειρημένους μπέηδες Αλβανούς δτι νά σκεφθούν σπουδαίως δια την έξαγωγήν αυτών τών δύο καθότι, αν τούς έβγάλουν δεν έχουν καμμιάν άσφάλειαν άπό τούς Δεληγιανναίους καί λοιπούς προύχοντας, άλλ' άν μείνουν μέσα (τούς λέγει) ύμείς κάμνετε οποίαν συνθήκην θέλετε, καί αυτοί έξ ανάγκης θά την παραδεχθούν. Οί μπέηδες ούτοι απήντησαν, δτι ήμείς έδώκαμεν τον λόγον της τιμής μας καί δεν έμπορούμεν να τον άναιρέσωμεν. Τούς λέγει δτι, αφού έδώκατε τον λόγον σας πλέον, είναι δίκαιον νά διατηρήσητε τήν τιμήν σας, αλλά νά κάμετε καί τρόπον νά μένουν ακόμη μερικάς ημέρας, δύο ή τρεις, ώστε νά άποπερατωθή ή άπόφασις τής εδικής σας εξαγωγής καί τότε νά τούς έβγάλετε.
Βλέποντας αυτοί, δτι αυτό ήτον διά τό εδικόν τους συμφέρον, τό παρεδέχθησαν καί άνέβαλον επί διαφόροις προφάσεσι μέ τό σήμερον καί αύριον τήν έξαγωγήν τους. Τήν τρίτην λοιπόν ήμέραν τό πρωί μανθάνομεν δτι άπεβίωσεν ό Παπααλέξης καί δτι ό Θεοδωράκης ήτον εις ενα λήθαργον βυθισμένος. Υπήγον αμέσως εις τούς μπέηδες καί τούς ανήγγειλα τήν λυπηράν ταύτην ειδησιν και τούς είπον μέ σκληρόν καί άπότολμον τρόπον, δτι άν άποθάνη καί ό Θεοδωράκης ένεκα τής εδικής σας απάτης, τήν οποίαν μας έκάματε, μάθετε δτι θά τούς πληρώσετε μέ ποταμούς αιμάτων Αλβανών αυτούς τους δύο και θά το μετανοήσετε. Και έμειναν άπόπληκτοι και αναπολόγητοι. Έκοιτάχτηκαν μεταξύ των και λέγει ό είς προς τον άλλον τουρκιστί μας ήπάτησαν οί άπιστοι και έγιναν αίτιοι να χαθώμεν. Άπαντά ό άλλος δτι, άς τό εύρουν άπό τον Θεόν οί αίτιοι. Και αμέσως διέταξαν τον ύπασπιστήν τους Κοντοχαμπίπην μέ πενήντα επίλεκτους Αλβανούς νά υπάγουν νά τόν έβγάλουν εξω. Έστειλα και εγώ ενα παλαιόν υπηρέτην μας πιστόν μέ δέκα στρατιώτας και ενα κραβάτι, νά τόν βάλουν καί νά τόν φέρουν εξω. Φθάσαντες είς τό Σαράνι τόν εύρον είς τόν βυθισμόν. Τόν έφώναξεν ό Χρυσάντης άπαξ, δις καί πολλάκις και μόλις ήνοιξε τους οφθαλμούς του καί τόν είδε, τόν λέγει; Σκλάβους σας ήφεραν καί σας, Χουσάντη; ΄Οχι, αφέντη! τόν λέγει αυτός, αλλά ήλθομεν νά σε πάρωμεν εξω μας έστειλαν οί αδελφοί σου. Άνεσηκώθη ευθύς καί τους έρωτά είναι καλά οί αδελφοί μου δλοι; Τόν λέγουν, είναι πολύ καλά, καί είναι δλοι έξω καί σε περιμένουν. Τόν έβαλαν είς τό κραβάτι καί έφθασαν πλησίον είς τήν Πύλην των Καλαβρύτων εκεί τόν ήρώτησε πάλιν: Τήν επήραν τήν Τριπολιτσάν οί Χριστιανοί; Του λέγει αυτός: Τήν έπήραμεν, αφέντη, άπό τό πρωΐ. Τότε άφήσας ενα βαρύν άναστεναγμόν είπεν. Έ, τώρα άποθαίνω ευχαρίστως, καί είς τήν στιγμήν έξέψυξε.
Τοιούτον τέλος έλαβον αυτοί οί ένδοξοι καί έξοχοι άνδρες, οί πρωτουργοί καί θεμελιωταί τής Ελληνικής εθνεγερσίας, οί πρωταθληταί των ελευθεριών τής πατρίδος, καί απωλέσθηκαν ένεκα των αγρίων παθών καί τών αισχρών συμφερόντων καί ύστερήθη ή πατρίς τοιούτους προμάχους. Ή δε οικογένεια του Θ. Δεληγιάννη ύστερείται εως σήμερον εισέτι ώς καί αυτά τά μέσα τής υπάρξεως! Τόν έφεραν λοιπόν τεθνεώτα καί αμέσως οί δύο αδελφοί Άνάστος καί Κωνσταντάκης επήραν τόν νεκρόν του κατά τάς 20 7/βρίου 1821 καί τόν ύπήγον είς τήν πατρίδα μας Λαγκάδια καί τόν έθεσαν εις τόν τάφον τοΰ
πατρός μας. Εντός δέ δύο ημερών απεβίωσαν και όλοι οί λοιποί. Καί από μεν τους αρχιερείς έμειναν ζώντες ο τε Τριπόλεως Δανιήλ καί ό Μεσσήνης Ιωσήφ, αλλά βαρέως ασθενείς από τον τύφον. Άπό δέ τούς προύχοντας, ό Κοπανίτσας, ό Γιαννούλης Καραμάνος, ό Ιωάννης Τομαράς, ό Αντώνιος Καραπατάς. Έξήλθον καί ζώντες ό Ιωάννης Περούκας καί ό Γιαννάκης Βιλαέτης, πατήρ του Λυσάνδρου. Άλλ' ό μεν απέθανε καθ' όδόν εις τον Άχλαδόκαμπον, ό δέ εις τον Πύργον μετά 15 ημέρας. Τοιούτον τέλος έλαβον άπαντες οί πρωταθληταί καί μάρτυρες της Ελληνικής ανεξαρτησίας."
Πηγές: Κανέλλου Δεληγιάννη- Απομνημονεύματα.

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Ό Δ. Δεληγιάννης καταλαμβάνει το προπύργιο των Τούρκων της Τρίπολης, χωρίον Μαντζαγρά.( 6 - 7) Σεπτεμβρίου.

"Μετά την είς την Γράναν ήτταν των Τούρκων, ως άνω είρηται, και άπελπισθέντων ότι δέν ήτον δυνατόν πλέον νά , κάμουν έπιδρομήν τινα, απεφάσισαν νά κάμουν προπύργιον τό χωρίον Μαντσαγρά, αντίκρυ τού Σαραγιού, νά τό οχυρώσουν διά νά έξέρχωνται ενίοτε ευκόλως νά παίρνουν νερόν έδιώρισαν λοιπόν 1.500 Αλβανούς και 1.500 εντοπίους, νά φρουρή έκαστον σώμα έν ήμερονύκτιον και νά αλλάζουν. Αίφνης λοιπόν κατέλαβον τό χωρίον εκείνο και τό ώχύρωσαν αρκετά, ώστε μας διέκοψαν την κοινωνίαν μέ τά γύρωθεν τού φρουρίου στρατιωτικά σώματα. Συνεκροτήσαμεν μ' αυτήν τήν φρουράν διαφόρους αψιμαχίας αλλά δέν ήδυνήθημεν νά τούς κλονίσωμεν τήν γενναιότητα ή νά τούς βλάψωμεν, καθότι προς τό δυτικόν μέρος ύπερασπίζετο από τά κανονοστάσια του Σαραγιού και του Ναυπλίου της θύρας. Κατά τήν 6 Σεπτεμβρίου παρατηρούντες την πρωίαν έως τό μεσημέρι δέν είδομεν ούδ' ένα Τούρκον εκεί έκάμαμεν διαφόρους τρόπους νά κατορθώσωμεν δια νά πληροφορηθώμεν αν τω όντι δεν υπάρχουν, ή είναι κρυμμένοι και προσποιούνται, νά ύπάγωμεν άπροσέκτως έκεί, νά μάς κτυπήσουν, αλλά μετά πολλάς αποπείρας είδομεν δτι τω όντι δεν ήτον ουδέ είς.
Ή αιτία έστάθη ούτως: οί Αλβανοί έζήτουν νά φρουρούν δύο ημέρας οί εντόπιοι καί μίαν αυτοί διότι ήτον όλιγώτεροι, άλλ' οί εντόπιοι δέν έδέχθηκαν τούτο καί δέν ύπήγον έκείνην την ήμέραν. Συνήχθημεν άπαντες οί οπλαρχηγοί νά άποφασίσωμεν νά στείλωμεν 2.000 στρατιώτας ή τουλάχιστον 1.500 μέ ένα άξιον άρχηγόν νά καταλάβουν έκείνην την θέσιν ως άναγκαιοτάτην. Έπροτείναμεν λοιπόν νά ύπάγη ό Κολοκοτρώνης καί νά του δώσωμεν κατ' άναλογίαν από τά διάφορα σώματα 2000, αλλά δέν τό εδέχθη, καί δι' απείρων προφάσεων τό απέφυγε. Έπροτείναμεν τον Γιατράκον, αλλά καί αυτός μάς απήντησε τά αυτά καί ότι δέν γίνεται κατώτερος τοΰ Κολοκοτρώνη. Έπροτείναμεν τον Δημήτρην Κολιόπουλον ή Πλαπούταν, αλλά καί αυτός διά πολλών αδικαιολογήτων προφάσεων τό απέφευγε. Είπομεν νά ύπάγη ό Γιαννάκης Τασκούλιας, εξάδελφος τοΰ Κολοκοτρώνη, αλλά καί αυτός καταγόμενος από χάνικην γενεάν δέν άπεφάσιζε νά ριψοκινδυνεύση την πολύτιμον ζωήν του καθότι ό κίνδυνος ήτον προφανής. Τότε ό τω όντι ατρόμητος εκείνος άνδρας, ό Δημητράκη Δεληγιάννης, ό αναδειχθείς καί είς του Λάλα καί είς τήν Γράναν πάντων τολμηρότερος, άναστάς λέγει: Αδελφοί συστρατιώται! βλέπω ότι από φιλοζωίαν, ή από άνανδρίαν, ή από σκοπόν συμφερόντων γίνεσθε επίορκοι καί προσποιείσθε καί δέν υπακούετε είς τήν φωνήν της κινδυνευούσης πατρίδος, υπέρ της όποίας ώρκίσθημεν νά άποθάνωμεν. Τούτου λοιπόν ένεκα αποφάσισα νά πηγαίνω έγώ αυθορμήτως μέ τό στρατιωτικόν σώμα μας καί δεν απαιτώ από κανένα από σας συνδρομήν ή έπικουρίαν, παρά από τον άδελφόν μου, τον Παπατσώνη καί τον Κίντζιον. Καί αμέσως στρέφει τον λόγον προς τους καπεταναίους καί στρατιώτας μας καί τούς λέγει μέ βροντώδη φωνήν: «Συστρατιώται! μ' άκολουθήτε νά συναποθάνωμεν υπέρ της πατρίδος; "Αλλος ενδοξότερος θάνατος δεν είναι από αυτόν!» Έν μια φωνή έκραξαν άπαντες: όπου άποθάνης σύ, θά άποθάνωμεν πρώτοι ήμείς!
"Απαντες οί ευρεθέντες εκεί έθαύμασαν την άτρόμητον ταύτην άπόφασίν του καί τον έπήνεσαν, οί δέ προταθέντες καί άρνηθέντες άνεχώρησαν έρυθριώντες καί κατησχυμένοι. Ήμείς δέ έκλέξαντες από όλον τό στρατιωτικόν σώμα μας υπέρ τούς χιλίους, τους δεδοκιμασμένους, τολμηρούς, τριών ήμερων τροφήν καί πολεμοεφόδια, μερικάς άξίνας, πτυάρια καί άλλα εργαλεία έτοιμάσαντες καί μετά την δύσιν του ηλίου, καταλαβόντος του σκότους, άνεχώρησε, καί δι' όλης εκείνης της νυκτός έκαμε τάφρους καί όχυρώματα καί άπεκατέστησεν τό χωρίον εκείνο άκαταμάχητον.
Την πρωίαν μετά την άνατολήν του ηλίου φωνάζει τούς έν τω κανονοστασίω τοϋ Σαραγιού Τούρκους καί τούς λέγει: «Καλημέρα σας, αγάδες! καλώς σας ηύραμεν!» Τούτο Ίδόντες αίφνης οί Τούρκοι άπενεκρώθησαν καί απελπίσθηκαν. Έξήλθον προ μεσημβρίαν άπαντες κατ' αυτού, ώρμησαν πεζοί τε καί ιππείς κατά των προμαχώνων του, του έρριψαν πλήθος κανονιών, έκαμαν τοσαύτας καί τοιαύτας τρομεράς καί άπελπιστικάς εφορμήσεις διά νά δυνηθούν νά τούς διαλύσουν. Έτρέξαμεν αμέσως καί ήμείς μετά του Παπατσώνη, Κίντζιου καί Π. Γιατράκου, Μαυρομιχάλη καί άλλων υπέρ τάς τρεις χιλιάδας καί έκάμαμεν δυνατόν άντιπερισπασμόν, άλλ' οί ατρόμητοι εκείνοι μαχηταί έμενον ακλόνητοι. Έξήλθον καί τήν δευτέραν ήμέραν καί την τρίτην πανστρατιά, έπολέμησαν υπέρ τάς έπτά ώρας, άλλ' ίδόντες ότι έφονεύοντο άπειροι έξ αυτών χωρίς να κατορθώσουν σκοπόν, κατήντησαν πλέον είς την έσχάτην άπελπισίαν, άποφασίσαντες τελευταίον να μην έξέρχωνται είς μάχην μετά τών Ελλήνων άλλα νά αρχίσουν νά έμβουν είς διαπραγμάτευσιν συνθηκολογίας μ' οποιονδήποτε τρόπον δυνηθούν συμφερώτερον δι' αυτούς."
Πηγές: Κανέλλος Δεληγιάννης-Απομνημονεύματα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

"Αναχωρώ σήμερον , όπου με καλεί η μόνη σωτηρία της πατρίδος."- Θ Δεληγιάννης. Πρότυπο αυτοθυσίας.

"Ο Παπααλέξης έγραφε προς τον Θεοδωράκην Δεληγιάννην: «Έ! παιδί μου Θεοδωράκη! τό πεπρωμένον μας έφθασε και ή θεία Πρόνοια απεφάσισε και συμφέρει άντί ενός δυο άπολέσθαι υπέρ της πατρίδος. Έλα λοιπόν νά δώσωμεν ήμείς πρώτοι τό παράδειγμα, νά προσφέρωμεν τον εαυτόν μας αυθόρμητοι έκούσιον θυσίαν εις τον βωμόν της πατρίδος, ίνα δι' ημών σωθή ή πατρίς». Και άλλους τοιούτους απελπιστικούς λόγους τού έγραφε με πολύν ένθουσιασμόν και γενναιότητα και επί τέλους τον γράφει, ότι, «έάν δεν προφθάσης νά έλθης εντός τριών ημερών, θά γίνης ό πρωταίτιος της προσκαίρου καταστροφής της πατρίδος, καθότι δλοι οί Τούρκοι μικροί τε και μεγάλοι εις εσένα έχουν τό μάτι, και άν δεν προφθάσης, έχουν άπόφασιν νά κατασφάξουν όλους τους Χριστιανούς της πρωτευούσης και αμέσως νά εξέλθουν δλοι εις τάς επαρχίας διά τού πυρός καί τού σιδήρου νά καταστρέψουν δλον τον τόπον, και ή αμαρτία αύτού τού λαοού θά σε παιδεύση εσένα μόνον καί εις αυτήν τήν ζωήν καί εις την άλλην, καθότι θά γίνης αίτιος νά χυθούν τόσα αθώα αίματα χωρίς νά ώφεληθή ή πατρίς. Όχι καί προφθάσης εγκαίρως, συ πάλιν θά όνομασθής ευεργέτης καί σωτήρ αυτής κ.λπ.»
Ό Θεοδωράκης έσύναξεν αμέσως δλους τους έκεί εύρεθέντας προεστώτας καί προκρίτους τών κωμοπόλεων καί χωρίων τής επαρχίας, υπέρ τούς έβδομήκοντα, καί τους λέγει περί τών είς Τριπολιτσάν διατρεχόντων, τούς άνέγνωσε καί τό γράμμα τοΰ Παπααλέξη άπαιτήσας καί τήν γνώμην αυτών νά άποφασίση νά ύπάγη, ή δχι! καί άπαντες έν μια φωνή καί γνώμη τον άπεκρίθησαν νά μήν ύπάγη, προτείνοντες προς αυτόν, δτι, «αν σύ ύπάγης, δλοι οί προύχοντες καί αρχιερείς θά λάβουν τό παράδείγμά σου καί θά απελπισθούν νά υπάγουν δλοι, καί τότε καταντούμεν εις τελείαν άπελπισίαν άπαντες καί ούτω ματαιούνται δλα τά σχέδια τής Επαναστάσεως, τά όποία βεβαίως θά προδοθούν, καί είναι αδύνατον νά μή τά μάθη ή εξουσία καί τότε καί σεις θά χαθήτε, χωρίς νά ώφεληθή ή πατρίς, καί ημείς άπαντες θά καταστραφώμεν», προσπαθούντες μ' αυτούς τούς λόγους νά τον εμποδίσουν νά μήν ύπάγη. Άφού τά ήκουσε με πολλήν συγκίνησιν τής καρδίας του δλα τ' ανωτέρω καί σκεφθείς ολίγον τούς απήντησε λέγων: «'Ήκουσα μέ πολλήν προσοχήν τάς παρατηρήσεις σας, αί όποίαι είναι φρόνιμαι καί γέμουσαι πατριωτισμού, άλλ' εγώ φρονώ τό εναντίον, δτι, εάν εγώ δεν υπάγω, θά άκολουθήση άφεύκτως εκείνο, όπού γράφει ό Παπααλέξης, καθότι είμεθα ακόμη ανέτοιμοι καί θά εξέλθουν οί Τούρκοι δλοι κατά τής εδικής μας επαρχίας, τήν οποίαν γνωρίζουν δτι εΐναι τό κέ-ντρον τής δυνάμεως τής Πελοποννήσου, νά πέσουν κατ' αυτής μέ λύσσαν καί άπελπισίαν καί δεν θα δυνηθώμεν να άνθέξωμεν ουδέ τρείς ημέρας καί κατόπιν ημών καί δλη ή Πελοπόννησος• καί τότε καί εγώ θα χαθώ καί ύμείς καί όλη ή πατρίς καί θα πάρωμεν τον άθώον λαόν καί τάς οικογενείας μας εις τον λαιμόν μας, χωρίς νά μείνη ποτέ ουδεμία έλπίς σωτηρίας. Άλλ' αν υπάγω εγώ, οί Τούρκοι θά λάβουν θάρρος καί ελπίδας, θα κερδίσωμεν καιρόν νά έτοιμασθώμεν έως τέλη Μαρτίου τουλάχιστον καί αν αποθάνω εγώ καί μερικοί άλλοι, τότε σώζεται ή πατρίς. Έκ του εναντίου καί ζήσω έγώ καί ολίγοι προύχοντες καί προεστώται, τότε χάνεται καί ή πατρίς καί ημείς.΄Αρα συμφέρει νά προσφέρωμεν ημείς αυτοί αυθορμήτως τον εαυτόν μας θύμα εις τον βωμόν της πατρίδος, καί άν ό Θεός άπεφάσισεν ή ούτως ή άλλως νά καταστραφώμεν, γενηθήτω τό θέλημά του!» Τον λέγουν: «Άφού έκαμες τοιαύτην γενναίαν άπόφασιν καί προσφέρεις εκουσίως τον εαυτόν σου θύμα, ήμείς τί νά κάμωμεν; Τους απήντησε μέ εν γλυκύ μειδίαμα λέγων: «Έχετε ώς άλλον έμέ τον άδελφόν μου, τον Κανέλλον καί άλλους τέσσαρους αδελφούς μας, καί ό,τι σας είπούν αυτοί καί ό,τι κάμουν, νά ακολουθήσετε όλοι τήν άπόφασίν τους και από έμέ μην περιμένετε πλέον οδηγίας».
Ήμείς μαθόντες εις Λαγκάδια τήν τολμηράν ταύτην άπόφασίν του, ότι απεφάσισε νά ύπάγη άφεύκτως εις τό μακελεΐον της Τριπολιτσάς, τον έγράψαμεν οί πέντε αδελφοί, ότι, άφοΰ βλέπει κατεπείγουσαν τήν ανάγκην, καί σωτήριον δια τήν πατρίδα τήν εις Τριπολιτσάν μετάβασίν του, ήμείς δεν του έμποδίζομεν αυτήν τήν έθνοσωτήριον άπόφασιν, άλλά τον έπροτρέπαμεν παρακλητικώς νά έλθη εις τήν πατρίδα μας Λαγκάδια, νά μείνη μόνον εν εσπέρας καί τό πρωί νά αναχωρήση, καί τούτο, διά νά τον ιδή ή γηραιά μητέρα μας, ή σύζυγός του καί τά δύο ανήλικα τέκνα του καί ή λοιπή οικογένειά μας, νά δώσωμεν τον τελευταίον άσπασμόν. Έστείλαμεν καί τον έδικόν μας Άναγνώστην Κατζίκαν, προς τον όποίον, είχε μεγάλην υπόληψιν, νά τον παρακινήση νά έλθουν μαζί, άλλ' έστάθη αδύνατον να πεισθή και μας άπήντησεν ώς έξης.

«Έλαβον τό γράμμα σας, με είπε καί ό Αναγνώστης τάς προφορικάς παραγγελίας σας, καί εδον με πόνον της ψυχής μου την έπιθυμίαν, την οποίαν έχετε άπαντες νά μέ ίδήτε, καί έγώ, αδελφοί, την ιδίαν είχον καί έχω, διότι έχω δέκα μήνους, όπου δεν σας είδον (έκτος τοϋ Κανέλλου καί του Πανάγου) άλλα μέ λύπην καί άθυμίαν της ψυχής μου δεν αποφασίζω νά ελθω, διά νά μην σάς αφήσω τοιαύτας θλιβεράς αναμνήσεις, καί αναχωρώ σήμερον, δπου μέ προσκαλεί ή μόνη σωτηρία της πατρίδος. Γνωρίζετε, αδελφοί! τό Εύαγ-γέλιον, όπου λέγει: ότι ό αγαπών πατέρα ή μητέραν ή τέκνα ή αδελφούς ή άδελφάς υπέρ έμέ ούκ έστιν μου άξιος. Τό αυτό φωνάζει σήμερον καί εις έμέ ή πατρίς! Θεοδωράκη! Πρόφθασον! Σώσον με! άρα πρέπει νά υπακούσω εις την φωνήν της. Καθότι, τί την θέλομεν τοιαύτην ζωήν, αδελφοί! χωρίς πατρίδα, χωρίς αύτονομίαν, χωρίς ελευθερίας, χωρίς δικαιώματα ανθρώπινα; Του πατρός μας τό αίμα τό έχετε καθημέραν εμπρός σας καί τό βλέπετε! Τί μας ωφελεί ή δόξα; τά πλούτη, αί Ίδιοκτησίαι, όταν οί τύραννοι μας σφάζουν μέσα εις την κλίνην; Καί τά πλούτη τοΰ Κροίσου αν έχομεν, τι μας ώφελούν, άφού οί αδελφοί μας οί Χριστιανοί κατατυραννούνται, καταδυναστεύονται,καταπιέζονται, καί δέν έχουν ούτε τσαρούχι εις τούς πόδας νά φορέσουν καί λιμοκτονούν τά τέκνα τους; Τί μας ωφελεί ή τόση ευδαιμονία, όταν στενάζει τό έθνος μας τέσσαρους αιώνας υπό τον σκληρότατον ζυγόν τοΰ Τυράννου;» καί άλλα τοιαύτα μας έγραψε καί μας παρήγγειλεν καί επιτέλους μάς γράφει, ότι: «από έμέ σηκώσατε πάσαν ελπίδα συμβουλής καί οδηγίας καί λάβετε υπ' όψιν σας καί υποθέσατε διά μίαν στιγμήν ότι απέθανα καί μην έχετε ούδεμίαν προσδοκίαν. Διά τελευταίαν φοράν σάς λέγω: Νά σταθήτε γενναίοι καί ατρόμητοι, νά εξακολουθήσετε τον δρόμον τής ετοιμασίας της Επαναστάσεως, νά μήν σάς δειλιάση κανέν περιστατικόν, νά μήν σας άπελπίση καμμία αποτυχία, ουδείς κίνδυνος, άλλ' ουδέ ή τελεία καταστροφή σας και αυτός ό θάνατος! Και άμα φθάση τό πλήρωμα τοΰ χρόνου, τό όποιον απεφασίσθη εις τάς απορρήτους βουλάς του Υψίστου, νά τρέξετε τό ένδοξον στάδιον του πολέμου. Καί τό μόνον άντικείμενον του κινήματός σας νά μήν είναι άλλο, παρά ή άπολύτρωσις της πατρίδος, καί τό σύνθημα σας ή Ελευθερία ή Θάνατος! καί έάν ή Θεία πρόνοια άποφασίση νά ζήσω καί έγώ καί άνταμωθώμεν θέλει νομιζόμεθα ευτυχείς καθότι έξεπληρώσαμεν τά προς τήν πατρίδα ιερά χρέη μας, καί ας ζήσωμεν πτωχοί, καθώς καί οί λοιποί αδελφοί μας Χριστιανοί, νά έβγάνωμεν λάχανα νά τρέφωμεν τάς οικογενείας μας. "Οχι καί είναι τό πεπρωμένον νά μήν ιδωθώμεν εις τήν παρούσαν ζωήν, θά άνταμωθώμεν εις τήν μέλλουσαν μέ καθαράν συνείδησιν, καθότι έξεπληρώσαμεν τά προς τήν πατρίδα ιερά χρέη μας. Ή μόνη δε παράκλησίς μου είναι, νά έχετε τά δύο τέκνα μου, τον Κωνσταντίνον καί Βασιλάκην (αν σωθήτε), καθώς καί εδικά σας, καί νά φροντίσετε νά τους δώσετε καλήν άνατροφήν, νά σπουδάσουν, τήν δε νύμφην σας νά παρηγορήτε ώστε νά ίδωμεν τήν άπόφασίν του Θεού καί τό τέλος του αγώνος».

Καί ούτως συμβουλεύσας καί προτρέψας καί τον Μητροπολίτην Χριστιανουπόλεως, ευρεθέντα περιστατικώς έκεί, δια να ύπάγη καί αυτός κατόπι, άνεχώρησε καί αυθημερόν εφθασεν εις Τριπολιτσάν, όπου υπήγε καί έξαπέζευσεν εις τό Σαράγι (παλάτι) τού Καϊμακάμη καί εισήλθε εις τήν σάλαν της υποδοχής αίφνης καί χωρίς νά ελπίζουν τον πηγαιμόν του. Τούτο μαθόντες οί Τούρκοι πάσης τάξεως, μικροί τε καί μεγάλοι, δντες άπαντες απελπισμένοι, έσκίρτησαν από τήν χαράν, λέγοντες καί συγχαίροντες ό εις τον άλλον: «'Έ! Γιαραμπή σιουκιόυρ! (ας είναι εύλογητόν τό δνομα τοΰ Υψίστου!) Ό Θ. Δεληγιάννης ήλθε. Δεν είναι ουδεμία υποψία άποστασίας! Έσώθημεν! Όλα ήτον σπερμολογίαι του άντάρτου Άλή πασιά!» Ώς και αί γυναίκες των έκραύγαζον: «Ό Δεληγιάννης ήλθε! Τον είδομεν με τα ομμάτιά μας. Νά ζήση, Γιαραμπή. Δεν είναι τίποτε». Και αμέσως κατευνάσθησαν τα κατεταραγμένα πνεύματα των Τούρκων και δέν ήκουον τάς συμβουλάς και τους ερεθισμούς το Κιαμίλμπεη, τού Σιέχ Νετζίπ έφένδη και άλλων δια την σύναξιν των δπλων και την σφαγήν των Χριστιανών."
Πηγές: Κανέλλου-Δεληγιάννη- Απομνημονεύματα.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Η Γερουσία υποβάλλει είδος Διακανονισμού: Διοικητικού και Στρατιωτικού.

"Φθάσαντες, ώς είρηται, έκ Βερβαίνων εις τό στρατόπεδον, έλθόντος καί τού Υψηλάντη, μετά παρέλευσιν ήμερων τινών ήλθε μία τριμελής επιτροπή απεσταλμένη από τούς πολιορκητάς της Μονεμβασίας, να άναγγείλη εις την Γερουσίαν, ότι οί πολιορκούμενοι Όθωμανοί, φθάσαντες εις άπελπισίαν έκ τού στενού αποκλεισμού, της πείνης κτλ. έξαιτούνται νά παραδοθούν εις τήν Αρχήν τού έθνους δια μιας συνθήκης. Τούτο μαθών ό Υψηλάντης και οί παράσιτοί του οίκειοποιήθη αυτεπαγγέλτως τήν ύπερτάτην Αρχήν καί απεφάσισε νά στείλη αυτός άντιπρόσωπόν του νά περιλάβη το φρούριον καί τά λάφυρα έπ' ονόματί του. Ή Γερουσία καί άπαντες οί προύχοντες τού ήρνήθημεν αυτό τό δικαίωμα, καθότι τοιούτον μήτε είχε, μήτε τό έθνος του τά έχορήγησεν. Ό Υψηλάντης, κολακευόμενος από τούς, ώς είρηται, παρασίτους του, άψηφήσας τάς δικαίας ημών παρατηρήσεις, ώς μικρού πνεύματος άνθρωπος, έδιόρισε δι' ύψηλού διατάγματός του τον Άλέξανδρον Κατακουζηνόν, τον Κάντιαν καί ένα άλλον Κεφαλλήνα καί τούς έξαπέστειλεν ευθύς διά νά παραλάβουν τό φρούριον έξ ονόματός του, νά διορίσουν αυτοί φρουρόν καί νά τό εφοδιάσουν μέ τροφάς καί νά τό καθέξουν. Τό βήμα τούτο του Υψηλάντη έδωκεν ετι μεγαλυτέρας υπόνοιας εις τούς προύχοντας της Πελοποννήσου, οίτινες συνεννοηθέντες καί συσκεφθέντες μετά τής Γερουσίας άπεφασίσαμεν νά διάταξη αύτη νά παραδοθή τό φρούριον εν ονόματι του έθνους, άλλ' αυτός ό πανούργος Φαναριώτης, άπατήσας τούς αθώους πολιορκητάς, εισήλθεν εις τό φρούριον καί άνταμώσας τούς μπέηδες και αγάδες (γνωρίζων καλώς τήν τουρκικήν διάλεκτον), κατώρθωσε διά δολίων μέσων καί τρόπων καί έκαμε συνθήκας με τούς Τούρκους, ώς πρίγκιψ κατακτητής και αντιπρόσωπος τού πρίγκιπος ήγεμόνος της Ελλάδος Υψηλάντη, καί παρεδόθηκαν εις αυτόν καί του έδωκαν αρκετή ποσότητα πολυτίμων λίθων, μαργαριτών καί άλλων ειδών, νά τούς σώση δήθεν τήν ζωήν. Καί ούτως τούς έμβαρκάρησεν κατά τήν συνθήκην καί τούς εστειλεν είς τήν Μικράν Άσίαν αβλαβείς καί ό Κατακουζηνός ύπέστρεψεν εις τά Τρίκορφα. Τό περιστατικόν όμως τούτο τής επιτυχίας ενίσχυσε τον Ύψηλάντην καί τούς κόλακας καί παρασίτους του, καί τούς έσκλήρυνεν έτι μάλλον καθ' ημών καί επήραν τό μέτρον, ότι θέλουν δυνηθή νά άρπάσουν τήν υπερτάτην Αρχήν, έπιφυλαττόμενοι νά επιτύχουν τήν άρμοδιωτέραν πε-ρίστασιν μετά τήν άλωσιν τής Τριπολιτσάς.
Βλέποντες λοιπόν τήν ματαιότητα καί δοξομανίαν αύτού τού ανθρώπου, διά νά έμπορέσωμεν νά τον άποσπάσωμεν άπ' όσους τυχοδιώκτας καί κακούργους ερχόμενους άπό τήν Εύρώπην καί άπό διάφορα μέρη τόυ κόσμου καί συνεσωρεύοντο προς αυτόν ώς κέντρον τών τοιούτων διά νά κάμη έκαστος συμφέροντα δι' αύτού ίδια, καί νά τον έπαναφέρωμεν εις τήν όδόν του καθήκοντος, συσκεφθέντες άπαντες οί ευρεθέντες εις τό στρατόπεδον καί εις τήν Ζαράκοβαν πρόκριτοι τών επαρχιών μετά τής Γερουσίας (έκτός τών τής Αχαίας, οίτινες έπησχολούντο εις τήν πολιορκίαν τών Πατρών), διά νά κάμωμεν καί τήν τελευταίαν άπόπειραν, έκάμαμεν ένα διοργανισμόν διοικητικόν καί στρατιωτικόν, είς είδος συντάγματος Δημοκρατικού, (καθόσον αί τότε γνώσεις μας ήδύναντο), καί τον παρεδέχθημεν άπαντες ομοφώνως, ό όποίος είναι ώς εξής, κααθόσον ενθυμούμαι:
Νά διορισθή άπό πάσαν έπαρχίαν ένας σύμβουλος εκλεγμένος άπό τον λαόν (διά ψηφοφορίας), κατά πλειονοψηφίαν, όλοι είκοσι τέσσαρες άπό τάς 24 επαρχίας τής Πελοποννήσου.
Να διορισθή εις αυτό τό σώμα μέ δύο ψήφους ό Υψηλάντης, πρόεδρος και ό Πετρόμπεης αντιπρόεδρος. Αύτοι να κυβερνούν πολιτικώς και στρατιωτικώς και νά αποφασίζουν καθ' όλα δια πλειονοψηφίας. Τον ύπεγράψαμεν όλοι ευχαρίστως άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως. Έπειτα έπροσκαλέσαμεν τον Άναγνωσταράν, Παπαφλέσιαν και Κολοκοτρώνην δια νά υπογράψουν, και βλέποντες τους προκρίτους δλων τών έπαρχιών υπογεγραμμένους, άκοντες υπέγραψαν και αυτοί, αλλά συγχρόνως υπήγον εις τον Υψηλάντην και τον κατέπεισαν μυστικώς νά μήν τό παραδεχθή.
Τήν επαύριον έδιορίσαμεν μίαν επταμελή έπιτροπήν και τον υπήγεν εις τον Ύψηλάντην νά τον προτρέψουν και παρακαλέσουν νά δεχθή αυτόν προσωρινώς, και εις τήν μέλλουσαν συνέλευσιν νά του υποσχεθούν ότι θέλομεν το δώσει έκτασιν δυνάμεως. "Αμα λοιπόν τού τον έδωκαν και τον άνέγνωσε μέ μεγάλην άδημονίαν, τους άπήντησεν ότι είναι αδύνατον νά δεχθή άλλον διοργανισμόν από εκείνον όπου τους έπαρουσίασεν εις τήν Βέρβαιναν, και ότι επιμένει νά παραδεχθούν αυτόν, και τέλος έστάθη αδύνατον νά τον αφήσουν οί κόλακες και τυχοδιώκται νά συγκατανεύση. Υπέστρεψε λοιπόν ή επιτροπή άπρακτος, μάς παρέδωκε τον διοργανισμόν και άπαντες εκ συμφώνου τον παρεδώκαμεν εις τον Άναγνώστην Δεληγιάννην, ως παρακαταθήκην, νά τον φυλάττη και ούτως έτελείωσε και αυτή ή σκηνή.
"Πηγές: Κανέλλου Δεληγιάννη-Απομνημονεύματα.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Απόρριψη του "Προκριτικού Οργανισμού". Συνομιλία Κολοκοτρώνη με Προκρίτους και Γερουσιαστές.

Βλέποντες λοιπόν ήμείς αυτόν τον διοργανισμόν και συσκεφθέντες έκάμαμεν, ώς πρωτόπειροι, ένα άλλον διοργανισμόν άνάλογον εις την έποχήν και εις τάς περιστάσεις. Του έκάμαμεν άρκετάς παραχωρήσεις και θυσίας και των συμφερόντων τού τόπου και των εδικών μας, και έδείξαμεν τοσαύτην αύταπάρνησιν, τό περισσότερον δια νά μην ξεσχίσωμεν τό προσωπείον και νομίσουν οί άνθρωποι, ότι ημείς ένεκα Ιδιοτέλειας δεν θέλομεν νά ένδώσωμεν. Του διευθύναμεν αυτόν τον διοργανισμόν διά μιάς επιτροπής, προς τήν οποίαν έδώκαμεν έντολήν νά τον παρακαλέση νά δεχθή αυτόν προς τό παρόν, και μετά τήν άλωσιν τής Τριπολιτσάς ότε θέλει έλθει τό Έθνος εις γενικήν Συνέλευσιν, νά καθιερώση μίαν τακτικήν Κυβέρνησιν με μόνιμον σύστημα, τότε θέλομεν προσπαθήσει νά τού δώσωμεν περισσοτέραν έκτασιν δυνάμεως και άλλα τοιαύτα.
Άφού λοιπόν άνέγνωσεν ό Βάμβας αυτόν τον διοργανισμόν, παρόντων όλων τών άνω ειρημένων κολάκων του, του ώμίλησε και ή επιτροπή περί τής ήν είχεν εντολής. Χωρίς νά αφήσουν τον Υψηλάντην νά όμιλήση ούδεμίαν λέξιν, απήντησαν αυτοί άπαντες έν μιά φωνή ότι ό Πρίγκιψ δεν δέχεται τοιούτον διοργανισμόν και ότι αναχωρεί διά τήν Καλαμάταν και εκείθεν διά τήν Ρούμελην, μέ πολλούς άλλους φοβερισμούς, τούς οποίους εξέθεσαν εναντίον ημών εις τα μέλη της επιτροπής. Και ή μεν επιτροπή ήλθε προς ήμάς και άνήγγειλεν άπαντα τα γεγονότα και αμέσως έλάβομεν μέτρα νά σώσωμεν τον εαυτόν μας, και κατελάβομεν τάς όχυρωτέρας οικίας, έθέσαμεν στρατιώτας, τους έγνωρίσαμεν τήν περίστασιν και ήτοιμάσθημεν νά άντικρούσωμεν τήν βίαν κατά τής βίας. Είχομεν δέ στρατιώτας πιστούς και εκλεκτούς ώς εξής: οί Μαυρομιχάλαι ώς έγγιστα διακόσιους, οί Δεληγιανναίοι ώς έγγιστα διακόσιους, ό Παπατσώνης εκατόν, ό Κρεββατάς εκατόν, ό γέρων Ζαΐμης και Χαραλάμπης εκατόν πεντήκοντα, ό Κανακάρης πεντήκοντα, ό Δημήτρης Καραμάνος και Μανωλάκης Μελετόπουλος εκατόν, καί άλλοι εκ των προκρίτων υπέρ τούς εκατόν. 'Ωστε υπερέβαιναν τούς χιλίους, οίτινες έγιναν έτοιμοι μέ τά όπλα εις τάς χείρας.
Έξελθούσης λοιπόν τής επιτροπής από τήν οικίαν του Υψηλάντη, έξήλθον καί οί άνω είρημένοι καί συνάξαντες τον άθλιον εκείνον όχλον έδημηγόρουν φωνάζοντες καί λέγοντες: οί Τουρκολάτραι! οί Τουρκοκοτσιαμπασήδες! οί τύραννοι! Δεν θέλουν τον πρίγκιπα, τον σωτήρα τής πατρίδος, οπού ήλθεν από τά άκρα του κόσμου νά μας ελευθερώση καί από τούς Τούρκους καί από αυτούς τούς χειρότερους τυράννους, καί ώς έκ τούτου ετοιμάζεται ό Πρίγκιψ νά φύγη, νά μας άφήση νά χαθώμεν, προτρέποντες τον όχλον νά τρέξουν όλοι νά τον παρακαλέσουν νά μην φύγη. Ό δέ Κολοκοτρώνης ήλθεν εις τήν οίκίαν του Πετρόμπεη, όπου ήμεθα ήμείς συναγμένοι, νά δυνηθή νά μας πείση νά ύπάγωμεν όλοι συσσωματωμένοι νά παρακαλέσωμεν τον πρίγκιπα νά μείνη καί γνωρίζει ότι, άν θυσιάσωμεν ήμείς τόσην φιλοτιμίαν, θά θυσιάση καί ό πρίγκιψ τήν έδικήν του νά δεχθή τον έδικόν σας διοργανισμόν καί ούτω συμβιβάζεται τό πράγμα καί δεν ξεσχίζεται ώς έξ αυτής τής διαιρέσεως καί δεν καταστρέφεται τό έθνος• και άλλους τοιούτους πατριωτικούς δήθεν έξεφράζετο λόγους, διά νά δυνηθή νά μας πείση νά έξέλθωμεν άπαντες, νά ύπάγωμεν είς τον Υψηλάντην, καθ' όδόν υπάρχων συναθροισμένος
όχλος, δύο σχεδόν χιλιάδες, τα δύο τρίτα άοπλοι, καί άμα φανώμεν εκεί νά παροργίσουν τον όχλον, νά φωνάξουν: Έλληνες! Ιδού οί τύραννοί σας! οί όποίοι δεν θέλουν τον πρίγκιπα! τον σωτήρα της πατρίδος! καί τότε νά όρμήση ό όχλος νά μας φονεύση όλους άνευ εξαιρέσεως. Αυτό ήτον τό σχέδιόν τους καί έφαίνετο, ότι ό Υψηλάντης ήτοιμάζετο δήθεν νά αναχωρήση, ώστε νά ιδούν το άποβησόμενον. Ό Θάνος Κανακάρης, άνθρωπος μέ υγιή νουν, πολύν πατριωτισμόν, αλλά φύσει φιλόνικος, νομίσας ότι ό Κολοκοτρώνης έμεσολαβούσε δι' αυτόν τον συμβιβασμόν άδόλως καί μέ είλικρίνειαν, έπεσεν εις άπέραντον φιλονικίαν φρονών, ότι θέλει τον πείση είς τον ορθόν λόγον καί είς τό δίκαιον. Έθύμωσαν λογοτριβούντες, έξεθύμωσαν, έπεσαν καί οί δύο εις άπεραντολογίας καί παρήλθον δύο σχεδόν ώραι, ότε άκούομεν αίφνης αντίκρυ τής οικίας του Μαυρομιχάλη φωνάς καί κραυγάς του όχλου λέγοντος: Θέλομεν τον Κολοκοτρώνην! διότι άφού άπέρασαν δύο ώρες καί δεν ύπήγε τά θύματα τους, ένόμισαν ότι τον έκρατήσαμεν διά τής βίας καί έκινήθησαν νά σώσουν μεν αυτόν, άλλ' αν ήτον εύκολον νά φονεύσουν καί ημάς. Έκ των πολλών φωνών καί κατακραυγών του αθλίου εκείνου όχλου, έσηκώθη ό Κολοκοτρώνης νά ίδη είς τό παράθυρον, τι τρέχει, προσποιούμενος, ότι δεν έγνώριζε τίποτε διά τό κίνημα αυτό. Έτρεξε προς τήν θύραν νά έξέλθη δήθεν νά τους ήσυχάση. Άλλ' αμέσως τον ήρπασα έγώ άπό τον γιακά καί τον λέγω: Στάσου! καθότι δεν έβγαίνεις ζωντανός άπό εδώ! καί νά μη νομίσης, ότι δεν γνωρίζομεν τήν συνωμοσίαν! Διά τούτο θά άποθάνωμεν εδώ μαζί! Καί έν άκαρεί του έκάρφωσαν οί καπεταναίοι μας δέκα πιστόλαις είς τό στήθος. Έμει-νεν ήμιθανής και αναίσθητος από την φρίκην καί ώς νεκρός υπήγε καί έκάθησε πλησίον του γέροντος Μαυρομιχάλη. Έτρεξεν αμέσως ό Κυριακούλης καί ό Αντωνάκης Μαυρομιχάλαι καί οί εδικοί μου καπεταναίοι Γ. Σπηλιόπουλος καί Δήμος Κερπινιώτης, οί καπεταναίοι του Ζαΐμη Βασίλης Πετιμεζάς καί Φραγκάκης καί τίνες των άλλων προυχόντων, τους δέ λοιπούς διετάξαμεν ότι, έάν ίδούν, ότι ό όχλος εκείνος κάμη μικρόν τι κίνημα, να πυροβολήσουν κατ' αύτού χωρίς έξαίρεσιν καί έστεκόμεθα άπαντες έτοιμοι μέ τά όπλα εις τάς χείρας. Εξελθόντος του Κυριακούλη καί των λοιπών καί έρωτησάντων τον όχλον: τί ζητεί; Απήντησαν άπαντες: θέλομεν τους Τουρκολάτρας, όπού δεν θέλουν τον άφέντην καί ετοιμάζεται νά φύγη! Ποίοι είναι αυτοί οί Τουρκολάτραι; τους λέγουν. Αποκρίνονται: οί Τουρκοκοτσιαμπασήδες! Τότε φωνάζει ό Κυριακούλης μέ βροντώδη φωνήν: Βάρτε τους, μπρέ, τούς κερατάδες! καί αμέσως ήρχισαν οι στρατιώται καί τους έκτυπούσαν μέ τά σπαθία, μέ τά γεταγάνια, μέ τις μπούκες των τουφεκιών, χωρίς πυροβολισμόν κανένα. Έτράπησαν άνευ ουδεμίας αντιστάσεως εις φυγήν, διελύθησαν καί διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς έκ τοΰ τρόμου φεύγοντες ώς λαγωοί εις τά όρη, χωρίς νά δυνηθούν πλέον νά επιστρέψουν ή νά συνέλθουν. Τότε έσυγχωρήθη καί εις τον Κολοκοτρώνην καί ύπήγεν εις τους συντρόφους του.
Καί ούτως άπελπισθέντες διά τήν άποτυχίαν τους, ό μεν Υψηλάντης άνεχώρησε διά τό Λεοντάρι συνοδευόμενος υπό του Παπαφλέσια, Αναγνωσταρά καί συντροφιάς όλων τών τυχοδιωκτών, όσοι ευρέθησαν σύμφωνοι εις τήν όχλοστασίαν έκείνην, ημείς μετά τών Γερουσιαστών καί όλων τών προυχόντων καί προκρίτων συσσωματωμένοι άπήλθομεν εις τό στρατόπεδον καί εκείθεν άπήλθεν ή Γερουσία μέ άρκετήν φρουράν εις τήν Ζαράκοβαν καί τήν επαύριον ήλθε καί ό Κολοκοτρώνης. Μετά δύο ημέρας ήλθον και οι Αναγνωσταράς, ό Παπαφλέσιας και άλλοι έκ του Λεονταρίου (άφήσαντες εκεί τον Ύψηλάντην) είς το στρατόπεδον και άνταμωθέντες και συσκεφθέντες μεταξύ των (όσοι έσχημάτισαν είς Βέρβαιναν την Ύψηλαντικήν φατρίαν) ενέκριναν διά νά φέρουν τον Ύψηλάντην εις τό στρατόπεδον, διά νά σχηματίσουν, μέ την σκιάν και τό όνομα εκείνου, έτι δυνατώτερον κόμμα διά τους σκοπούς των. Και ούτως έξαπέστειλαν τον Άναγνωσταράν και τον Παπαφλέσιαν και τον έπανέφερον εις τά Τρίκορφα. Και μήτε ή Γερουσία, μήτε ουδείς έξ ημών των προυχόντων και προκρίτων έκαταδεχόμεθα νά τον προσκαλέσωμεν ή νά στείλωμεν εις αυτόν πρεσβείαν, καθώς ψευδώς αναφέρει τό τυφλόν όργανον τών τυχοδιωκτών, ό Ταρτούφος Σπηλιάδης.
Πηγές: Κανέλλος Δεληγιάννης-Απομνημονεύματα.

Υποδοχή του Υψηλάντη στην Πελοπόννησο. Ανάδειξη διαφορών μεταξύ Περιβάλλοντος Υψηλάντη και Προκρίτων.

Κατά τάς αρχάς Ιουνίου έφθασεν εις την Ύδραν καί δ Δημήτριος Υψηλάντης, διελθών ίνκόνιτο και μετημφιασμένος (ώς υπηρέτης) διά της Γερμανίας εις Τεργέστην, τον όποίον ύπεδέχθησαν οί προύχοντες ευμενώς, κατθώς ανήκεν εις την καταγωγήν του, οίτινες μάς ειδοποίησαν αμέσως δι' επίτηδες εις τό εν Τρικόρφοις στρατόπεδον καί ευχαριστηθέντες άπαντες παρεκαλέσαμεν καί ύπεχρεώσαμεν τον Έπίσκοπον Βρεσθένης νά άπέλθη εις ΄Υδραν, να τον υποδεχθή έκ μέρους πάντων ημών καί νά τον συγχαρή διά τον άίσιον έρχομόν του καί νά τον συνοδεύση νά έλθουν εις την Πελοπόννησον, ό όποίος φθάσας εκεί τον παρέλαβε καί διελθόντες διά τών Σπετσών τον υπεδέχθηκαν καί αυτοί με τάς αύτάς περιποιήσεις. Συγχρόνως άναχωρήσαντες καί ήμείς από τά Τρίκορφα, οί τρεις αδελφοί Δεληγιανναίοι, Αναγνώστης, Κανέλλος καί Πανάγος, ό Ασημάκης Ζαΐμης, ό Δημήτριος Παπατσώνης, ό Θάνος Κανακάρης, ό Σωτήριος Χαραλάμπης, ό Κρεββατάς καί άλλοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου καί τίνες Στερεοελλαδίται ευρεθέντες έκεί καί άνταμωθέντες εις την Βέρβαιναν μετά τών Γερουσιαστών καί τών λοιπών προκρίτων τών επαρχιών, άπήλθομεν εις του ΄Αστρους την παραλίαν εις προυπάντησίν του. Έφέραμεν δέ μεθ' εαυτών άπαντες οί άνω ρηθέντες και υπέρ τους εξακόσιους στρατιώτας μέ τούς καπεταναίους, έκαστος τούς εκλεκτότερους. Ήλθε κατόπιν και ό Παπαφλέσιας, Αναγνωσταράς και Θ. Κολοκοτρώνης μέ έπέκεινα τών εκατόν καί αυτοί.
Την επαύριον έφθασε καί τό φέρον τον Ύψηλάντην πλοίον, καί άφού ήγκυροβόλησεν, έχαιρέτησε μέ 21 κανονιοβολισμούς τον άντεχαιρετήσαμεν καί ήμείς έξωθεν μέ τρεις τουφεκοβολισμούς έκαστος στρατιώτης κατά τάξιν, όντες συναγμένοι υπέρ τούς 1.000. Έμβήκαμεν αμέσως εις τάς λέμβους καί άνέβημεν εις τό πλοίον προς έπίσκεψίν του, τον όποιον εύρομεν καθήμενον εις τό κατάστρωμα εις μίαν πολυτρόναν. Τον έπροσφέραμεν τάς συγχαρητηρίους ευχάς μας διά τό εις την πατρίδα αίσιον εύόδιόν του, αλλά μάς εδέχθη όσποραδικώς, ως ήγεμών Φαναριώτης, κινών μόνον την κεφαλήν, χωρίς νά άσηκωθη όρθιος, ή νά κινηθή. Μετά τινα δέ στιγμήν ήλθον ό Παπαφλέσιας, ό Αναγνωσταράς καί ό Κολοκοτρώνης καί συντροφιά. Τούτους ίδών άνεσηκώθη αμέσως, έτρεξε προς τήν είσοδον καί έναγκαλισθείς αυτούς τούς έφίλησε κάμνων προς αυτούς τάς πλέον τρυφερωτέρας περιποιήσεις καί ομιλίας. Αυτό τό περιστατικόν μάς έδωκεν αιτίας δικαιολογημένας νά συλλογισθώμεν πολύ, αλλά χωρίς νά άποδείξωμεν δυσαρέσκειάν τινα. Έξήλθομεν τοΰ πλοίου καί έχοντες έτοιμασμένον λαμπρόν στρατιωτικόν γεύμα, συνεφάγομεν άπαντες• έκάμαμεν άρκετάς προπόσεις καί μετά τό γεύμα του έπροσεφέραμεν ημείς οι αδελφοί Δεληγιαννααίοι ένα λαμπρόν καί έκλεκτόν ίππον μέ τήν ιπποσκευήν του, (τον όποίον διε-τήρησε μέχρι της άποβιώσεώς του) καί ούτως άναχωρήσαντες εκείθεν έφθάσαμεν εις τήν Βέρβαιναν, όπου εύρομεν τον Πετρόμπεην μετά τών αδελφών του Κυριακουλη καί Άντω-
νάκην μέ έπέκεινα των διακοσίων Μανιατών και πολλώ άλλων προκρίτων των επαρχιών, οίτινες τον ύπεδέχθησαν Έφερε δέ μεθ' έαυτού ό Υψηλάντης τον Κατακουζηνόν, το Τυπάλδον Κοζάκην, τον Άναγνωστόπουλον, και άλλους τοι ούτους, ως συμβούλους, και τον Βάμβαν άρχικαγκελάριον τη νέας όσποδαρίας του, νομίσαντες οι άνω ρηθέντες τυχοδιώκται, ότι θα εύρουν τσαρατάνους της Βλαχίας να σχηματίσουν τάς αρχοντιάς της όσποδαρίας εκείνης.
Φθάσαντες ούν εις την Βέρβαιναν και συμφωνήσαντες μ αυτούς ό τε Παπαφλέσιας, Αναγνωσταράς, Κολοκοτρώνη καί τίνες άλλοι τυχοδιώκται φυγάδες και εξόριστοι, νομίσα ντες, ότι εύρον άρμοδίαν την περίστασιν της Έπαναστάσεως και σύμφωνον την κουφότητα του Υψηλάντη (καθώς έπεθυμούσαν δτι ήθελον δυνηθή νά δολοφονήσουν τους έναπολει φθέντας από την αίχμαλωσίαν καί φυλακάς τών Τούρκων ολίγους έγκριτωτέρους της Πελοποννήσου, έως δεκαπέντε (ως έλεγον τότε) μέ τήν σκιάν του ονόματος τοΰ Υψηλάντη νά καθέξουν αυτοί τάς σατραπείας και τοπαρχίας, νά άντικαταστήσουν τους μπέηδες και αγάδες, καί έάν έπετύγχανον αυτόν τον σκοπόν έκέρδιζαν τό πάν κατά τον λογαριασμόν τους. ΄Αν δέ άπετύγχανον, αυτοί δέν είχον τί νά χάσουν, ούτε πατρίδα, ούτε οικογενείας, ούτε ιδιοκτησίας, ούτε τίποτε. ΄Ωστε καί εις τήν Βέρβαιναν ήρχισαν νά κηρύττουν αναφανδόν εις τους συναθροισθέντας έκεί όχλους, δτι ήλθεν ό Αφέντης του τόπου από τά άκρα του κόσμου, νά σας ελευθέρωση, ού μόνον από τους τυράννους σας, τους Τούρκους, άλλά καί από τους έτι σκληρότερους τών Τούρκων κοτσαπασήδες, οίτινες είναι άπανθρωπότεροι καί αυτών τών τυράννων. Αυτά καί άλλα έτι χειρότερα τά διεκήρυττον αναφανδόν καί ενίοτε παρόντων καί ημών ως άστειότητας δήθεν ό Παπαφλέσιας, ό Αναγνωσταράς καί οι όμοιοί των τυχοδιώκται ειςτην άγέλην έκείνην τού άνοήτου όχλου, ήτις συνεπληρούτο άπό Τσακώνους βάναυσους καί από άλλην πανσπερμίαν απατρίδων καί τυχοδιωκτών, να τους ερεθίσουν, να κινήσουν τό καθ' ημών μίσος των, να κάμουν καθ' ημών κίνημα στασιαστικόν, να επιτύχουν περίστασιν άρμοδίαν νά μας φονεύσουν. Ήμείς βλέποντες ενα τοιούτον άπροσδόκητον, καταχθόνιον σκοπόν, συνήχθημεν άπαντες οί πρόκριτοι εις την οικίαν, εις ήν κατώκει ό Πετρόμπεης (ώς εύρυχωροτέραν) νά σκεφθώμεν τί πρέπει νά άκολουθήσωμεν εις αυτήν τήν δεινήν περίστασιν. Καθότι ό Υψηλάντης με τούς περί αυτόν είχον προετοιμάσει εις τήν όδοιπορίαν τους ενα όργανισμόν εις τον όποίον άπήτει, ώς πληρεξούσιος τοΰ Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, νά τον γνωρίσωμεν δικτάτορα καί άνώτατον άρχοντα του Έθνους με τον τίτλον τοΰ Αρχιστρατήγου, νά κινή καί όδηγή τάς κατά ξηράν καί θάλασσαν στρατιωτικάς δυνάμεις, κατά τό δοκούν, χωρίς νά χρεωστή νά δώση λόγον εις κανένα νά κυβερνά απολύτως, νά διοργανώση τάς επαρχίας, νά διορίζη όλους τους υπαλλήλους εις όλους τούς κλάδους της δημοσίου υπηρεσίας καί όλας τάς πολιτικάς αρχάς κατ' άρέσκειαν, καί απολύτως νά έχη δέ καί έν γνωμοδοτικόν συμβούλιον κατ' έκλογήν ιδίαν. Καί άλλους τοιούτους παραλογισμούς άπήτει, ώστε καί κατακτητής αν ήτον, καθώς ό Σουλτάν Μεχμέτης, ό μέγας εκείνος κατακτητής τής Κωνσταντινουπόλεως, καί αν είχε μικράν τινα φρόνησιν, έπρεπε νά χαρίση εις τούς κατακτηθέντας ομοθρήσκους του έν τουλάχιστον προνόμιον, νά έφελκύση προς εαυτόν κατ' έπιφάνειαν τήν άγάπην καί τό σέβας τών υπηκόων του. Άλλ' αυτός έλθών εις τήν Πελοπόννησον, γυμνός, άνευ χρημάτων, άνευ στρατευμάτων, άνευ στόλου, άνευ τροφών καί πολεμοεφοδίων, άνευ όπλων, άνευ κανενός μέσου βοηθητικού καί συστατικού παρά μέ ολίγους τινάς άπάτριδας, φερεοίκους τυχοδιώκτας, οί οποίοι τον κατήντησαν γελοίον και εις τόσην παραφροσύνην, ώστε νά άπαιτή αύτοκρατορίαν, καί πότε; Εις την αρχήν μιάς τρομεράς Επαναστάσεως καθ' ενός ετι τρομερωτέρου καί ίσχυρού τυράννου εις περίστασιν καθ' ήν ή Ελλάς ετρεχεν είς την έσχάτην άπελπισίαν καί εις τον άναπόφευκτον κίνδυνον της καταστροφής, ένεκα της αποστροφής καί του μίσους, το όποίον έλαβον κατά της Επαναστάσεώς μας όλοι οί Βασιλείς καί Αυτοκράτορες της γης, έν καιρώ τής Ίεράς εκείνης Συμμαχίας.
Πηγές:Κανέλλος Δεληγιάννης-Απομνημονεύματα.